Η επιμονή στελεχών του ΠΑΣΟΚ-ΚΝΑΛ να υπάρξει ρητή απόφαση του επικείμενου συνεδρίου του, για μη συνεργασία με τη ΝΔ αποκαλύπτει ένα υπαρκτό πολιτικό άγχος στο εσωτερικό του κόμματος.
Όχι τόσο για το τι λέει σήμερα ο Νίκος Ανδρουλάκης, που επανειλημμένα διαβεβαιώνει ότι δεν υπάρχει σενάριο συγκυβέρνησης, όσο για το πώς θα διασφαλιστεί αυτή η γραμμή αύριο, υπό μετεκλογική πίεση.
Το άγχος αυτό επιτείνεται σε ένταση γιατί στο εσωτερικό του κόμματος υπάρχουν επίσης αρκετές φωνές που απορρίπτουν τη συνεργασία με τον “πληθυντικό ΣΥΡΙΖΑ”, θεωρώντας ότι μια πολυκερματισμένη και πολιτικά ασαφής παράταξη με βεβαρυμμένο πρόσφατο παρελθόν, δεν μπορεί να αποτελέσει αξιόπιστο πολιτικό σύμμαχο και κυβερνητικό εταίρο.
Από τη μία πλευρά, η στάση όσων ζητούν απόφαση συνεδρίου μπορεί να διαβαστεί ως θεσμικά συνεπής. Επιδιώκουν μια συλλογική, δεσμευτική απόφαση που θα αφαιρεί κάθε περιθώριο παρερμηνειών, τόσο προς το εσωτερικό όσο και προς τους ψηφοφόρους. Σε ένα κόμμα με ιστορικά τραύματα από «στρατηγικές ασάφειες», το αίτημα δεν είναι αβάσιμο.
Από την άλλη, όμως, η επιμονή αυτή υπονομεύει εμμέσως την ηγεσία. Αν ο Πρόεδρος δηλώνει ξεκάθαρα ότι δεν θα συνεργαστεί με τη ΝΔ, η απαίτηση για πρόσθετες θεσμικές εγγυήσεις μοιάζει να εκφράζει έλλειμμα εμπιστοσύνης ή φόβο ότι η γραμμή μπορεί να αλλάξει εκ των υστέρων. Αυτό μεταφέρει προς τα έξω εικόνα εσωτερικής ανασφάλειας, όχι πολιτικής αυτοπεποίθησης.
Παράλληλα, δεν μπορεί να αγνοηθεί ότι η αντίθεση στη συνεργασία με τη ΝΔ χρησιμοποιείται συχνά ως εργαλείο στις εσωκομματικές μάχες εξουσίας. Η επίκληση της «καθαρής γραμμής» λειτουργεί, σε αρκετές περιπτώσεις, όχι μόνο ως ιδεολογική θέση αλλά και ως μοχλός πίεσης, οριοθέτησης στρατοπέδων και αμφισβήτησης επιλογών της ηγεσίας.
Το αποτέλεσμα είναι η ένταση αυτή να μετατρέπεται σε εκρηκτική εσωστρέφεια, τη στιγμή που το κόμμα οδεύει προς ένα κρίσιμο συνέδριο, όπου θα έπρεπε να κυριαρχεί η πολιτική εξωστρέφεια και η καθαρή πρόταση εξουσίας.
Μένει έτσι ουσιαστικά ανεπεξέργαστη η απάντηση στο ερώτημα με ποιους και με ποιους όρους μπορεί το ΠΑΣΟΚ-ΚΙΝΑΛ να ασκήσει εξουσία και να εφαρμόσει τις πολιτικές του, χωρίς να αλλοιώσει την πολιτική του ταυτότητα.
Όλη αυτή η ένταση, ωστόσο, θα μπορούσε να αποφευχθεί αν στο συνέδριο συμφωνηθεί μια καθαρή θεσμική δικλείδα που θα ικανοποιήσει όλα τα μέρη, ότι πριν από οποιαδήποτε μετεκλογική συνεργασία θα προηγηθεί δημοψήφισμα στη βάση του κόμματος.
Αξίζει μάλιστα να σημειωθεί ότι η διεξαγωγή δημοψηφισμάτων προβλέπεται ήδη στο καταστατικό του κόμματος και είναι να απορείς που μέχρι σήμερα κανείς δεν αναφέρεται σε αυτή τη δυνατότητα.
Το καταστατικό του ΠΑΣΟΚ- ΚΙΝΑΛ είναι ένα πλήρες και σύγχρονο καταστατικό, με ισχυρές προβλέψεις εσωκομματικής δημοκρατίας που κάποιοι καλοί άνθρωποι συνέταξαν και εισηγήθηκαν κατά την ίδρυσή του.
Το ζητούμενο δεν είναι να εφευρεθούν νέοι κανόνες, αλλά να αξιοποιηθούν με πολιτική ωριμότητα αυτοί που ήδη υπάρχουν.
Προβλέπεται λοιπόν ρητώς στο άρθρο 21 του Καταστατικού, πως για θέματα που αφορούν την απόφαση για συμμετοχή σε κυβερνητικές συνεργασίες, διεξάγεται με απόφαση Προέδρου ή Κεντρικής Πολιτικής Επιτροπής, δημοψήφισμα που δεσμεύει τα όργανα του φορέα ως προς την κατεύθυνση της συγκεκριμένης απόφασης.
Την λες και έξοδο κινδύνου αυτή την πρόβλεψη.
Όλα τα παραπάνω, βεβαίως, εντάσσονται στο πλαίσιο που καθορίζουν οι εύλογες κομματικές προσδοκίες και επιδιώξεις. Στο πλαίσιο που θέτει η θεώρηση πως καλό είναι ότι είναι καλό για το κόμμα.
Μια άλλη, όμως, θέαση των πραγμάτων θα όφειλε να αξιολογεί τις μετεκλογικές συνεργασίες πρωτίστως σε όρους συμφέροντος για τη χώρα. Δυστυχώς, αυτή η οπτική σπανίως απασχολεί τα κόμματα.
Η ελπίδα είναι να απασχολεί τους πολίτες