Rebate και clawback: Τι είναι και πώς λειτουργούν σε βάρος των πολιτών

Ιάσων Κωσταρόπουλος 22 Μαϊ 2026

Πριν από λίγο καιρό βρέθηκα στο εργαστήριο μιας μικροβιολόγου στο Κιλκίς για εξετάσεις αίματος. Το παραπεμπτικό που κρατούσα ανέφερε το ποσό που θα πλήρωνα εγώ. Όταν ήρθε η ώρα της πληρωμής, η μικροβιολόγος – αξιαγάπητη φίλη και υπέροχος άνθρωπος – μου ζήτησε μεγαλύτερο ποσό από το αναγραφόμενο και μου εξήγησε ότι αυτό οφείλεται σε δύο παράγοντες: το rebate και το clawback. Φύσει περίεργος όπως είμαι, αποφάσισα να το ψάξω λίγο και να μάθω περισσότερα για αυτούς τους όρους που πρώτη φορά τους άκουγα.

Τι είναι και τι σημαίνουν αυτοί οι δύο ξενόφερτοι όροι; Φυσικά, δεν είναι τυχαίο που χρησιμοποιούνται ξενικοί όροι και όχι ελληνικοί. Ο λόγος είναι να μην καταλαβαίνει ο περισσότερος κόσμος την έννοιά τους.

Ας τους αναλύσουμε λοιπόν. To rebate (ελληνιστί: υποχρεωτική έκπτωση) είναι μία έκπτωση που επιβάλλεται με το ζόρι από τον ΕΟΠΥΥ επί της τιμής μιας εξέτασης που παρέχουν οι πάροχοι υγείας (κλινικές, διαγνωστικά κέντρα, μικροβιολογικά εργαστήρια, μονάδες αιμοκάθαρσης κτλ.). Κοινώς μιλάμε για ένα είδος νταβατζηλίκι – συγχωρείστε μου την έκφραση. Το rebate καθορίζεται βάσει ενός κλιμακούμενου ποσοστού επί του συνολικού τζίρου του παρόχου υγείας και όχι επί του καθαρού κέρδους. Μάλιστα, η έκπτωση υπολογίζεται με βάση την αξία κάθε εξέτασης που έχει καθοριστεί από τον ΕΟΠΥΥ και η οποία έχει ήδη πιεστεί προς τα κάτω. Πιο συγκεκριμένα, οι τιμές των εργαστηριακών εξετάσεων είχαν καθοριστεί με ΦΕΚ το 1991, και ενώ από τότε το κόστος τους έχει αυξηθεί, ο ΕΟΠΥΥ έχει πιέσει την κοστολογούμενη τιμή, άρα και την αποζημίωση που υποχρεούται να πληρώσει, προς τα κάτω. Η μείωση αυτή ανέρχεται μεσοσταθμικά στο 30%-50% από το 2012.

Ας δούμε τι είναι το clawback (ελληνιστί: αυτόματη επιστροφή). Ο όρος αυτός αναφέρεται σε ένα ποσό που πρέπει να επιστραφεί από τον πάροχο στον ΕΟΠΥΥ όταν ο πάροχος έχει ξεπεράσει μια προϋπολογισμένη δαπάνη υγείας. Αυτή η δαπάνη υπολογίζεται ανά μήνα και αντίστοιχα πρέπει να καταβάλλεται το ποσό του clawback στον ΕΟΠΥΥ. Και το ποσό του clawback, όπως και το ποσό του rebate, υπολογίζεται επί του συνολικού τζίρου και όχι επί του καθαρού κέρδους. Το clawback προέρχεται από τον κλάδο των χρηματοοικονομικών και περιλαμβάνεται ως όρος στα συμβόλαια εργαζομένων σε χρηματιστηριακές εταιρείες, δηλαδή, στις εταιρείες που ίσως αποτελούν την πιο αήθη μορφή του σύγχρονου καπιταλισμού - φούσκα. Τα πράγματα γίνονται ακόμα χειρότερα στον τομέα υγείας δεδομένου ότι εφαρμόζεται η προκαταβολή του clawback. Το όλο πράγμα γίνεται δύο φορές χειρότερο για τον εξής λόγο: όπως προείπαμε, το clawback είναι ένα ποσό που αφορά έξοδα που έχουν ξεπεράσει τη μηνιαία προϋπολογισμένη δαπάνη υγείας που έχει τεθεί από τον ΕΟΠΥΥ αυθαίρετα. Όμως, ο πάροχος δεν ενημερώνεται ουδέποτε σχετικά με το πότε ξεπερνά αυτή τη δαπάνη. Οπότε τι συμβαίνει; Θα έρθει κάποια στιγμή μέσα στο μήνα όπου θα εμφανιστεί στον πάροχο, π.χ. σε ένα μικροβιολογικό εργαστήριο, ένας ασθενής για την πραγματοποίηση μιας εξέτασης αίματος. Αλλά με τα έξοδα για τη συγκεκριμένη εξέταση, ξεπερνάται η μηνιαία προϋπολογισμένη δαπάνη. Με άλλα λόγια, τα έξοδα του εργαστηρίου για το συγκεκριμένο ασθενή (και για όλους τους άλλους μετά από αυτόν στον ίδιο μήνα) θα βαρύνουν αποκλειστικά και μόνο τον ιδιώτη πάροχο και όχι τον ΕΟΠΥΥ, δηλαδή το κράτος. Για να το θέσω αλλιώς, από τον ασθενή αυτόν και έπειτα, ο ιδιώτης πάροχος λειτουργεί ως ευεργέτης του κράτους αφού φέρει εις πέρας μια ιατρική πράξη χωρίς να χρεώνεται ο ΕΟΠΥΥ. Για να γίνει κατανοητό, ο προϋπολογισμός του ΕΟΠΥΥ για διαγνωστικές εξετάσεις το 2023 ανερχόταν στο ποσό των 482 εκατομμυρίων ευρώ, αλλά οι εξετάσεις που διενεργήθηκαν έφτασαν στο ποσό των 700 εκατομμυρίων. Τα διαγνωστικά κέντρα και τα μικροβιολογικά εργαστήρια επομένως έβαλαν από την τσέπη τους 218 εκατομμύρια.

Το αποτέλεσμα είναι να έχουν χρεωθεί μέχρι στιγμής πολλά χιλιάδες ευρώ οι πάροχοι υγείας, ιδιαίτερα τα μικροβιολογικά εργαστήρια, με αφορμή τα οποία μπήκα στον κόπο να γράψω το συγκεκριμένο άρθρο. Τα χρέη είναι το άθροισμα του clawback το οποίο βαρύνει τα εργαστήρια και το ποσό που αντιστοιχεί στο rebate. Και κάποιος που δεν γνωρίζει θα μπορούσε να πει ότι τα εργαστήρια μπορούν να γλυτώσουν ένα μέρος του χρέους, αυτό του clawback. Πώς; Μα πολύ απλά, δεν θα δέχονται τους ασθενείς με τους οποίους ξεπερνάται το ποσό της μηνιαίας δαπάνης που επιτρέπει ο ΕΟΠΥΥ. Η απάντηση είναι ότι αυτό δεν είναι δυνατόν. Γιατί; Για δύο λόγους. Ο πρώτος έχει αναφερθεί ήδη: το μικροβιολογικό εργαστήριο δεν ενημερώνεται για το πότε έχει ξεπεραστεί αυτό το όριο. Ο δεύτερος λόγος είναι η σύμβαση που έχουν υπογράψει με τον ΕΟΠΥΥ, η οποία υποχρεώνει τους μικροβιολόγους να δέχονται υποχρεωτικά όλα τα παραπεμπτικά, δηλαδή να δέχονται, ανεξαιρέτως, όλους τους ασθενείς που προσέρχονται στο εργαστήριο. Εδώ, βέβαια, θα επιχειρηματολογήσει πάλι αυτός που δεν γνωρίζει και θα πει ότι αν δεν τους αρέσει η παρούσα κατάσταση μπορούν να μην ανανεώσουν τις συμβάσεις τους με τον ΕΟΠΥΥ και να αποχωρήσουν. Το Υπουργείο Υγείας, όμως, το έχει σκεφτεί αυτό και έχει λάβει τα μέτρα του. Συγκεκριμένα, αν ένας μικροβιολόγος αποφασίσει να αποχωρήσει από τη σύμβαση ή να μην την ανανεώσει, τότε το χρέος που έχει συσσωρευτεί γίνεται αυτόματα απαιτητό από το Δημόσιο. Απαιτητό χρέος από το Δημόσιο σημαίνει ότι ο εν λόγω μικροβιολόγος δεν θα λάβει σύνταξη αν δεν το αποπληρώσει. Αν μάλιστα πεθάνει, το χρέος κληροδοτείται και βαρύνει τους κληρονόμους. Αναφέρω ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα που το κοινοποίησε το 2025 ο Ιατρικός Σύλλογος Αθηνών: ένα μικροβιολόγος, σε ηλικία 93 ετών, ενώ νοσηλευόταν σε Μονάδα Εντατικής Θεραπείας δέχτηκε καταλογισμό του ποσού clawback για τα έτη 2013-2015 παρόλο που είχε κλείσει το εργαστήριό του από το 2016. Μετά από λίγες μέρες απεβίωσε. Το ποσό που χρωστούσε – που ήταν, όπως καταλάβατε, αναδρομικό – ήταν τόσο μεγάλο που οι κληρονόμοι του αποφάσισαν να αποποιηθούν την κληρονομιά αφού δεν μπορούσαν να το αποπληρώσουν. Όπως αναφέρουν οι ίδιοι οι μικροβιολόγοι, «δεν τους επιτρέπεται ούτε να πεθάνουν».

Τόσο το rebate όσο και το clawback είναι μνημονιακές υποχρεώσεις της Ελλάδας και θεσπίστηκαν το 2013 (νόμος 4172/2013). Αρχικά προβλεπόταν να ισχύσουν μέχρι το 2015, αλλά καταχρηστικά συνεχίζουν να ισχύουν. Και ρωτώ το εξής: αφού έχουμε εξέλθει από τα μνημόνια (μάλιστα η έξοδος έχει συνοδευτεί από τυμπανοκρουσίες) γιατί συνεχίζονται τα δύο αυτά μέτρα; Από τη στιγμή, μάλιστα, που η ίδια η ηγεσία του Υπουργείου Υγείας έχει παραδεχτεί ότι είναι άδικα μέτρα, ιδιαίτερα το clawback. Και το άκρως παλαβό αλλά απολύτως ελληνικό ξέρετε ποιο είναι; Ότι τα ποσά που προεισπράττει, παρακρατά και χρεώνει ο ΕΟΠΥΥ, και τα οποία αναγκάζονται να πληρώσουν οι εργαστηριακοί γιατροί, είναι άγνωστο με ποιον μαθηματικό τύπο υπολογίζονται όπως αναφέρει ο Σύνδεσμος Εργαστηριακών Ιατρών «Συνεργασία».

Οι συνέπειες των παραπάνω είναι βαρύτατες για την οικονομία αλλά και για τους πολίτες, ιδιαίτερα για τους ασθενείς, που είναι και αυτοί που έχουν μεγαλύτερη ανάγκη τις υπηρεσίες υγείας. Πρώτα από όλα, πολλά εργαστήρια, διαγνωστικά κέντρα και φυσικοθεραπευτήρια αναγκάζονται να κλείσουν καθώς λειτουργούν σε καθεστώς οικονομικής ασφυξίας και εντέλει χρεοκοπούν. Για παράδειγμα, μόνο εξαιτίας του clawback, υπολογίζεται ότι οι εργαστηριακοί γιατροί αναγκάζονται να επιστρέψουν το 70%-80% του εισοδήματός τους. Ιδιαίτερα το κλείσιμο εργαστηρίων σε επαρχιακές, απομακρυσμένες περιοχές περιορίζει την πρόσβαση του πληθυσμού σε διαγνωστικό έλεγχο με αποτέλεσμα την αυξημένη νοσηρότητα ή και θνησιμότητα, οι οποίες αμφότερες θα μπορούσαν να είχαν αποφευχθεί ή περιοριστεί. Επίσης, δημιουργείται ένα μεγάλο κύμα ιατρών που μεταναστεύουν στο εξωτερικό, αφού δεν μπορούν ούτε να βγάλουν τα προς το ζην στη χώρα τους. Όλα αυτά, με μαθηματική ακρίβεια, θα οδηγήσουν στην αντικατάσταση των μικροβιολογικών εργαστηρίων και διαγνωστικών κέντρων από κερδοσκοπικά funds του εξωτερικού, κάτι που θα έχει καταστρεπτικές συνέπειες στην υγεία των πολιτών αλλά και στην οικονομία της χώρας, σύμφωνα με την Ελληνική Μικροβιολογική Εταιρεία. Επειδή τα ασφυκτικά μέτρα εφαρμόζονται και σε φαρμακευτικές εταιρείες, υπάρχει μεγάλη πιθανότητα οι εταιρείες αυτές να αποσύρουν φάρμακα από την ελληνική αγορά, με κίνδυνο πολλοί ασθενείς να στερηθούν φάρμακα που τα έχουν απόλυτη ανάγκη. Ακόμη έχουν προκαλέσει άνοδο της ανεργίας αφού πολλά εργαστήρια έχουν αναγκαστεί να απολύσουν προσωπικό προκειμένου να μειώσουν τα έξοδα. Επιπλέον, πολλά εργαστήρια αδυνατούν να αποπληρώσουν τους προμηθευτές τους με αποτέλεσμα να πλήττονται και άλλοι εργαζόμενοι που ασχολούνται γύρω από τον εργαστηριακό ιατρικό τομέα, π.χ. τεχνικοί, κατασκευαστές κτλ. Φυσικά, σε όλες τις παραπάνω δυσμενέστατες συνέπειες πρέπει να προσθέσουμε και το ότι οι ασθενείς αναγκάζονται να πληρώσουν περισσότερα για τις εξετάσεις τους. Το ερώτημα, λοιπόν, τίθεται αμείλικτο: πότε θα καταργηθούν αυτά τα δύο άδικα και καταστροφικά για τους πολίτες μέτρα; Ήρεμα ρωτώ.

Πηγές