Ακραιοκεντριστές: Μέτωπο στο ρεσάλτο τους στην «πολιτική χωρίς ιστορία»

Κώστας Χλωμούδης 04 Ιαν 2026

Ως ανάγκη συνεννόησης και προσδιορισμού των σχέσεών μας στην ιστοσελίδα της "Μ" που χωρίς καμιά επιφύλαξη, φιλοξενεί τις απόψεις μας...

Ζούμε σε μια περίοδο όπου η “Πολιτική” επιστρέφει δυναμικά, διεθνώς αλλά και στην Ελλάδα, ύστερα από δεκαετίες υποχώρησης απέναντι στις “αγορές” και στη λογική ότι η κοινωνική ευημερία μπορεί να ανατεθεί σε απρόσωπους μηχανισμούς.

Ο ιστορικός κύκλος που άνοιξε τη δεκαετία του 1970, με την ιδεολογική κυριαρχία της “απορρύθμισης” και της “θεοποίησης”—με τη βεβαιότητα ότι οι αγορές μπορούν να αυτορρυθμίζονται και να παράγουν κοινωνική ευημερία χωρίς πολιτική καθοδήγηση—  της οικονομίας, δείχνει να κλείνει. Η επιστροφή της “Πολιτικής”, ωστόσο, δεν είναι από μόνη της εγγύηση δημοκρατίας.

Το ερώτημα όμως δεν είναι αν η πολιτική επιστρέφει. Το πραγματικό διακύβευμα είναι ποια πολιτική επιστρέφει, πως θα ασκείται  ποιοι διεκδικούν να την εκφράσουν.

Μπροστά μας δεν υπάρχει μονόδρομος, αλλά ένα επικίνδυνο σταυροδρόμι. Είτε η πολιτική θα επανέλθει ως αυθαίρετη εξουσία, αποσπασμένη από τη δημοκρατική νομιμοποίηση και τον κοινωνικό έλεγχο, αποσπασμένη από αξίες, ιστορικές αναφορές και συλλογικά οράματα, είτε θα ξανακερδίσει την πρωτοκαθεδρία της μέσα από τη θεσμική νομιμοποίηση, την κοινωνική εμπιστοσύνη και τη δημοκρατική λογοδοσία, μέσα από την ανασυγκρότηση της εμπιστοσύνης στους θεσμούς, στα κόμματα, και στην ίδια την κοινωνία ως συλλογικό υποκείμενο. Σε αυτή τη πρώτη εκδοχή, πρωταγωνιστικό ρόλο διεκδικούν οι λεγόμενοι ακραιοκεντρώοι.

Ο όρος είναι εκ πρώτης όψεως αντιφατικός. Το «κέντρο» παραπέμπει στη μετριοπάθεια, στη σύνθεση, στη συναινετική πολιτική. Το «άκρο» αντιθέτως δηλώνει δογματισμό, απόλυτες αλήθειες, αδυναμία διαλόγου.

Ο ακραιοκεντρισμός δεν είναι μετριοπάθεια. Είναι δογματισμός μεταμφιεσμένος σε λογική. Είναι μια πολιτική στάση που οικειοποιείται το Κέντρο όχι για να το εκφράσει, αλλά για να το εργαλειοποιήσει. Και εδώ πρέπει να είμαστε απολύτως σαφείς: άλλο πράγμα ο μετριοπαθής, δημοκρατικός κεντρώος πολίτης —που αποτελεί κρίσιμο πυλώνα της δημοκρατίας— και άλλο οι ακραιοκεντρώοι που επιχειρούν ρεσάλτο στην εξουσία στο όνομά του. Πρόκειται για ένα ρεύμα που αυτοπροσδιορίζεται ως λογικό, πραγματιστικό και «υπεύθυνο», αλλά στην πράξη λειτουργεί με όρους ιδεολογικής ακαμψίας, πολιτικής αμνησίας και καιροσκοπισμού.

Στην ελληνική περίπτωση, το φαινόμενο έχει ιδιαίτερα χαρακτηριστικά. Μεγάλο μέρος του ακραιοκεντρισμού συγκροτήθηκε όχι ως θετική πολιτική πρόταση, αλλά ως προϊόν συγκυρίας: του αντι-ΣΥΡΙΖΑ μετώπου της περιόδου της κρίσης. Από εκεί και πέρα, η αντίθεση μετατράπηκε σε επάγγελμα και η πολιτική στάση σε μηχανισμό ανέλιξης. Χωρίς σαφή ιδεολογική καταγωγή, χωρίς παραταξιακή μνήμη, χωρίς κοινωνική αναφορά. Οι ακραιοκεντρώοι δεν συγκροτούν πολιτική πρόταση με ιστορικές, ιδεολογικές ή κοινωνικές αναφορές. Συγκροτούνται κυρίως αρνητικά: ως «όχι-Αριστερά», «όχι-λαϊκισμός», «όχι-αμφισβήτηση».

Πρόκειται για πολιτικά στελέχη και τεχνοκρατικούς κύκλους που δεν εκπροσωπούν το Κέντρο, αλλά το χρησιμοποιούν ως πρόσχημα. Δηλώνουν κεντρώοι, αλλά λειτουργούν ακραία. Μιλούν για σταθερότητα, αλλά φοβούνται κάθε κριτική. Επικαλούνται τον ρεαλισμό, αλλά απορρίπτουν κάθε εναλλακτική. Υπερασπίζονται το σύστημα, όχι επειδή το πιστεύουν ως θεσμικό επίτευγμα, αλλά επειδή τους χωράει.

Ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά τους είναι η στρεβλή ανάγνωση της πραγματικότητας. Βλέπουν τον κόσμο σε άσπρο–μαύρο, αγνοούν αποχρώσεις, παραλείπουν στοιχεία που δεν εξυπηρετούν το αφήγημά τους και υπερτονίζουν άλλα, ακόμη και παραμορφώνοντάς τα. Οι δικές τους ιδέες παρουσιάζονται ως οι μόνες «ορθολογικές», ενώ οι αντίθετες όχι απλώς ως λανθασμένες, αλλά ως επικίνδυνες ή ανεύθυνες.

Το βασικό τους γνώρισμα είναι η πολιτική αμνησία. Αποκόπτουν τις σημερινές επιλογές από τις ιστορικές τους ρίζες. Ο φιλελευθερισμός απογυμνώνεται από την έννοια της ελευθερίας και μετατρέπεται σε τεχνοκρατικό αυταρχισμό. Η σοσιαλδημοκρατία απαξιώνεται ως «ξεπερασμένη», επειδή θυμίζει ότι η πολιτική οφείλει να ρυθμίζει τις ανισότητες. Η συντηρητική παράδοση αντιμετωπίζεται εργαλειακά, ως μηχανισμός εξουσίας και όχι ως φορέας αξιών.

Οι ακραιοκεντρώοι βλέπουν την κοινωνία μέσα από ένα απλοϊκό και επικίνδυνο δίπολο: «λογικοί» εναντίον «ακραίων». Οι ίδιοι, φυσικά, αυτοτοποθετούνται στους πρώτους. Όσοι διαφωνούν μαζί τους δεν είναι απλώς αντίπαλοι· είναι ανεύθυνοι, λαϊκιστές, ή —στην καλύτερη περίπτωση— «χρήσιμοι ηλίθιοι» άλλων χώρων. Η πολυφωνία δεν είναι γι’ αυτούς δημοκρατικό κεκτημένο, αλλά απειλή.

Στην πράξη, ο ακραιοκεντρισμός λειτουργεί ως μηχανισμός αποκλεισμού. Δεν ανέχεται την αμφισβήτηση, δεν δέχεται τον διάλογο, δεν αναγνωρίζει λάθη. Όταν το σύστημα αποτυγχάνει, το δικαιολογεί. Όταν κάποιος το επισημαίνει, τον στοχοποιεί. Τα προφανή λάθη δικαιολογούνται, η κριτική δαιμονοποιείται, και όποιος τολμά να επισημάνει δυσλειτουργίες βαφτίζεται «αντισυστημικός», εξισωνόμενος σκόπιμα με τις πραγματικές δυνάμεις αποσταθεροποίησης. Έτσι, κάθε ουσιαστική μεταρρυθμιστική συζήτηση ακυρώνεται εκ των προτέρων.

Κι εδώ βρίσκεται η μεγάλη απάτη: οι ακραιοκεντρώοι δεν υπηρετούν τη σταθερότητα, αλλά τη στασιμότητα. Δεν υπερασπίζονται τη δημοκρατία, αλλά μια κλειστή εκδοχή της, όπου η πολιτική είναι υπόθεση λίγων «ειδικών» και όχι της κοινωνίας. Δεν επιδιώκουν συναινέσεις· επιδιώκουν σιωπή. Εμφανίζονται ως υπερασπιστές της σταθερότητας του συστήματος, αλλά στην πράξη πρόκειται για ανοχή στην αδράνεια.

Απέναντι σε αυτό το φαινόμενο, η απάντηση δεν μπορεί να είναι ούτε η ηθικολογία ούτε η άκριτη πόλωση. Χρειάζεται ένα προγραμματικό και ιδεολογικό μέτωπο. Ένα μέτωπο που να διαχωρίζει καθαρά τον δημοκρατικό, μετριοπαθή κεντρώο πολίτη από εκείνους που μιλούν εξ ονόματός του χωρίς νομιμοποίηση. Που να υπερασπίζεται τη δημοκρατία ως χώρο συνύπαρξης διαφορετικών ιδεών, τη σοσιαλδημοκρατία ως ιστορική κατάκτηση κοινωνικής ισορροπίας, σύνθεση ελευθερίας και κοινωνικής δικαιοσύνης και να υπενθυμίζει τον φιλελευθερισμό ως παράδοση ελευθερίας και όχι ιδεολογικής αστυνόμευσης και ότι χωρίς ανεκτικότητα και πλουραλισμό παύει να είναι φιλελευθερισμός.

Γιατί η δημοκρατία δεν κινδυνεύει μόνο από τα άκρα που δηλώνουν ως τέτοια. Κινδυνεύει και από εκείνα που παριστάνουν το Κέντρο, ενώ στην πραγματικότητα λειτουργούν ως άκαμπτοι, αδιάλλακτοι και ιδεολογικά κενοί διαχειριστές της εξουσίας. Σε μια δημοκρατία, οι ακραίοι —όποιον επιθετικό προσδιορισμό κι αν φέρουν— έχουν αρνητική εισροή. Και ίσως οι πιο επικίνδυνοι είναι εκείνοι που εμφανίζονται ως “αυτονόητοι”, “λογικοί” και «χωρίς ιδεολογία», τη στιγμή που η δική τους ιδεολογία είναι ακριβώς η “άρνηση” της πολιτικής ως συλλογικής, ιστορικής και αξιακής διαδικασίας.

Και ίσως αυτό να είναι το πιο επικίνδυνο είδος "ακραίου πολίτη": εκείνος που δεν αναγνωρίζει τον εαυτό του ως πραγματικά είναι...