Φέτος οι Ηνωμένες Πολιτείες συμπληρώνουν 250 χρόνια από τη Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας τους. Η επέτειος οργανώνεται θεσμικά μέσω της U.S. Semiquincentennial Commission (“America 250”) και φιλοδοξεί να λειτουργήσει ως εθνική στιγμή ενότητας. Όμως, σε αντίθεση με το «Bicentennial» (επέτειος των 200 χρόνων) του 1976, η χώρα εισέρχεται σε αυτή τη φάση υπό συνθήκες βαθιάς πολιτικής πόλωσης, θεσμικής αμφισβήτησης και συγκρουσιακής επαναδιαπραγμάτευσης της ιστορικής της μνήμης.
Το ερώτημα που προκύπτει είναι ποια μορφή πατριωτισμού θα πλαισιώσει τον εορτασμό των 250 ετών και τι είδους δημοκρατική ταυτότητα θα προκύψει από αυτόν.
Ι. Πατριωτισμός: από την αγάπη στην ηθική δέσμευση
Η κλασική φιλοσοφική συζήτηση ορίζει τον πατριωτισμό ως «αγάπη για την πατρίδα». Όμως, όπως έχει αναλυθεί στη σύγχρονη πολιτική θεωρία, η έννοια είναι πολυεπίπεδη. Μπορούμε να διακρίνουμε τουλάχιστον τρεις βασικές μορφές:
-
Ταυτοτικός/κοσμικός πατριωτισμός (Billig, 1995): έμφαση στα επιτεύγματα, στην ισχύ, στην εθνική υπερηφάνεια.
-
Συνταγματικός πατριωτισμός (Habermas, 1992): αφοσίωση στους δημοκρατικούς θεσμούς, στο Σύνταγμα και στα δικαιώματα.
-
Ηθικός πατριωτισμός (MacIntyre, 1984): ιδιαίτερη μέριμνα για την ηθική ακεραιότητα της χώρας — για το αν ενεργεί δίκαια στο εσωτερικό και διεθνώς.
Η σύγκρουση που παρατηρούμε σήμερα στις ΗΠΑ είναι μεν ιδεολογική, αλλά κυρίως αποτελεί σύγκρουση ανάμεσα σε διαφορετικές αντιλήψεις του πατριωτισμού.
Στον σύγχρονο δημόσιο διάλογο στις Ηνωμένες Πολιτείες αναδύεται με αυξανόμενη ένταση μια θεμελιώδης διάκριση: αν ο πατριωτισμός σημαίνει αφοσίωση σε πρόσωπα και πολιτικές ηγεσίες ή αν σημαίνει προσήλωση σε θεσμικές αρχές που δεσμεύουν άπαντες ανεξαιρέτως.
Η συζήτηση αυτή δεν αφορά απλώς τη ρητορική· αφορά τον ίδιο τον ορισμό της δημοκρατικής νομιμότητας. Μια ισχυρή τάση υποστηρίζει ότι η πίστη στην Αμερική δεν μπορεί να ταυτίζεται με πίστη στην εκάστοτε κυβέρνηση ή σε χαρισματικές πολιτικές φυσιογνωμίες, αλλά οφείλει να εδράζεται σε κανόνες: κράτος δικαίου, διάκριση εξουσιών, εκλογική λογοδοσία και συνταγματική συνέχεια.
Πρόκειται για μια κατανόηση του πατριωτισμού που μετατοπίζει το επίκεντρο από την πολιτική ταύτιση στη θεσμική αυτοδέσμευση — από το «ποιος κυβερνά» στο «υπό ποιους κανόνες κυβερνά». Σε αυτό το πλαίσιο, η δημοκρατική αφοσίωση αποκτά διαδικαστικό χαρακτήρα: η νομιμότητα προηγείται της εξουσίας και δεν απορρέει από αυτήν. Αυτή η διάκριση αποκτά κομβική σημασία κατά τον εορτασμό America 250.
ΙΙ. Η σύγκρουση για τη μνήμη: ποιος ορίζει το «εμείς»;
Η επέτειος συμπίπτει με τα 100 χρόνια από τη θεσμοθέτηση της « Black History Week»(1926), που αργότερα εξελίχθηκε σε «Black History Month». Ωστόσο, η συγκυρία χαρακτηρίζεται από:
-
Νομοθετικές παρεμβάσεις σε πολιτείες που περιορίζουν το περιεχόμενο διδασκαλίας γύρω από φυλή, δουλεία και ανισότητες.
-
Αναθεώρηση ή αποδυνάμωση προγραμμάτων «Diversity, Equity & Inclusion» (DEI).
-
Την απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου (Students for Fair Admissions v. Harvard, 2023), που έκρινε αντισυνταγματική τη χρήση φυλετικών κριτηρίων στις πανεπιστημιακές εισαγωγές.
-
Καταγγελίες για διαγραφή ή συρρίκνωση ομοσπονδιακών δεδομένων σχετικών με ανισότητες.
Η διαμάχη δεν αφορά απλώς εκπαιδευτικό περιεχόμενο. Όπως έχει δείξει ο Benedict Anderson, τα έθνη είναι «φαντασιακές κοινότητες» — συγκροτούνται μέσα από κοινές αφηγήσεις. Και, όπως θα προσέθετε ο Pierre Bourdieu, η επιλογή του τι διδάσκεται και τι αποσιωπάται είναι άσκηση συμβολικής ισχύος.
Η εθνική μνήμη δεν είναι ουδέτερη. Είναι πολιτική.
Όταν περιορίζεται η διδασκαλία για τη δουλεία, τη φυλετική βία ή τις κοινωνικοοικονομικές συνέπειες των ανισοτήτων, δεν αφαιρούνται απλώς κεφάλαια από βιβλία. Αναδιαμορφώνονται τα όρια του συλλογικού «εμείς».
Η σύγκρουση για τη «Μαύρη Ιστορία» είναι σύγκρουση για τον ορισμό της ίδιας της αμερικανικής δημοκρατίας.
ΙΙΙ. Ο μύθος της «ουδετερότητας»
Η επίσημη ρητορική που συνοδεύει την αναθεώρηση προγραμμάτων DEI επικαλείται την «ουδετερότητα». Ωστόσο, στη φιλοσοφία της πολιτικής γνώσης, η ουδετερότητα δεν είναι απουσία πολιτικής· είναι επιλογή πλαισίου.
Ο Simon Keller έχει επισημάνει ότι ο πατριωτισμός συχνά εμπεριέχει μια μορφή «κακής πίστης» — επιλεκτική ανάγνωση της ιστορίας που προστατεύει μια ταυτότητα από την ηθική της έκθεση. Όταν η μνήμη γίνεται επιλεκτική, ο πατριωτισμός μετατρέπεται από ηθική στάση σε μυθολογική αυτοεπιβεβαίωση.
Αντίθετα, ο ηθικός πατριωτισμός δεν φοβάται τη σκοτεινή πλευρά του παρελθόντος. Τη θεωρεί αναγκαία για τη δημοκρατική ωρίμανση.
Ο εορτασμός «America 250» αναμένεται να λειτουργήσει ως κρίσιμο τεστ για τον δημοκρατικό χαρακτήρα της σύγχρονης αμερικανικής διοίκησης: θα αποτελέσει μια επέτειο αυτάρεσκης αυτοεπιβεβαίωσης ή μια ώριμη στιγμή συλλογικής αυτοκριτικής;
Το καίριο ερώτημα πολιτικής φιλοσοφίας εδώ δεν αφορά απλώς τον τρόπο εορτασμού, αλλά το περιεχόμενο και τον συμβολισμό του. Ποια εκδοχή πατριωτισμού θα κυριαρχήσει — μια εορταστική, ενοποιητική αφήγηση χωρίς ρωγμές ή μια κριτική προσέγγιση που αναγνωρίζει τις αντιφάσεις της αμερικανικής εμπειρίας; Και, κατ’ επέκταση, ποια μορφή δημοκρατικής ταυτότητας μπορεί να αναδυθεί σε μια συγκυρία όπου η συλλογική μνήμη, η θεσμική νομιμότητα και η εμπιστοσύνη στους θεσμούς δοκιμάζονται ταυτόχρονα.
IV. Αποσύνδεση και «μηδενιστική βία»
Η πολιτική πόλωση των τελευταίων ετών, η αμφισβήτηση εκλογικών αποτελεσμάτων, η ρητορική απαξίωσης των θεσμών και τα επίμονα υψηλά επίπεδα ένοπλης βίας συνιστούν όχι μόνο κοινωνικό πρόβλημα αλλά και σύμπτωμα πολιτισμικής αποσύνδεσης.
Όταν διαρρηγνύεται η κοινή αφήγηση, διαρρηγνύεται και η κοινή ταυτότητα.
Σε συνθήκες όπου:
-
οι θεσμοί αμφισβητούνται,
-
η ιστορική μνήμη κατακερματίζεται,
-
η πολιτική ταυτότητα αναδομείται με όρους φυλετικής ή ιδεολογικής απόλυσης,
αναδύεται αυτό που θα μπορούσε να περιγραφεί ως «μηδενιστική βία»: βία αποσυνδεδεμένη από συλλογικό όραμα, βία ως έκφραση ταυτότητας και όχι πολιτικού προγράμματος.
Η απουσία κοινού ηθικού πατριωτισμού αφήνει κενό που συχνά καλύπτεται από φυλετικό ή πολιτισμικό απολυταρχισμό.
Τα δεδομένα είναι αποκαλυπτικά: το 57% φοβάται ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες βρίσκονται σε πορεία προς έναν εμφύλιο πόλεμο. Το 60% εκτιμά ότι οι φυλετικές σχέσεις επιδεινώνονται — ποσοστό αισθητά αυξημένο σε σχέση με πέρυσι. Το 69% των μη λευκών ψηφοφόρων δηλώνει ανησυχία για την άνοδο της λευκής υπεροχής, επίσης αυξημένο σε σύγκριση με το 2024. Και όμως, ταυτόχρονα, το 88% των Αμερικανών ψηφοφόρων συνεχίζει να συμφωνεί — το 66% συμφωνεί απόλυτα — ότι η ποικιλομορφία καθιστά τη χώρα ισχυρότερη, ποσοστό αμετάβλητο από το 2023.
V. «America 250»: εορτασμός ή δημοκρατικό δημοψήφισμα;
Το «Bicentennial» του 1976 πραγματοποιήθηκε μετά το τραύμα του Watergate αλλά σε ένα πλαίσιο όπου η θεσμική πίστη παρέμενε ισχυρή. Σήμερα, η συγκυρία είναι διαφορετική.
Η «America 250» συμπίπτει με:
-
βαθιά κομματική πόλωση,
-
συζήτηση περί θεσμικής νομιμότητας,
-
επαναδιαπραγμάτευση της εθνικής αφήγησης,
-
μετατόπιση της δημόσιας συζήτησης γύρω από θέματα ταυτότητας και ελευθερίας του λόγου.
Η επέτειος πέρα από συμβολική στιγμή είναι και πολιτικό γεγονός. Το ερώτημα δεν είναι αν οι Αμερικανοί αγαπούν τη χώρα τους. Το ερώτημα είναι τι σημαίνει να την αγαπούν.
-
Αν πατριωτισμός σημαίνει άκριτη υπερηφάνεια, τότε η μνήμη θα συρρικνωθεί.
-
Αν πατριωτισμός σημαίνει πίστη σε αρχές, τότε η μνήμη θα διευρυνθεί.
-
Αν πατριωτισμός σημαίνει ηθική ευθύνη, τότε η επέτειος θα είναι ευκαιρία αυτοκριτικής και θεσμικής ενίσχυσης.
Η σύγκρουση για τη «Μαύρη Ιστορία», για τα προγράμματα DEI, για το τι συνιστά «ουδετερότητα», για τη σχέση πίστης στο Σύνταγμα έναντι πίστης σε πρόσωπα — όλα αυτά συγκλίνουν σε ένα θεμελιώδες ζήτημα:
Θα οικοδομηθεί η «America 250» πάνω σε έναν μυθολογικό πατριωτισμό ή σε έναν ηθικό και συνταγματικό πατριωτισμό;
Η απάντηση δεν αφορά μόνο τον εορτασμό. Αφορά τη συνοχή της αμερικανικής δημοκρατίας. Γιατί κάθε κοινωνία που επιλέγει τι θυμάται, επιλέγει ταυτόχρονα ποια θέλει να γίνει.