Η προσέγγιση και ανάλυση της ιστορικής διαδρομής του ανθρώπου σε σχέση με τις επιπτώσεις της στην βιωσιμότητα στην προοπτική του χρόνου δείχνουν, ότι ο πολιτικός σχεδιασμός της πορείας και η πραγμάτωση του στα διάφορα πεδία κοινωνικής δραστηριοποίησης (π.χ. τεχνολογία, οικονομία, εργασία κ.λ.π.) δεν διαμορφώνουν συνθήκες χωρίς επικίνδυνες παρενέργειες. Η δυναμική της εξέλιξης δεν ελέγχεται ως προς την ασφάλεια όχι μόνο της ανθρώπινης ζωής αλλά γενικότερα και των φυσικών ισορροπιών στον πλανήτη.
Οι άνθρωποι καταναλώνουν, για παράδειγμα, περισσότερα από αυτά, που μπορεί να παράγει η γη, ενώ τα απόβλητα δεν μπορούν να απορροφηθούν (π.χ. πλαστικά), οπότε διαμορφώνονται επικίνδυνες οικολογικές ανισορροπίες.
Ο Olaf Brandt, επικεφαλής της γερμανικής Μη Κυβερνητικής Οργάνωσης Bund für Umwelt und Naturschutz Deutschland (BUND) το αποτυπώνει πολύ χαρακτηριστικά. «Ο σύγχρονος τρόπος ζωής και οικονομικής δραστηριοποίησης δεν διαμορφώνει βιώσιμες συνθήκες στο μέλλον» και «Αντί να αξιοποιούμε τις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας (ΑΠΕ) δίδουμε προτεραιότητα στα κάρβουνα, στο πετρέλαιο και στο φυσικό αέριο».
Σε ανάλογο «μήκος κύματος» κινείται και η «Έκθεση για το Κλίμα το 2025» της υπηρεσίας Copernicus, στην οποία επισημαίνεται, ότι στο 95% των περιοχών της Ευρωπαϊκής Ηπείρου ο μέσος όρος της θερμοκρασίας ήταν υπερβολικά υψηλός. Επίσης στο 96% της Ευρώπης η θαλάσσια επιφάνεια ήταν η πιο ζεστή το 2025. Οι δε Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας κάλυψαν μόνο το 46% των ευρωπαϊκών αναγκών σε ηλεκτρική ενέργεια, ενώ η πράσινη μετάβαση είναι πολύ αργή.
Παράλληλα η επιφάνεια της θάλασσας στην Βενετία ακολουθεί ανοδική πορεία. Στο ξεκίνημα του 2026 είναι 30 εκατοστά πιο ψηλά σε σύγκριση με 150 χρόνια πριν. Στο επιστημονικό περιοδικό Scientific Reports ο Piero Lionelo από το πανεπιστήμιο Salento προειδοποιεί, ότι «Για ένα χρονικό διάστημα ακόμη μπορούμε να προστατεύσουμε την Βενετία, δηλαδή περίπου δυο 10ετίες ή και λίγο ακόμη, όχι όμως για χρονικό διάστημα χωρίς όρια».
Γενικότερα στην Ευρώπη καταγράφονται επικίνδυνες ανισορροπίες λόγω της ανθρωπογενούς θερμοκρασιακής ανόδου στο πλαίσιο της κλιματικής αλλαγής και των επιπτώσεων της. Η Γενική Γραμματέας του Παγκόσμιου Μετεωρολογικού Οργανισμού (World Meteorological Organization, WMO) Celeste Saulo τονίζει, ότι οι καύσωνες θα είναι συχνότεροι και πιο έντονοι, με αποτέλεσμα την αύξηση των δασικών πυρκαγιών. Το 2025 οι εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα εξαιτίας των δασικών πυρκαγιών έκαναν ρεκόρ. Επίσης οι παγετώνες σε όλη την Ευρώπη συρρικνώθηκαν, με την πιο άσχημη εικόνα να καταγράφεται στην Ισλανδία.
Ταυτόχρονα το ένα τρίτο (1/3) του παγκόσμιου πληθυσμού κατοικεί σε περιοχές παραθαλάσσιες, όπου η στάθμη της θάλασσας ανυψώνεται, ενώ τα υπόγεια ύδατα βυθίζονται πιο βαθιά. Έρευνα δείχνει, ότι σε παράκτιες περιοχές (Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής, Κεντρική Αμερική, Μεσόγειο, Ινδία, Νότια Αμερική και Αυστραλία) τα υπόγεια ύδατα μειώνονται, με πολύ αρνητικές επιπτώσεις ως προς την κάλυψη των αναγκών σε πολλούς τομείς.
Σύμφωνα δε με τον Οργανισμό Ηνωμένων Εθνών περισσότεροι από 2 δισεκατομμύρια άνθρωποι δεν έχουν πρόσβαση σε πόσιμο νερό. Αιτίες είναι η γεωγραφική κατανομή του πόσιμου νερού (χαμηλό επίπεδο στην Αφρική, στην Λατινική Αμερική και στην Ασία) και οι συνθήκες στο γεωπολιτικό πεδίο, στο πλαίσιο του οποίου οι ισχυρές οικονομικά και γεωπολιτικά χώρες επιβάλλουν ανάλογες ισορροπίες. Περισσότερο πλήττονται οι γυναίκες και τα κορίτσια. Η κλιματική αλλαγή, που προκαλεί η ανθρώπινη δραστηριοποίηση στους διάφορους τομείς, ενισχύει την κρίση επάρκειας του πόσιμου νερού ακόμη περισσότερο.
Είναι εμφανές, ότι η διαχείριση των φυσικών πόρων δεν είναι λειτουργική και δεν δημιουργεί βιώσιμες συνθήκες στην προοπτική του χρόνου. Σε αυτή την πορεία συμβάλλουν όλα τα κοινωνικά συστήματα, διότι δεν διαπνέονται ούτε από μακροπρόθεσμη οπτική ούτε από ολιστική, ώστε να συνυπολογίζουν τις αρνητικές παρενέργειες μεταξύ τους.
Η πολιτική διαχείριση των φυσικών πόρων όμως έχει ιδιαίτερο βάρος και πιο μεγάλων διαστάσεων επιπτώσεις, διότι οι πολιτικές αποφάσεις δεσμεύουν την πορεία προς το μέλλον, ενώ παράλληλα οριοθετούν την λειτουργία των διαφόρων κοινωνικών συστημάτων (π.χ. οικονομικό, υγείας κ.λ.π.) με σημείο αναφοράς, υποτίθεται, το κοινωνικό και το ανθρώπινο συμφέρον. Η πραγματικότητα βέβαια δείχνει, ότι προωθούνται το συστημικό συμφέρον (λειτουργικότητα και οικονομική απόδοση του συστήματος) και το ατομικό (μονοδιάστατος υλικός ευδαιμονισμός στο ατομικό επίπεδο).
Για να αποκτήσει λειτουργικότητα και βιωσιμότητα η πολιτική διαχείριση των φυσικών πόρων πρέπει να γίνουν ριζικές αλλαγές με στόχο την ενεργοποίηση διαφορετικής οπτικής, η οποία δεν παράγει επικίνδυνες ανισορροπίες και εγγυάται ένα βιώσιμο μέλλον, το οποίο δεν εξαντλείται στα όρια του βιολογικού χρόνου.
Συγκεκριμένα πρέπει να λαμβάνονται αποφάσεις σε λειτουργικό χρόνο και όχι ανάλογα με πολιτικές, οικονομικές ή εκλογικές σκοπιμότητες, όπως συνήθως γίνεται, με αποτέλεσμα να μην ελέγχεται η δυναμική της εξέλιξης ως προς τις παρενέργειες, που δρομολογούνται.
Αυτό βέβαια σημαίνει, ότι είναι ζωτικής σημασίας ανάγκη να είναι μακροπρόθεσμος ο σχεδιασμός, να υπερβαίνει τον χρόνο των θητειών διακυβέρνησης και να καλύπτει επαρκώς τον απαραίτητο για την βιωσιμότητα χρόνο. Προϋπόθεση για την οικοδόμηση αυτής της οπτικής στο πολιτικό σύστημα είναι ο διαρκής διάλογος μεταξύ των κομμάτων, ο οποίος δεν εξαντλείται στην ηθικολογία και τις γενικόλογες επαγγελίες για την υλική ευημερία χωρίς χρονοδιάγραμμα, αλλά αναλύει την πραγματικότητα με την συνδρομή και της επιστημονικής κοινότητας και τις προοπτικές, που υπάρχουν ανάλογα με την οπτική του κάθε κόμματος και συμβάλλει στην ουσιαστική ενημέρωση των πολιτών.
Με αυτό τον τρόπο διευκολύνεται και η ανάληψη της ευθύνης από την κοινωνία πολιτών τόσο για την ενημέρωση των πολιτών και την ανάδειξη του κοινωνικού και του ανθρώπινου συμφέροντος όσο και για την ενεργοποίηση τους στο πλαίσιο κοινωνικών κινημάτων και την διαμόρφωση άποψης για την πορεία προς το μέλλον, η οποία στηρίζεται στην ορθολογική ανάλυση των πολιτικών προτάσεων για την κατεύθυνση της εξέλιξης. Με αυτά τα δεδομένα είναι εφικτή η αποκατάσταση λειτουργικής ισορροπίας μεταξύ του κοινωνικού και του ανθρώπινου συμφέροντος με το συστημικό (λειτουργικότητα και οικονομική απόδοση των κοινωνικών συστημάτων) και το ατομικό.
Βέβαια στην σύγχρονη εποχή της παγκοσμιοποίησης η πολιτική διαχείριση των φυσικών πόρων πρέπει να στηρίζεται σε ανάλογο σχεδιασμό, διότι υπάρχει μεγάλη αλληλεξάρτηση μεταξύ των κρατών. Για αυτό επιβάλλεται η ανάληψη της παγκόσμιας ευθύνης από το πολιτικό σύστημα του κάθε κράτους, δηλαδή το αντίθετο από αυτό, που γίνεται τώρα στο γεωπολιτικό πεδίο από τις ισχυρές οικονομικά και πολιτικά χώρες (π.χ. Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής, Ρωσία, Κίνα, αλλά και τους ισχυρούς περιφερειακούς γεωπολιτικούς παίκτες), οι οποίες κυρίως προωθούν το λεγόμενο εθνικό συμφέρον, ακόμη και αν με αυτό τον τρόπο παράγονται μεγάλες ανισότητες μεταξύ των κοινωνιών.
Μπορεί αυτός ο επαναπροσανατολισμός στο χώρο της πολιτικής να γίνει σε λειτουργικό χρόνο, ώστε να διασφαλίζεται η βιώσιμη διαχείριση των φυσικών πόρων; Πολύ δύσκολη η «εξίσωση», διότι ακόμη δεν έχει συνειδητοποιηθεί από τα κόμματα, ότι η βιωσιμότητα της διαχείρισης των φυσικών πόρων δεν έχει κομματική ούτε εθνική αλλά υπαρξιακή διάσταση για την ανθρώπινη οντότητα και τα οικοσυστήματα.