Η συζήτηση για το μέλλον της Ευρώπης έχει προ πολλού ξεπεράσει τα ρομαντικά στερεότυπα ανάμεσα σε «ευρωπαϊστές» και «ευρωσκεπτικιστές». Οι τεκτονικές γεωπολιτικές ανατροπές –από τον πόλεμο στην Ουκρανία και τη φλεγόμενη Μέση Ανατολή, μέχρι την αβεβαιότητα στις σχέσεις με τις ΗΠΑ, την τεχνολογική εξάρτηση της Ευρώπης από αμερικανικούς και κινεζικούς κολοσσούς, αλλά και η σταδιακή απώλεια ανταγωνιστικότητας απέναντι στις ΗΠΑ και την Κίνα– φέρνουν στο προσκήνιο ένα αμείλικτο ερώτημα: Μπορεί η Ε.Ε. να επιβιώσει ως αυτόνομη υπερδύναμη χωρίς βαθιά πολιτική και οικονομική ενοποίηση;
Και το κυριότερο: Θέλει πραγματικά το ελληνικό πολιτικό σύστημα η χώρα να είναι πρωταγωνιστής σε αυτή τη νέα Ευρώπη; Ή μήπως βολεύεται στον ρόλο του παθητικού παρατηρητή που ακολουθεί εξελίξεις όταν αυτές έχουν ήδη αποφασιστεί αλλού;
Η πρόσφατη πρωτοβουλία σημαντικών ευρωπαίων φεντεραλιστών, πρώην πρωθυπουργών, ευρωπαίων αξιωματούχων και προσωπικοτήτων του ευρωπαϊκού δημόσιου χώρου υπέρ μιας «Ένωσης μέσα στην Ένωση» επαναφέρει με τον πιο ξεκάθαρο τρόπο τη συζήτηση για έναν ομοσπονδιακό πυρήνα κρατών που θα προχωρήσουν ταχύτερα στην ολοκλήρωση μέσω ενισχυμένων συνεργασιών.
Στη διακήρυξη συμμετέχουν προσωπικότητες όπως ο Guy Verhofstadt, ο Josep Borrell, η Danuta Hübner και ο Domènec Ruiz Devesa, οι οποίοι υποστηρίζουν ότι η σημερινή Ευρωπαϊκή Ένωση αδυνατεί να ανταποκριθεί στις ιστορικές προκλήσεις της εποχής εξαιτίας των βέτο, της διακυβερνητικής λογικής και της απουσίας πολιτικής βούλησης.
Η πρόταση που καταθέτουν είναι σαφής: αν οι «27» δεν μπορούν να συμφωνήσουν, τότε μια ομάδα κρατών πρέπει να προχωρήσει μπροστά μέσω ενισχυμένων συνεργασιών και κοινών θεσμών στους τομείς της άμυνας, της οικονομίας, της τεχνολογίας, της ενέργειας, της βιομηχανικής πολιτικής και της εξωτερικής πολιτικής. Με άλλα λόγια, να δημιουργηθεί ένας πραγματικός πολιτικός πυρήνας μέσα στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ικανός να λαμβάνει αποφάσεις με πλειοψηφία και όχι να παραλύει κάθε φορά από τα εθνικά βέτο.
Αυτή τη στιγμή, ως αρχικός πυρήνας της ομοσπονδιακής πρωτοβουλίας προτείνονται η Γερμανία, η Γαλλία, η Ισπανία, η Πολωνία, το Βέλγιο, η Ολλανδία και το Λουξεμβούργο. Ωστόσο, χώρες όπως η Ελλάδα και η Ιταλία θα μπορούσαν επίσης να συμμετέχουν, εφόσον υπάρξει η αντίστοιχη πολιτική βούληση και κοινωνική συναίνεση υπέρ μιας βαθύτερης ευρωπαϊκής ενοποίησης.
Η πρόκληση για την Ελλάδα: Στις παρασκηνιακές συζητήσεις για αυτόν τον αρχικό, σκληρό πυρήνα, η Ελλάδα διστάζει να εμπλακεί σε ένα πρωταγωνιστικό ρόλο.
Γιατί η Ελλάδα παραμένει απούσα όταν σχεδιάζεται η αρχιτεκτονική του μέλλοντος;
Πώς είναι δυνατόν μια χώρα που συμμετέχει στην Ευρωζώνη, στη Σένγκεν και σε όλες τις ενισχυμένες συνεργασίες της Ε.Ε. να μην θεωρείται αυτονόητο μέλος της ευρωπαϊκής πρωτοπορίας;
Η ίδια η θεσμική πραγματικότητα διαψεύδει το στερεότυπο της «περιφερειακής Ελλάδας». Από τις έξι επίσημες ενισχυμένες συνεργασίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης — όπως η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία (EPPO) και το ενιαίο ευρωπαϊκό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας — μόνο οκτώ χώρες συμμετέχουν σε όλες: Αυστρία, Βέλγιο, Γαλλία, Γερμανία, Ελλάδα, Ιταλία, Πορτογαλία και Σλοβενία. Αυτός είναι, στην πράξη, ο θεσμικός «σκληρός πυρήνας» της Ευρώπης.
Αυτή ακριβώς την συζήτηση επιχειρεί να ανοίξει στην Ελλάδα η Ελληνική Ένωση για την Ομοσπονδία της Ευρώπης (UEF Greece), το ελληνικό τμήμα της Union of European Federalists, που φέτος συμπληρώνει 80 χρόνια παρουσίας.
Η προσπάθεια για τη δημιουργία ομάδας Spinelli Group στην Ελληνική Βουλή, σε συνεργασία με ευρωβουλευτές και πολιτικές προσωπικότητες από διαφορετικούς πολιτικούς χώρους, έχει ιδιαίτερη σημασία. Το Spinelli Group είναι μια διακομματική ομάδα ευρωβουλευτών στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο — από την κεντροδεξιά, τη σοσιαλδημοκρατία, τους φιλελεύθερους και τους πράσινους — που στηρίζει μια πιο ενωμένη, δημοκρατική και ισχυρή Ευρώπη με κοινές πολιτικές σε άμυνα, οικονομία και εξωτερική πολιτική.
Η αντίστοιχη πρωτοβουλία στην Ελλάδα θα μπορούσε να φέρει κοντά βουλευτές διαφορετικών κομμάτων που πιστεύουν ότι η χώρα πρέπει να βρίσκεται στον πυρήνα των ευρωπαϊκών εξελίξεων και να συμμετέχει ενεργά στη συζήτηση για το μέλλον της Ευρώπης και τις αναγκαίες θεσμικές αλλαγές, ιδιαίτερα ενόψει της Ελληνικής Προεδρίας της ΕΕ το 2027.
Την ίδια ώρα, η πίεση έρχεται και από τη βάση. Το ίδιο πολιτικό βάρος έχει και η πρωτοβουλία «Δήμαρχοι για τις Ηνωμένες Πολιτείες της Ευρώπης», μέσω της οποίας δήμαρχοι από την Αττική, την περιφέρεια και τη νησιωτική Ελλάδα ζητούν μια πιο ισχυρή, δημοκρατική και αποτελεσματική Ευρωπαϊκή Ένωση. Στη σχετική διακήρυξη που υπογράφουν υπογραμμίζεται ότι οι τοπικές κοινωνίες βιώνουν πρώτες το σοκ της κλιματικής κρίσης, των φυσικών καταστροφών και της ενεργειακής ακρίβειας. Και οι Δήμαρχοι ζητούν το προφανές: μεγαλύτερο ευρωπαϊκό προϋπολογισμό, κοινές επενδύσεις και ουσιαστικές θεσμικές μεταρρυθμίσεις προς μια πιο πολιτική και ομοσπονδιακή Ευρώπη. Πρόκειται ίσως για την πρώτη φορά που η Τοπική Αυτοδιοίκηση στην Ελλάδα παρεμβαίνει τόσο ανοιχτά υπέρ μιας βαθύτερης ευρωπαϊκής ενοποίησης.
Το Παράδοξο των Ελληνικών Κομμάτων: Ευρωπαϊστές... με αστερίσκους. Εδώ όμως αναδύεται η μεγάλη ελληνική αντίφαση. Υπάρχει πραγματική πολιτική βούληση από το εγχώριο πολιτικό σύστημα;
Η Νέα Δημοκρατία δηλώνει σταθερά φιλοευρωπαϊκή, αλλά αποφεύγει συστηματικά να ανοίξει δημόσια τη συζήτηση για μια πραγματική πολιτική ένωση με κοινή άμυνα, κοινή φορολογική πολιτική και κοινή εξωτερική πολιτική, ή μεταφορά κυριαρχικών αρμοδιοτήτων σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Το ΠΑΣΟΚ εμφανίζεται ιστορικά πιο κοντά στη λογική της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, αλλά και αυτό σπάνια τοποθετείται καθαρά υπέρ μιας ομοσπονδιακής προοπτικής. Η Αριστερά παραμένει εγκλωβισμένη στις δικές της εσωτερικές αντιφάσεις: από τη μία ονειρεύεται μια δημοκρατική Ευρώπη των λαών και από την άλλη αντιμετωπίζει την Ε.Ε. ως ένα «νεοφιλελεύθερο διευθυντήριο» που απειλεί την εθνική κυριαρχία.
Έτσι δημιουργείται μια παράδοξη κατάσταση. Όλοι δηλώνουν «ευρωπαϊστές», αλλά ελάχιστοι είναι έτοιμοι να στηρίξουν δημόσια το επόμενο αναγκαίο βήμα της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Όλοι μιλούν για γεωπολιτική ισχύ της Ευρώπης, αλλά σχεδόν κανείς δεν εξηγεί πώς μπορεί να υπάρξει πραγματική ευρωπαϊκή ισχύς απέναντι στην Κίνα και τις ΗΠΑ χωρίς κοινό στρατό, κοινή στρατηγική βιομηχανική πολιτική, κοινές επενδύσεις στην τεχνολογία και δυνατότητα λήψης αποφάσεων χωρίς διαρκή βέτο.
Η αλήθεια είναι σκληρή: η Ελλάδα δεν έχει κανένα συμφέρον από μια αδύναμη και κατακερματισμένη Ευρώπη. Αντιθέτως, ως μεσαία περιφερειακή δύναμη σε μια ιδιαίτερα ασταθή γεωπολιτική περιοχή, έχει ζωτικό συμφέρον να ανήκει στον πυρήνα μιας ισχυρής πολιτικής Ευρώπης με κοινή άμυνα, ενεργειακή στρατηγική, οικονομική ισχύ και τεχνολογική αυτονομία. Η Ελληνική Προεδρία της Ευρωπαϊκής Ένωσης το 2027 θα μπορούσε να αποτελέσει ιστορική ευκαιρία για να τοποθετηθεί η χώρα στον πυρήνα της συζήτησης για το μέλλον της Ευρώπης. Όμως αυτό προϋποθέτει πολιτικό θάρρος, στρατηγικό σχέδιο, διακομματικό διάλογο, διαβούλευση με την κοινωνία των πολιτών και καθαρές θέσεις.
Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι αν χρειαζόμαστε «περισσότερη Ευρώπη». Το ερώτημα είναι αν το ελληνικό πολιτικό προσωπικό διαθέτει το ανάστημα και το θάρρος να το πει καθαρά στους πολίτες, υποστηρίζοντας ανοιχτά ότι η θέση της χώρας είναι στον ομοσπονδιακό πυρήνα της Ευρώπης – ή αν θα την καταδικάσει σε μια γκρίζα ζώνη διαρκούς δισταγμού και πολιτικής αμηχανίας.