Καθώς η χώρα βαδίζει προς τις εκλογές, η συζήτηση για τις δημόσιες δαπάνες οφείλει να βρεθεί στο κέντρο του δημόσιου διαλόγου. Οι δημόσιες δαπάνες δεν είναι ουδέτερες. Είναι πολιτικές αποφάσεις που αποτυπώνουν προτεραιότητες, αξίες και επιλογές για το μέλλον.
Η συζήτηση πρέπει να γίνει συγκεκριμένη: πού ξοδεύουμε, με ποια ιεράρχηση και με ποιο κοινωνικό αποτύπωμα.
Η Ελλάδα που θέλουμε να χτίσουμε με τους διαθέσιμους πόρους μας. Αυτή είναι η ουσία της πολιτικής αντιπαράθεσης.
Ας δούμε, με ενδεικτικά παραδείγματα, πώς κατανέμονται σήμερα πόροι αντίστοιχου μεγέθους σε κρίσιμους τομείς.
Στον χώρο των υποδομών, η νέα Γραμμή 4 του Μετρό Αθήνας αφορά την καθημερινότητα εκατοντάδων χιλιάδων πολιτών και δείχνει πώς οι δημόσιοι πόροι μπορούν να μετατραπούν σε άμεσο κοινωνικό όφελος. Το τμήμα Άλσος Βεΐκου – Γουδή έχει μήκος 13 χιλιόμετρα με 15 σταθμούς και συμβατικό προϋπολογισμό περίπου 1,2 δισ. ευρώ.
Την ίδια στιγμή, στο πεδίο της άμυνας και σε ένα περιβάλλον εντάσεων με την Τουρκία, εξελίσσεται ένα από τα μεγαλύτερα εξοπλιστικά προγράμματα των τελευταίων ετών. Στο πρόγραμμα περιλαμβάνεται η αγορά των φρεγατών Belharra δαπάνης περίπου 3 δισ. ευρώ μαζί με εξοπλισμό και υποστήριξη.
Στον τομέα της υγείας, εκτιμάται πως η κατασκευή και ο βασικός εξοπλισμός ενός σύγχρονου νοσοκομείου κοστίζει περίπου 250.000 έως 400.000 ευρώ ανά κλίνη. Ένα γενικό νοσοκομείο 400 κλινών μπορεί ρεαλιστικά να κοστίσει έως 160 εκατ. ευρώ. Για την κατασκευή τριών νέων δημόσιων νοσοκομείων από το Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος δαπανήθηκαν περίπου 440 εκατ. ευρώ για τις κτιριακές υποδομές.
Με άλλα λόγια, με το κόστος μίας φρεγάτας, το Δημόσιο θα μπορούσε να κατασκευάσει και να εξοπλίσει περίπου έξι σύγχρονα νοσοκομεία των 400 κλινών σε ολόκληρη τη χώρα ή να προχωρήσει σε μία ακόμη μεγάλη επέκταση του Μετρό της Αθήνας.
Το ερώτημα δεν είναι αν χρειαζόμαστε εξοπλισμούς για την άμυνα. Χρειαζόμαστε.
Δεν είναι αν χρειαζόμαστε υποδομές. Χρειαζόμαστε.
Το πραγματικό ερώτημα είναι γιατί έχουμε αποδεχθεί ως αυτονόητο ότι δισεκατομμύρια για εξοπλισμούς αποφασίζονται χωρίς ισότιμη, ουσιαστική συζήτηση για τις εναλλακτικές χρήσεις αυτών των πόρων, παραγνωρίζοντας πως κάθε δισεκατομμύριο που επιλέγουμε να δαπανάται σε έναν τομέα είναι ένα δισεκατομμύριο που δεν δαπανάται σε κάποιον άλλον.
Στη δημοκρατία, οι προτεραιότητες δεν επιβάλλονται ως αυτονόητες. Συζητούνται, συγκρίνονται και κρίνονται δημόσια. Γιατί κάθε δισεκατομμύριο που δαπανάται δεν είναι απλώς ένας αριθμός στον προϋπολογισμό, είναι μια απόφαση για το είδος της κοινωνίας που επιλέγουμε να οικοδομήσουμε.
Η ανάγκη για εξοπλισμούς δεν προκύπτει στο κενό. Συνδέεται άμεσα με την ένταση στις ελληνοτουρκικές σχέσεις. Αν θέλουμε να μιλήσουμε σοβαρά για δημόσιες προτεραιότητες, οφείλουμε να μιλήσουμε και για τον κύκλο έντασης και εξοπλισμών. Να επενδύσουμε πιο συστηματικά στη διπλωματία, στον διμερή διάλογο και, όπου και όταν απαιτείται, στην προσφυγή στη διεθνή δικαιοσύνη. Να χαράξουμε πολιτικές με βάθος χρόνου, που δεν θα αλλάζουν ανάλογα με τη συγκυρία ή τον εκλογικό κύκλο.
Σε αυτό το πλαίσιο, η επικείμενη συνάντηση του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη με τον Ταγίπ Ερντογάν αποτελεί μια ευκαιρία που δεν πρέπει να υποτιμηθεί. Ο διάλογος, ακόμη και όταν είναι δύσκολος, είναι προϋπόθεση για τη μείωση της έντασης και για την αναζήτηση σταθερότητας στην περιοχή. Άλλωστε, η μείωση της έντασης δεν είναι μόνο διπλωματικός στόχος, είναι και όρος συνετής διαχείρισης των δημόσιων πόρων.
Αξίζει στην προεκλογική περίοδο να συζητήσουμε, για πρώτη ίσως φορά, όχι μόνο πόσα ξοδεύουμε, αλλά για ποιο μέλλον ξοδεύουμε.
Αξίζει, γιατί η δημοκρατία απαιτεί γνώση.
Αξίζει στις εκλογές να αποφασίσουμε όχι μόνο ποιος θα κυβερνήσει, αλλά και ποιες προτεραιότητες θα κυβερνήσουν τη χώρα.
Αξίζει, γιατί η δημοκρατία προϋποθέτει επίγνωση.