Κυριαρχικά δικαιώματα: διγλωσσία στην κυβέρνηση, υποκρισία στην αντιπολίτευση

Σταύρος Μ. Θεοδωράκης 21 Μαρ 2026

Η συζήτηση για τις έρευνες υδρογονανθράκων συνοδεύτηκε από έναν ρηχό δημόσιο διάλογο αποκαλυπτικό της διγλωσσίας της κυβέρνησης και της υποκρισίας της αντιπολίτευσης και κάπως έτσι χάθηκε για μία φορά ακόμα η ουσία. Ο δημόσιος διάλογος για κρίσιμα γεωστρατηγικά ζητήματα μοιάζει και αυτός παγιδευμένος σε έναν κύκλο πολιτικής ιδιοτέλειας.

Οι συμβάσεις για τις έρευνες υδρογονανθράκων ήταν μια σημαντική εξέλιξη — αυτό δεν μπορεί να αμφισβητηθεί. Παρουσιάστηκαν όμως ως κάτι πολύ περισσότερο από αυτό που πράγματι είναι.

Ήταν — όπως έλεγαν κυβερνητικά στελέχη — πράξεις εθνικής αυτοπεποίθησης. Ήταν «έμπρακτη άσκηση κυριαρχικών δικαιωμάτων». Ήταν μια γεωπολιτική απάντηση σε όσους τα αμφισβητούν.

Αυτή ήταν η γραμμή που εξέπεμπε η κυβέρνηση.

Ο ίδιος ο Πρωθυπουργός το διατύπωσε χωρίς περιστροφές:

«Η Ελλάδα ασκεί με αυτόν τον τρόπο τα κυριαρχικά της δικαιώματα στην πράξη, όχι στα λόγια» (Καθημερινή, 26.2.2026).

Λίγες ημέρες νωρίτερα, στην εβδομαδιαία ανάρτησή του στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, συνέδεε ευθέως τις έρευνες υδρογονανθράκων με την εθνική ασφάλεια, τονίζοντας ότι αυτές «εγγυώνται την ασφάλεια απέναντι σε όσους αμφισβητούν τα κυριαρχικά μας δικαιώματα» (ERTNews, 22.2.2026).

Το μοτίβο ήταν απλοϊκό, αλλά απολύτως επικοινωνιακό. Οι συμφωνίες παρουσιάστηκαν ως εργαλείο ισχύος και επιβεβαίωσης κυριαρχίας — ως μία ακόμη κυβερνητική επιτυχία μεγάλης κλίμακας στο γεωστρατηγικό πεδίο.

Το αφήγημα αυτό δεν περιορίστηκε στην κυβέρνηση. Καλλιεργήθηκε ευρύτερα. Όπως επισημαίνει ο Τάσος Γιαννίτσης, αφέθηκε να θεωρηθεί ότι οι συμφωνίες συνιστούν «de facto αναγνώριση των κυριαρχικών δικαιωμάτων της Ελλάδας», δημιουργώντας την εντύπωση ότι η εμπλοκή μιας πολυεθνικής λειτουργεί ως γεωπολιτική εγγύηση. Και όμως, η πραγματικότητα είναι απλή: οι ενέργειες μιας ιδιωτικής εταιρείας δεν παράγουν νομικό αποτέλεσμα στο πεδίο των κυριαρχικών δικαιωμάτων (Protagon, 2026).

Και έρχεται η συζήτηση στη Βουλή για την κύρωση των συμβάσεων.

Όταν η συζήτηση πέρασε από τη γενική ρητορική στις συγκεκριμένες διατάξεις της σύμβασης —και υπό την πίεση της αντιπολίτευσης για ενδεχόμενη υπονόμευση κυριαρχικών δικαιωμάτων— ο αρμόδιος Υπουργός δήλωσε ότι οι συμβάσεις «δεν εκχωρούν, δεν κατοχυρώνουν και δεν ενισχύουν κυριαρχικά δικαιώματα» (Ναυτεμπορική, Μάρτιος 2026).

Η απάντηση αυτή δεν ήταν νομικά αβάσιμη. Αντιθέτως, στη βασική της γραμμή ήταν ορθή: τέτοιες συμβάσεις ούτε δημιουργούν ούτε εκχωρούν κυριαρχικά δικαιώματα.

Και όμως, ο κ. Παπασταύρου δεν έπεισε.

Όχι επειδή ήταν αδύναμη η επιχειρηματολογία του, αλλά επειδή η συζήτηση είχε ήδη φορτιστεί πριν φτάσει στη Βουλή. Η ένσταση περί κυριαρχικών δικαιωμάτων είχε διατυπωθεί νωρίτερα στον δημόσιο λόγο — αρχικά μέσα από ακραία αρθρογραφία (Εστία, 18.2.2026) — και στη συνέχεια από την παρέμβαση του Αντώνη Σαμαρά, ο οποίος έσπευσε να μιλήσει για «δυνητική εκχώρηση» και «δυνητική απομείωση» κυριαρχικών δικαιωμάτων λόγω του άρθρου 30 (Πρώτο Θέμα, 25.2.2026· Το Βήμα, 26.2.2026).

Το επίμαχο άρθρο προβλέπει ότι, αν μετά από διεθνή συμφωνία τμήμα της περιοχής ερευνών δεν ανήκει τελικά στην ελληνική ΑΟΖ/υφαλοκρηπίδα, τότε η σύμβαση παύει να ισχύει για το συγκεκριμένο τμήμα. Η εταιρεία παραιτείται από τα δικαιώματά της εκεί, αλλά μπορεί να αποζημιωθεί για δαπάνες που έχει ήδη πραγματοποιήσει.

Η κυβέρνηση απάντησε ότι πρόκειται για τυπική ρήτρα διεθνούς δικαίου, που δεν επηρεάζει τα κυριαρχικά δικαιώματα.

Οι αιτιάσεις αυτές, που προηγήθηκαν της κοινοβουλευτικής διαδικασίας, υιοθετήθηκαν κατ’ ουσία από τα κόμματα της αντιπολίτευσης. Έτσι, όταν το θέμα έφτασε στη Βουλή, το πεδίο είχε ήδη διαμορφωθεί.

Η αντιπολίτευση κινήθηκε πάνω σε αυτό το ήδη φορτισμένο αφήγημα, ενώ η κυβέρνηση βρέθηκε να υπερασπίζεται μια νομικά ορθή θέση, έχοντας προηγουμένως επενδύσει επικοινωνιακά σε μια πολιτικά υπερφορτισμένη.

Η αντιπαράθεση επικεντρώθηκε τελικά στην ερμηνεία της σύμβασης και στις πολιτικές της προεκτάσεις, μεταφέροντας το βάρος από την ανάλυση των διατάξεων στην καχυποψία περί εθνικών υποχωρήσεων.

Δεν είναι τυχαίο ότι τα κόμματα της αντιπολίτευσης καταψήφισαν τα άρθρα που αφορούν την έρευνα και εκμετάλλευση στα θαλάσσια blocks νότια της Κρήτης.

Ίσως, τελικά, το πρόβλημα να είναι ευρύτερο από τη συγκεκριμένη σύμβαση.

Ο δημόσιος διάλογος για κρίσιμα γεωστρατηγικά ζητήματα μοιάζει και αυτός παγιδευμένος σε έναν κύκλο πολιτικής ιδιοτέλειας. Η κυβέρνηση υπερβάλλει για να ενισχύσει το αφήγημά της. Η αντιπολίτευση υπερβάλλει για να το αποδομήσει.

Έτσι, η ουσία χάνεται μέσα σε διατυπώσεις που μεταβάλλονται ανάλογα με τη συγκυρία. Το αποτέλεσμα είναι ένας δημόσιος λόγος που δεν διαφωτίζει, αλλά συγχέει.

Και αυτό, όταν αφορά τη γεωστρατηγική θέση της χώρας, δεν είναι απλώς προβληματικό — είναι πολλαπλώς επιζήμιο.

Γιατί τελικά δεν πλήττεται μόνο η ποιότητα του διαλόγου. Πλήττεται η ίδια η δυνατότητα διαμόρφωσης μιας σταθερής, αξιόπιστης εθνικής γραμμής.

Και αυτό, σε ζητήματα κυριαρχίας, δεν είναι πολυτέλεια — είναι προϋπόθεση.