Τόπο στους νέους διανοούμενους

Μυρσίνη Ζορμπά 05 Φεβ 2013

Στο γενικό σκηνικό της χώρας, οι πολιτικές και οικονομικές ελίτ εμφανίζονται κουρασμένες και αδρανείς, σε μια στιγμή που απαιτεί αποφασιστικότητα, πειθώ, σχέδιο και δράση. Ως τώρα, όχι μόνο οδήγησαν την ελληνική κοινωνία στην καταστροφή αλλά ενήργησαν με ασυγχώρητη άγνοια των διακυβευμάτων και των κανόνων του ευρύτερου περιβάλλοντος. Επιπλέον, επιλέγουν σταθερά στο εσωτερικό της χώρας τη στρατηγική της έντασης σε όλα τα επίπεδα.

Μέσα στο επικίνδυνο κλίμα διαρκούς έκτακτης κατάστασης που εγκαθιδρύεται, οι θεμελιώδεις μεταρρυθμίσεις που είχε ανάγκη η χώρα στις δημόσιες υπηρεσίες, τη φορολογία, το κοινωνικό κράτος, την παιδεία, την υγεία, τη δικαιοσύνη έχουν βγάλει κακό όνομα, καθώς στο μυαλό του μέσου πολίτη ταυτίζονται με την οπισθοδρόμηση και μοιάζει να υποκρύπτουν κάποιου είδους παλινόρθωση. Κυριαρχούν οι αυταρχικές επιλογές, που προωθούνται χωρίς τα στοιχειώδη προαπαιτούμενα υπεύθυνης πολιτικής ενημέρωσης και διαλόγου, με τη μορφή επίθεσης εξ εφόδου αντί της ανάπτυξης ενός επεξεργασμένου σχεδίου που σταδιακά θα πείσει με τα αποτελέσματά του.

Στη διάρκεια αυτών των τελευταίων ετών της κρίσης, οι πολιτικές και οικονομικές ελίτ δεν κατάφεραν να συστήσουν ένα μέτωπο ανασυγκρότησης, να υπερασπιστούν μια γραμμή άμυνας, να χαράξουν μια πορεία για τη χώρα. Σπατάλησαν το κεφάλαιό τους σε αβαθείς και ανιστόρητες ρητορείες, σε επιπόλαιες προβλέψεις και σε ιδιοτελείς υπολογισμούς. Καταστρέφουν αυτοκαταστρεφόμενες. Διέλυσαν την κοινωνική συνοχή και ματαιώνοντας τις όποιες προοπτικές ανασύνταξης της χώρας ακύρωσαν τον ίδιο το ρόλο τους και μηδένισαν την ηγεμονία τους. Υιοθετώντας συστηματικά την αναξιοκρατία, τον άτακτο συμβιβασμό, τις μισές αλήθειες, αφαίρεσαν από την κοινωνία τον ελάχιστο κοινό παρονομαστή και απομονώθηκαν οι ίδιες.

Οι κυρίαρχες αυτές ομάδες αντιμετώπισαν την κρίση ως μοιραία λύση στην ίδια τους την ανεπάρκεια, βαδίζοντας στη λογική του μονόδρομου, που σήμαινε ένα και μόνο πράγμα: τον αποκλεισμό κάθε εναλλακτικής σκέψης προς χάριν της κυριαρχίας τους στον πύργο ελέγχου της κυκλοφορίας των υλικών και συμβολικών πόρων της κοινωνίας. Αλλά, ως γνωστόν, οι συγκρούσεις που μπορούν να συμβούν σε ένα μονόδρομο είναι μετωπικές όταν καταργούνται τα σήματα. Καταργώντας τα σήματα στην καθημερινή διαβίωση και τον εργασιακό βίο, οι ίδιοι δεν μπορούν να συνθέσουν ένα κοινό οδηγητικό μύθο για την κοινωνία. Έτσι εγκλωβιστήκαμε όλοι σε ένα αδιέξοδο συντριβής, που τείνει να παραλύσει και να αποδιαρθρώσει το μεγαλύτερο μέρος των κοινωνικών μεταρρυθμιστικών δυνάμεων.

Οι παλιές βεβαιότητες καίγονται γρήγορα η μία μετά την άλλη. Οι εξαρτημένοι από κόμμα, επιχείρηση, συγκρότημα τύπου δημοσιολόγοι, που από παράδοση επένδυαν στην «εγκυρότητα» έχουν χάσει κάθε αξιοπιστία. Οι νεοφώτιστοι φιλελεύθεροι του πρόσφατου παρελθόντος αλλάζουν μέρα παρά μέρα επιχειρήματα όταν δεν ηθικολογούν, ενώ σιωπούν στα δύσκολα. Οι θεωρητικολογούντες, που δεν χάνουν την ευκαιρία να ιδεολογικοποιήσουν την πραγματικότητα από απόσταση ασφαλείας, εξηγούν συνήθως το μέγεθος του προβλήματος όχι όμως και το μονοπάτι για να βρεις τα ίχνη που θα σε οδηγήσουν στο ξέφωτο. Είναι αυτοί οι διανοούμενοι που μιλούν για τους εργάτες, τους μετανάστες, τους φτωχούς σε μια αίθουσα χωρίς έναν μετανάστη, έναν εργάτη, έναν φτωχό και που εάν κατά τύχη βρεθεί παρών του αρνούνται το λόγο.

Τι μένει; Μένουν όλα αυτά τα νέα παιδιά που έκαναν σπουδές εδώ και στο εξωτερικό και συνεχίζουν να ενδιαφέρονται για τον κόσμο και την κοινωνία που μας περιβάλει. Η προσδοκία είναι να πάρουν το λόγο αυτοί οι νέοι διανοούμενοι, ανεξάρτητοι και παραγωγικοί χωρίς παραλυτικές δεσμεύσεις. Αυτοί μπορούν να κάνουν δίκαιη και βαθιά κριτική στο παρελθόν, όσοι βρέθηκαν σήμερα αποκλεισμένοι από τις παραγωγικές διαδικασίες. Αυτοί πρέπει να βρουν τον τρόπο να παράγουν σήμερα δημόσιο λόγο και να χτίσουν μια νέα διανοητική και κοινωνική αξιοπιστία. Η αλήθεια είναι ότι δεν μπορούν να αρκεστούν, κάτω από τις σημερινές συνθήκες, να διατυπώσουν απλώς τις απόψεις τους αλλά χρειάζεται κάτι πολύ πιο δύσκολο: να διεκδικήσουν την ηγεμονία.

Οι παλιές ομάδες της κλασικής αλλά και της ριζοσπαστικής διανόησης που βρέθηκε να διαθέτει η χώρα έχουν εξαντλήσει τις αντοχές τους. Είναι φθαρμένες και έχουν φθείρει τα διανοητικά τους εργαλεία στα γνωστά ερμηνευτικά στερεότυπα που απέτυχαν να αλλάξουν προς το καλύτερο τον κόσμο μας. Μόνο ομάδες νέων διανοούμενων μπορούν σήμερα σε πραγματικό χρόνο να θεμελιώσουν ταυτόχρονα τον αντίλογο και το λόγο, την κριτική και την πρόταση, τη θεωρητική γνώση του ευρύτερου παγκόσμιου περιβάλλοντος και την ντόπια επεξεργασία. Χρησιμοποιώντας τη θεωρία σε συνδυασμό με την άμεση, βιωματική αναφορά στην πράξη. Χωρίς πόζες, χωρίς ιεραρχίες, χωρίς πρωτόκολλα, με αγωνία και ορμή, με περιέργεια και ασυμβίβαστο αίσθημα δικαίου.

Οι περίφημοι Γκραμσιανοί οργανικοί διανοούμενοι μπορεί να αργούν να εμφανιστούν αλλά, εμείς οι παλιότεροι, οφείλουμε να κρατάμε ζωντανό το διάλογο με τη σκέψη στραμμένη σ’ αυτούς. Οι νέοι που αναζητούν λύσεις σε προβλήματα, που πειραματίζονται με ιδέες, που κάνουν ακτιβισμό, εθελοντισμό, κινήματα, που πάνε κι έρχονται με μικρο-προγράμματα στο εξωτερικό, που αμφισβητούν, που συμμετέχουν σε συλλογικές προσπάθειες, αυτοί είναι οι αναδυόμενοι διανοούμενοι στις μέρες μας. Ας τους αφήσουμε περισσότερο ελεύθερο χώρο, ας τους δώσουμε προσοχή, περισσότερη ενθάρρυνση και λιγότερη μόλυνση ιδιοτέλειας και κολακείας, όχι στα λόγια αλλά στην πράξη: μια θέση σε ένα πάνελ για να ξεδιπλώσουν τη σκέψη τους, τη σελίδα να γράψουν, την αίθουσα να εκφραστούν και να μιλήσουν για τα σχέδια και τα όνειρά τους, το δικό μας αντίλογο και διάλογο για να δώσουμε μια ώθηση να πάνε εκείνοι πιο μακριά.