Ο λαϊκισμός του πένθους κίνδυνος (опасность) για τη δημοκρατία των συγκινήσεων

Αλέξης Καραγεωργίου 23 Μαϊ 2026

Η πύρινη δημόσια σφαίρα

Η σύγκρουση των Τεμπών υπήρξε ένα φρικιαστικό γεγονός στιγμιαίας πολλαπλότητας: πολλοί θάνατοι ταυτόχρονα, αγαπημένα σώματα μπλεγμένα μεταξύ τους, χρονικές γραμμές πρόωρα διαλυμένες, χαροκαμένες ψυχές καθηλωμένες σε μια τραγική στιγμή που μοιάζει να αρνείται να παρέλθει.

Από την πρώτη στιγμή, το δυστύχημα υπερέβη τη διάσταση ενός «συμβάντος». Η πύρινη σφαίρα της σύγκρουσης μετατράπηκε σε φαντασματικό πυρήνα γύρω από τον οποίο άρχισε να αναδιοργανώνεται το συλλογικό φαντασιακό και οι σημασίες του-, πολιτικές και άλλες..

Τα Τέμπη δεν υπάρχουν πια ως μεμονωμένο γεγονός· εγγράφηκαν αμέσως στη συμβολική τάξη των ελληνικών/εθνικών καυτωμάτων/δυστυχημάτων/καταστροφών —Εξπρές Σάμινα 2000, Marfin 2010, Μάτι 2018, 2017 Μάνδρα— και συνεχίζουν να διαμορφώνονται αναδρομικά από ήδη υπάρχοντα τραύματα, φόβους, θυμούς και πολιτικές μνησικακίες, βλέψεις και συμφέροντα.

Το παρελθόν συγχωνεύεται με το παρόν μέσα σε μια θολού βυθού πολιτική κοινωνιολογία συναισθημάτων, συγκινησιακών φορτίσεων και παθών (affects) .

Η ποιητική του επιταφίου, η εξέγερση του 2008, ο αντιμνημονιακός παροξυσμός του 2012-2015, η κουλτούρα των λαοσυνάξεων και λαϊκών δικαστηρίων και του λυντσαρίσματος των κηρυγμένων χωρίς δίκη «ενόχων» του «εγκλήματος» φαίνεται να επιστρέφει με περιστέρια, καθαρά χέρια καθώς και επισείοντας μια εκδικητική ρομφαία..

Το πένθος εργαλειοποιήθηκε και έγινε το απαραίτητο καύσιμο ηχηρών κινητοποιήσεων μιας νέας διάστασης του Νέου-Λαϊκισμού (δικαστικός, θρησκευτικός, εθνολαϊκός κλπ) που σταδιακά φαίνεται να οδηγεί σε σουρεαλιστικές αλλαγές στο κομματικό τοπίο.

Ο θρίαμβος της ετερογονίας των σκοπών και της πανουργίας του λόγου είναι τέλειος. Η πολιτική τερατογένεση είναι κβαντικής αβεβαιότητας, και υπερσιβηρικού ψύχους και φορτίου.

Η αυτοάνοση δημοκρατία

Στους Rogues (Παρίες κατά το rogue state –κράτος παρίας), ο Γάλλος φιλόσοφος Jacques Derrida (1930-2004) περιγράφει την αυτοάνοση λογική της δημοκρατίας: στην προσπάθειά της να προστατεύσει τον εαυτό της, μπορεί τελικά να στραφεί εναντίον των ίδιων των όρων της ύπαρξής της.

Κάτι αντίστοιχο μοιάζει να ενεργοποιήθηκε και στην ελληνική δημόσια σφαίρα μετά τα Τέμπη. Οι θεσμοί που υποτίθεται ότι θα απορροφούσαν το σοκ — δικαιοσύνη, τεχνική πραγματογνωμοσύνη, κοινοβουλευτικός έλεγχος, δημοσιογραφία — μετατράπηκαν σταδιακά σε πολλαπλασιαστές δυσπιστίας. Κάθε πόρισμα παρήγαγε αντιπόρισμα· κάθε καθυστέρηση εκλαμβανόταν ως απόδειξη συγκάλυψης· κάθε αβεβαιότητα ως ηθική ενοχή.

«Κανένα άλλο δυστύχημα δεν παρήγαγε τόση μαζική συναισθηματική φόρτιση και κινητοποίηση, τόση πολιτικοποίηση και κομματικοποίηση, τόση συνωμοσιολογία, ανορθολογισμό και τρελές «εμπειρογνωμοσύνες», που κυριάρχησαν μάλιστα για ένα διάστημα (λαθραίο ξυλόλιο) στη δημόσια σφαίρα.»

Για πολλούς νέους ανθρώπους και όχι μόνον, το Δυστύχημα των Τεμπών μπορεί να έχει λειτουργήσει έτσι επειδή συμπυκνώνει πολλές ήδη υπάρχουσες δυσπιστίες: «το κράτος δεν λειτουργεί», «κανείς δεν λογοδοτεί», «η ανθρώπινη ζωή έχει μικρή αξία μπροστά στο σύστημα», «όλοι ήξεραν αλλά τίποτα δεν άλλαζε».

Το τραύμα δεν οδηγείται σε θεραπευτική επεξεργασία αλλά εντέχνως σε αδιάκοπη ανακύκλωση. Η δημοκρατία των διαδικασιών μετασχηματίζεται σε δημοκρατία των συγκινήσεων και υπαίθριων ή γυάλινων ετυμηγοριών .

Οι χορογράφοι του οργισμένου πλήθους

Μέσα σε αυτή τη συνθήκη αναδύονται σταδιακά νέες πολιτισμικές φιγούρες: οι χορογράφοι/καθοδηγητές/εμψυχωτές του θυμωμένου, συμπονετικού πλήθους.

Ένας πολυμορφικός στρατηγιστής της συγκίνησης φυτρώνει σε κάθε τομή του κόσμου των ΜΜΕ και μέσων κοινωνικής δικτύωσης με τον κοινωνικό κόσμο που γνωρίζει πώς να διατηρήσει το γεγονός πέρα από τη στιγμή της υλικής του ύπαρξης. Επιμελείται του λιτανικού πένθους και του blame game με επιλεκτικές αφηγήσεις, επιλεκτικές ενοχοποιήσεις, προσεκτικά επεξεργασμένες εικόνες, σωστές λέξεις ώστε η συναισθηματική φωτιά να μη σβήσει ποτέ.

Δεν δημιουργεί ο ίδιος τη θλίψη· της δίνει μορφή, ρυθμό και κατεύθυνση — προς έναν εχθρό, προς μια επικρατούσα πολιτική ασυμμετρία. Και γαία πυρί μειχθήτω.

Η οργή μετατρέπεται έτσι σε πολιτικό κεφάλαιο. Το πένθος αποκτά διαχειριστές, τελετουργίες και ρυθμούς επανενεργοποίησης στην πολιτική ατζέντα .

Η πολιτικοποίηση του πένθους και η μετατροπή του πόνου σε πολιτικό όπλο μετέτρεψε τη συλλογική τραγωδία από αφορμή για κοινωνική συνοχή και αυτοκριτική, σε εργαλείο χειραγώγησης.

Στη σύγχρονη Έλληνική εκλογική δημοκρατία των συγκινήσεων, οι πολιτικές αναλύσεις αντικαθίστανται από τον Νέο- λαϊκισμό, υπονομεύοντας τη δημοκρατική λειτουργία και την κοινωνική σταθερότητα

Η μνησικακία ως ταυτότητα

Εδώ αποκτά ιδιαίτερη σημασία η ανάλυση του Max Scheler (1874-1928) στο βιβλίο του για τον «Μνησίκακο Άνθρωπο.» Η μνησικακία δεν είναι στιγμιαία έκρηξη θυμού αλλά παρατεταμένη συναισθηματική επένδυση πάνω στην πληγή. Το τραύμα αδυνατεί να εκτονωθεί και τελικά μετατρέπεται σε ηθική κοσμοεικόνα.

Το κοινωνικό σώμα δεν ζητά πλέον μόνο εξηγήσεις· αναζητά μια καθολική διαφθορά πίσω από κάθε επιμέρους αποτυχία. Η καχυποψία γίνεται μορφή ταυτότητας.

Παράλληλα, όπως θα έλεγε ο φιλόσοφος και θεωρητικός της κουλτούρας και των «χώρων συνύπαρξης» Peter Sloterdijk (1947+), η κοινωνία λειτουργεί με «τράπεζες θυμού». Η οργή κατατίθεται , επανεπενδύεται και ανακυκλοφορεί πολιτικά.

Υπάρχουν δηλ πολιτικά κινήματα που συλλέγουν, οργανώνουν και κατευθύνουν την κοινωνική οργή.

Τα συλλαλητήρια δεν είναι μόνο χώροι μνήμης αλλά μηχανισμοί διατήρησης της συναισθηματικής θερμοκρασίας του τραύματος και μηχανές αυτόματης ανάληψης αντισυστημικού μένους και συσπειρωτικής δυναμικής.

Το πένθος κινδυνεύει έτσι να γίνει πολιτικά αναγκαίο, επειδή χωρίς τη συνεχή αναζωπύρωσή του η ίδια η κοινότητα διαμαρτυρίας απειλείται με διάλυση.

Ο Νικόλας Σεβαστάκης το περιγράφει αρκετά χαρακτηριστικά γράφοντας ότι «η εκλογική δημοκρατία είναι αδιαχώριστα και δημοκρατία των παθών και των συγκινήσεων».

Η ηθική της μαρτυρίας

Εδώ αναδύεται και το πιο δύσκολο ερώτημα: πώς μιλά κανείς για ένα τέτοιο γεγονός χωρίς να το καθηλώνει σε ένα κλειστό πλαίσιο σημασίας;

Ο αρθρογράφος μέσα στην αρένα των αφηγήσεων βιώνει αυτή τη Derridean δυσκολία της ευθύνης. Αντιλαμβάνεται ότι το γεγονός εργαλειοποιείται, αλλά γνωρίζει επίσης ότι η απόσυρση από τη δημόσια σημασία του θα ισοδυναμούσε με μια δεύτερη σιωπή των νεκρών.

Το πρόβλημα δεν είναι μόνο πολιτικό αλλά βαθιά ηθικό: πώς μπορούμε να μιλήσουμε για το πένθος χωρίς να το εγκλωβίζουμε σε ένα δογματικό πλαίσιο; Πώς αποφεύγουμε να γεμίζουμε τα μπετόνια της οργής ενώ γύρω μας σχηματίζονται κοινωνίες υποδουλωμένες στον φανατισμό;

Πως μπορούμε να περιμένουμε μια δίκαιη δίκη όταν γεννιούνται κόμματα που έχουν ήδη αποφασίσει για το ποιοι είναι οι ένοχοι;

Αυστηρή Δημοκρατία ή εμφύλιος παθών και συναισθημάτων;

Η οργή από μόνη της δεν είναι κίνδυνος. Χωρίς οργή ίσως να μην υπήρχε ποτέ απαίτηση λογοδοσίας. Ο πραγματικός κίνδυνος αρχίζει όταν η δημοκρατία παύει να μπορεί να μετασχηματίζει το πάθος σε κοινό κόσμο αλήθειας υποστηριζόμενο από ισχυρούς πυλώνες διακριτών εξουσιών.

Τότε το πένθος δεν οδηγεί στη δικαιοσύνη αλλά στη διαρκή αναπαραγωγή της δυσπιστίας. Η κοινωνία εισέρχεται σε μια κατάσταση εμφυλίου όπου ανταγωνίζονται όχι επιχειρήματα αλλά τραύματα, όχι αποδείξεις αλλά ηθικές εντάσεις.

Και ίσως εκεί ακριβώς βρίσκεται η βαθύτερη αυτοάνοση απειλή της εποχής μας: όταν οι δημοκρατίες, στην προσπάθειά τους να δικαιώσουν τους νεκρούς τους, κινδυνεύουν να μετατραπούν σε μηχανές αέναης συναισθηματικής ανάφλεξης, όπου η μνησικακία γίνεται μόνιμο ανίερο καύσιμο πολιτικής συνοχής.

Πρέπει όμως να τονισθεί ότι μια κοινωνία που ζητά δικαιοσύνη μετά από μια τραγωδία, δεν σημαίνει αυτομάτως ότι λειτουργεί με μνησικακία.

Επιπλέον, όταν η πολιτική οργανώνεται σχεδόν αποκλειστικά γύρω από την καταγγελία, την ηθική καθαρότητα και την αδυναμία συγχώρησης ή θεσμικής επεξεργασίας, τότε αρκετοί θεωρητικοί χρησιμοποιούν νιτσεϊκά εργαλεία ανάλυσης .δηλ. η μνησικακία περιγράφεται και ερμηνεύεται ως συναίσθημα των αδυνάμων. Η μνησίκακη διάθεση, να συγκροτείται μεν υπό το πρίσμα μιας ομαδικής ανημπόριας, στο πλαίσιο δε μιας ψυχικής υποβολής.(Αγγελική Γαζή : Νίκος Δεμερτξής-Θάνος Λίποβατς, Φθόνος και Μνηοικακία Πόλις. 2006)

Συμπέρασμα: Ο Λαϊκισμός του πένθους στη «Δημοκρατία των Συγκινήσεων»

Κυριαρχία του θυμικού: Η πολιτική αντιπαράθεση δεν βασίζεται σε προγράμματα, στατιστικά ή βέλτιστα επιχειρήματα. Κυριαρχούν οι εικόνες, τα συνθήματα και η πρόκληση έντονων συναισθημάτων (οργή, απόγνωση), με αποτέλεσμα να περιθωριοποιείται η τεκμηριωμένη γνώση και να επικρατούν οι κομπογιαννίτες των παραθύρων.

Απλοποίηση προβλημάτων: Οι λαϊκιστικές αφηγήσεις και ρητορείες προσφέρουν «εύκολους ενόχους» και μαγικές λύσεις, καλλιεργώντας τη λογική του «εμείς ενάντια στους διεφθαρμένους», γεγονός που πολώνει την κοινωνία

Υπονόμευση των θεσμών: Η απαξίωση των διαδικασιών, της δικαιοσύνης και των δημοκρατικών εγγυήσεων οδηγεί τους πολίτες σε απογοήτευση, στρώνοντας το έδαφος για ακραίες φωνές.

Αδυναμία χάραξης πολιτικής: Όταν η πολιτική άγεται και φέρεται από τα συναισθήματα της στιγμής, είναι αδύνατο να σχεδιαστούν μακροπρόθεσμες μεταρρυθμίσεις που απαιτούν ψυχραιμία και συναίνεση.


 

Η υγεία μιας δημοκρατίας προϋποθέτει τον σεβασμό στο συλλογικό τραύμα, αλλά απαιτεί οι αποφάσεις να λαμβάνονται με βάση τον θεσμικό ορθολογισμό, μακριά από τον φορτισμένο συναισθηματικό χειρισμό και τις απλουστεύσεις ενός περιστερεώνα σωτήρων..