Οι Γκρίζες & Κόκκινες ζώνες και η αναγκαία στρατηγική

Θανάσης Γεωργακόπουλος 20 Απρ 2018

Η αιφνιδιαστική προκήρυξη πρόωρων εκλογών από τον Ταγίπ Ερντογάν κάλυψε, σε μεγάλο βαθμό, μια σημαντική και, περίπου, ταυτόχρονη εξέλιξη στα ελληνοτουρκικά, η οποία περιλαμβανόταν στην τουρκική απάντηση στην πρόσφατη έκθεση της Κομισιόν.

Είναι, λοιπόν, αναγκαίο να εστιάσουμε εκ νέου σ’ αυτήν.

Εδώ και καιρό ήταν σαφές πως η Άγκυρα είχε αναβαθμίσει την πολιτική των «γκρίζων ζωνών». Όμως, με την υποτιθέμενη και κατά δήλωσή της, αφαίρεση ελληνικής σημαίας από βραχονησίδα που βρίσκεται –ούτε λίγο ούτε πολύ- 23 ν.μ. μακριά από τις ακτές της και, κυρίως, με την απάντηση στην έκθεση της Ε.Ε. όπου αναφέρει πως «οι βράχοι των Ιμίων, τα χωρικά τους ύδατα και ο εναέριος χώρος τους είναι αποκλειστικά υπό την τουρκική κυριαρχία»,  η “αναβάθμιση” προσέλαβε, πλέον, τον πιο επίσημο χαρακτήρα, καθώς η Τουρκία μετέτρεψε τις -κατ’ αυτήν- “γκρίζες ζώνες” σε “κόκκινες” (με δεδομένο το χρώμα της σημαίας της).

Είναι προφανές πως αυτή η νέα τουρκική πολιτική δεν είναι δυνατό να αντιμετωπίζεται από την ελληνική πλευρά αποκλειστικά με τις business as usual απαντήσεις-αναφορές περί Διεθνούς Δικαίου και διεθνών συνθηκών.

Την ερχόμενη περίοδο και έως τις τουρκικές εκλογές δεν είναι, βέβαια,  εύκολο να υπάρξουν οι όποιες αναγκαίες προσαρμογές της ελληνική στρατηγικής. Ας αρκεστούμε στην όσο ποτέ απαραίτητη επίδειξη νηφαλιότητας, και ψυχραιμίας, ελπίζοντας πως έτσι θ’ αποφευχθούν τα χειρότερα που κάθε άλλο από δύσκολο είναι να υπάρξουν μεσούσης της προεκλογικής περιόδου.

Από κει και πέρα, όμως, μετά τις τουρκικές εκλογές ο αναστοχασμός περί της εθνικής στρατηγικής πρέπει να καταλήξει σε συγκεκριμένα αποτελέσματα.

Κι ο αναστοχασμός πρέπει να ξεκινήσει από τη μοναδική συνεκτική στρατηγική που είχε η χώρα τις τελευταίες δεκαετίες για τις ελληνοτουρκικές σχέσεις και ήταν η στρατηγική του Ελσίνκι. Η συμφωνία μας, δηλαδή,  στο άνοιγμα της ενταξιακής στην Ε.Ε. διαπραγμάτευσης με την Τουρκία, η οποία θα τελεσφορούσε υπό τον όρο και της επίλυσης των ελληνοτουρκικών διαφορών είτε μέσω διμερούς διαλόγου είτε μέσω της παραπομπής των διμερών προβλημάτων και των όποιων “συνοριακών διαφορών” στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης.

Η στρατηγική αυτή προφανώς και προσέκρουσε στις αλλαγές που υπήρξαν στο ενδιάμεσο τόσο στις ευρωπαϊκές όσο -εν πολλοίς- και στις τουρκικές διαθέσεις σχετικά με την προοπτική της τουρκικής ένταξης.

Δεν προσέκρουσε, όμως, μόνο σ’ αυτό αλλά προηγουμένως και όσον μας αφορά ήταν “θύμα” και της «καραμανλικής ραστώνης». Η ραστώνη αυτή οφειλόταν, σε μεγάλο βαθμό, στη «στρατηγική της ακινησίας» του κ. Μολυβιάτη.

Σύμφωνα με αυτήν, εφόσον τα δεδομένα δε διασφάλιζαν τη δικαίωσή μας κατά 100% από το Διεθνές Δικαστήριο, έπρεπε να ροκανίσουμε το χρόνο αποφεύγοντας τυχόν προσφυγή. Και βλέπουμε…..

Εκείνο, όμως, που πλέον βλέπουμε είναι πως η Τουρκία κάνει τις γκρίζες ζώνες κόκκινες. Και τώρα πια η «ακινησία» χάνει το οποιοδήποτε νόημα (αν είχε ποτέ), καθώς δουλεύει για την απέναντι πλευρά. Απέναντι σε συνεχείς επιθετικές δηλώσεις (αλλά και ενέργειες) αμφισβήτησης κυριαρχίας, ο απλός κατευνασμός δεν αρκεί. Μπορεί να θεωρηθεί και υποχωρητικότητα με ότι αυτό μππορεί να σημαίνει.

Εφόσον δεν επιλέγουμε την ένοπλη αντιπαράθεση για την απόκρουση της ευθείας, πλέον, αμφισβήτησης, η μόνη λύση είναι να επιστρέψουμε στο Ελσίνκι. Όσο, βέβαια, η ενταξιακή προοπτική της Τουρκίας παραμένει παγωμένη η επιστροφή δεν μπορεί να είναι ολοκληρωτική. Τα μετεκλογικά δεδομένα στην Τουρκία θα κρίνουν πως (και αν) μπορεί να “χρησιμοποιηθεί” από την ελληνική πολιτική η όποια ευρωπαϊκή προοπτική της.

Μπορούμε, όμως, προς το παρόν να κρατήσουμε από τη στρατηγική του Ελσίνκι την παραπομπή των διμερών διαφορών στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης. Η συνεχής επίκληση από μέρους μας του Διεθνούς Δικαίου δεν μπορεί να παραμένει εσαεί ένα επαναλαμβανόμενο ρητορικό σχήμα. Ας γειωθεί με την επίκληση της προσφυγής στο αρμόδιο για την επιβολή του όργανο.

Κι επειδή υπάρχουν πάντα οι μεμψίμοιροι που θα σταθούν στις “τεχνικές” κ.ά. δυσκολίες, το κύριο είναι να αποφασισθεί η πολιτική κατεύθυνση. Τις νομικές πτυχές και λεπτομέρειες θα τις επεξεργασθούν οι ειδικοί και διαθέτουμε αρκετούς. Άλλωστε, οι μεμψίμοιροι πρέπει να πουν αν έχουν κάποια άλλη εναλλακτική.

Ας θυμηθούμε πως ο αείμνηστος Κωστής Στεφανόπουλος είχε διατυπώσει το 2005 την πρόταση να προσφύγει η Ελλάδα στη διεθνή δικαιοσύνη για όλα: Από τις γκρίζες ζώνες μέχρι την οριοθέτηση των θαλάσσιων ζωνών, για τα πάντα, προκειμένου να έχουμε μία συνολική δικαστική επίλυση του καταλόγου των ελληνοτουρκικών θεμάτων.

Ας επιστρέψουμε, λοιπόν, σ’ αυτή την πρόταση (υποσύνολο της στρατηγικής του Ελσίνκι) κι ας αναμένουμε τα νέα (μετεκλογικά) δεδομένα σχετικά με τις ευρωτουρκικές σχέσεις ώστε να την αναπλαισιώσουμε με τον πιο κατάλληλο τρόπο.

Υ.Γ. Η «προτεινόμενη» στρατηγική προφανώς δεν αρκεί από μόνη της και πρέπει να συνοδεύεται από σειρά παράπλευρων πολιτικών. Πρωτίστως την υπέρβαση της ελληνικής καχεξίας και τη σταθερή ανάκαμψη της οικονομίας κι έπειτα την επίλυση των ανοιχτών προβλημάτων με άλλες βαλκανικές χώρες, την αναβάθμιση της συμμετοχής μας στην Ε.Ε., την περαιτέρω προαγωγή των ελληνοαμερικανικών σχέσεων, την «εξυπνη» καλυτέρευση των αποτρεπτικών στρατιωτικών ικανοτήτων μας.