Τα Μέσα Μαζικής Μεταφοράς (ΜΜΜ) είναι δείκτης πολιτισμού, κοινωνικής συνοχής και πολιτικής προτεραιότητας, δεν αποτελούν απλώς μία επιλογή μετακίνησης. Σε κάθε σύγχρονη ευρωπαϊκή χώρα, οι δημόσιες συγκοινωνίες αντιμετωπίζονται ως θεμελιώδες κοινωνικό αγαθό και ως βασικό εργαλείο αντιμετώπισης της κλιματικής κρίσης, της κυκλοφοριακής συμφόρησης και των κοινωνικών ανισοτήτων. Στην Ελλάδα, όμως, η πραγματικότητα παραμένει αποκαρδιωτική.
Παρά τις διαρκείς κυβερνητικές εξαγγελίες περί «εκσυγχρονισμού» και «πράσινης ανάπτυξης», οι πολίτες βιώνουν καθημερινά μια εντελώς διαφορετική εικόνα: ατελείωτες αναμονές, ασφυκτικά γεμάτα λεωφορεία, τρόλεϊ και συρμούς μετρό και ηλεκτρικού σιδηροδρόμου, συχνές βλάβες και ένα σύστημα αστικών συγκοινωνιών που μοιάζει να λειτουργεί στα όρια της κατάρρευσης.
Η ενίσχυση των ΜΜΜ είναι περιβαλλοντική και κοινωνική αναγκαιότητα. Κάθε σύγχρονη πόλη που θέλει να μειώσει τη ρύπανση και να βελτιώσει την ποιότητα ζωής των κατοίκων της επενδύει συστηματικά στις δημόσιες μεταφορές. Ένα αξιόπιστο και σύγχρονο δίκτυο ΜΜΜ μειώνει δραστικά τη χρήση του αυτοκινήτου, περιορίζει τις εκπομπές ρύπων και αποσυμφορεί τους δρόμους. Ωστόσο, στην Αθήνα, το κυκλοφοριακό επιδεινώνεται συνεχώς, ενώ οι δημόσιες συγκοινωνίες αδυνατούν να καλύψουν ακόμη και τις βασικές ανάγκες των πολιτών. Και εδώ γεννάται το μεγάλο πολιτικό ερώτημα: πώς μπορεί μια κυβέρνηση να μιλά για «πράσινη μετάβαση» όταν αφήνει τα ΜΜΜ σε αυτή την κατάσταση;
Είναι αλήθεια ότι η οικονομική κρίση της προηγούμενης δεκαετίας διέλυσε σημαντικό μέρος των δημόσιων υποδομών της χώρας. Οι συγκοινωνίες υπέστησαν δραματικές περικοπές, ελλείψεις προσωπικού και εγκατάλειψη δημοσίων επενδύσεων.
Όμως, η σημερινή κατάσταση δεν μπορεί πλέον να αποδίδεται αποκλειστικά στην κρίση. Η χώρα δεν βρίσκεται πια στο 2010, στο 2012 ή στο 2015. Η κυβέρνηση διαφημίζει διαρκώς «ισχυρή ανάπτυξη», «επενδυτική βαθμίδα» και «ισχυρή οικονομία». Παρ’ όλα αυτά, οι πολίτες συνεχίζουν να στοιβάζονται καθημερινά σε λεωφορεία και τρόλεϊ που αργούν, σε σταθμούς που ασφυκτιούν και σε συρμούς μετρό και ηλεκτρικού που δεν επαρκούν ούτε για τις στοιχειώδεις ανάγκες μετακίνησης.
Η αντίφαση είναι προφανής, καθώς, όταν πρόκειται για μεγάλα έργα βιτρίνας ή για φοροελαφρύνσεις προς ισχυρά οικονομικά συμφέροντα φίλα προσκείμενα στη Ν.Δ., τα κονδύλια βρίσκονται άμεσα. Όταν όμως πρόκειται για δημόσιες συγκοινωνίες που εξυπηρετούν εκατομμύρια πολίτες καθημερινά, η κυβέρνηση επικαλείται «χρόνιες παθογένειες», τη «δημοσιονομική σωφροσύνη» και «μεταβατικές περιόδους», ενώ είναι πασιφανές ότι οι δημόσιες συγκοινωνίες αντιμετωπίζονται ως ιδεολογική πολυτέλεια από τη Ν.Δ. . Και εν μέρει, είναι λογικό, καθώς ο πρωθυπουργός, οι υπουργοί και οι βουλευτές της Ν.Δ. δεν μετακινούνται στην καθημερινότητά τους με τα ΜΜΜ. Μετακινούνται με υπουργικά ή βουλευτικά αυτοκίνητα, τα οποία δεν οδηγούν καν οι ίδιοι, και ως εκ τούτου δεν έχουν ιδέα για το τί αντιμετωπίζουν οι απλοί πολίτες στις καθημερινές αστικές μετακινήσεις τους.
Η πραγματική εικόνα των ΜΜΜ αποτυπώνεται ανάγλυφα στις στάσεις λεωφορείων και στις αποβάθρες του μετρό:
-
Εργαζόμενοι περιμένουν πάνω από μισή ώρα για λεωφορείο.
-
Φοιτητές μετακινούνται σε συνθήκες ασφυξίας.
-
Πολίτες αναγκάζονται να χρησιμοποιούν το αυτοκίνητό τους, καθώς οι δημόσιες συγκοινωνίες δεν παρέχουν αξιοπιστία ή συνέπεια.
Αυτή η κατάσταση δεν είναι απλώς θέμα ταλαιπωρίας. Είναι ζήτημα κοινωνικής ανισότητας. Οι πιο ευάλωτες κοινωνικές ομάδες, όπως οι νέοι, οι ηλικιωμένοι, οι χαμηλόμισθοι, είναι εκείνοι που πληρώνουν το μεγαλύτερο κόστος της κρατικής αδιαφορίας. Και ενώ οι ευρωπαϊκές πόλεις επεκτείνουν γραμμές μετρό, ενισχύουν τα δρομολόγια και επενδύουν σε βιώσιμη κινητικότητα, στην Ελλάδα η συζήτηση παραμένει εγκλωβισμένη σε υποσχέσεις και επικοινωνιακές εξαγγελίες. Αυτή η εγκατάλειψη διαιωνίζει την κοινωνική ανισότητα και υπονομεύει κάθε προσπάθεια περιβαλλοντικής προόδου, διατηρώντας την Ελλάδα ουραγό στην ευρωπαϊκή προσπάθεια για βιώσιμες και λειτουργικές πόλεις.
Η συνειδητή πολιτική επιλογή της Νέας Δημοκρατίας στην επιμονή στην προώθηση της ανεξέλεγκτης χρήσης Ι.Χ., στην υποχρηματοδότηση των ΜΜΜ και στην αδιαφορία για ουσιαστική ανανέωση των υποδομών των αστικών συγκοινωνιών σημαίνει:
-
Περισσότερα αυτοκίνητα στους δρόμους,
-
Αυξημένη ρύπανση και θόρυβο,
-
Χειρότερη ποιότητα ζωής,
-
Οικονομική επιβάρυνση για τη συντριπτική πλειονότητα των πολιτών.
Η κυβερνητική αδιαφορία απέναντι στα ΜΜΜ δεν πλήττει μόνο την καθημερινότητα των πολιτών, αλλά και την ισότητα ως προς την πρόσβαση στην πόλη. Διότι, η δυνατότητα ασφαλούς, γρήγορης και αξιοπρεπούς μετακίνησης δεν πρέπει να αποτελεί προνόμιο όσων διαθέτουν αυτοκίνητο ή την οικονομική άνεση να χρησιμοποιούν καθημερινά ταξί.
Συνεπώς, η Ελλάδα χρειάζεται πραγματική στρατηγική αναβάθμισης των αστικών συγκοινωνιών γενικά στα μεγάλα αστικά κέντρα και ειδικότερα σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη. Όχι άλλη επικοινωνιακή διαχείριση.
Ενδεικτικά, η χώρα πρέπει να προχωρήσει άμεσα σε:
-
Μαζικές προσλήψεις οδηγών και τεχνικού προσωπικού,
-
Συχνότερα και αξιόπιστα δρομολόγια,
-
Ουσιαστική ανανέωση στόλου οχημάτων και συρμών,
-
Ολική ανακαίνιση, συντήρηση και αναβάθμιση σταθμών ηλεκτρικού σιδηροδρόμου,
-
Άμεση επέκταση των δικτύων μετρό και επίσπευση του χρόνου ολοκλήρωσης της κατασκευής Γραμμής 4 του μετρό της Αθήνας και της επέκτασης της γραμμής του μετρό προς Καλαμαριά,
-
Προτεραιότητα στα ΜΜΜ έναντι του αυτοκινήτου, μέσω σημαντικών δημοσίων επενδύσεων στις αστικές συγκοινωνίες,
-
Φθηνή και προσβάσιμη αστική μετακίνηση για όλους.
Τέλος, τα ΜΜΜ είναι βασικό στοιχείο κοινωνικής συνοχής, περιβαλλοντικής προστασίας, ποιότητας ζωής, κοινωνικό δικαίωμα και προϋπόθεση για μια βιώσιμη δημοκρατία. Χωρίς ουσιαστική ενίσχυση των δημόσιων συγκοινωνιών, οι πόλεις μας θα συνεχίσουν να πνίγονται στην κίνηση, στη ρύπανση και στην καθημερινή ταλαιπωρία των πολιτών, οι οποίοι και πληρώνουν το τίμημα εγκατάλειψης, ανάμεσα σε καθυστερήσεις, άσχημες συνθήκες μετακίνησης σε απαρχαιωμένα δίκτυα και περιβαλλοντική υποβάθμιση.