Αντιθεσμικές συμπεριφορές χωρίς άλλοθι και αίσθηση θεσμικής ευθύνης

Κώστας Χλωμούδης 14 Φεβ 2026

Το πρόσφατο περιστατικό αντιθεσμικής ενημέρωσης υπουργού από αστυνομικό όργανο, με αφορμή μήνυση που κατατέθηκε εις βάρος του, δεν αποτελεί ένα ατυχές στιγμιότυπο, ούτε μια γραφική παρεκτροπή. Αποτελεί, αντιθέτως, τη συμπύκνωση μιας ολόκληρης πολιτικής νοοτροπίας: της αντίληψης ότι η εξουσία δεν δεσμεύεται ουσιαστικά από θεσμικούς κανόνες, αλλά κινείται σε ένα άτυπο πεδίο προνομίων, διαρροών και «φιλικών» διευθετήσεων.

Ας ξεκαθαριστεί εξαρχής: η πολιτική πρακτική, το ύφος και η συνολική θεσμική αντίληψη της κας Κωνσταντοπούλου δεν είναι του τύπου μου. Η συχνή εργαλειοποίηση των θεσμών, η προσωποκεντρική αντιπαράθεση και η οριακή συμπεριφορά της στο κοινοβουλευτικό πεδίο έχουν υποστεί — δικαίως— σκληρή κριτική. Όμως εδώ δεν κρίνεται εκείνη.

Κρίνεται η κυβέρνηση. Και, πρωτίστως, κρίνεται η ποιότητα της δημοκρατικής διακυβέρνησης.

Διότι το γεγονός ότι αστυνομικό όργανο παραβίασε τη μυστικότητα της ποινικής προδικασίας, για να ενημερώσει τον μηνυόμενο υπουργό, συνιστά σοβαρότατο θεσμικό ατόπημα. Το ότι ο υπουργός αποδέχθηκε αυτή την ενημέρωση χωρίς καμία επιφύλαξη και στη συνέχεια την κοινοποίησε δημοσίως, μάλιστα με περιπαικτικό και υποτιμητικό τόνο, αποκαλύπτει κάτι πολύ βαθύτερο: μια εδραιωμένη αίσθηση ατιμωρησίας. Την αίσθηση ότι η θεσμική τάξη δεν είναι δεσμευτική για όσους βρίσκονται «εντός συστήματος».

Και δεν πρόκειται για μεμονωμένο φαινόμενο.

  • Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος απειλεί δημοσιογράφο κατά την επίσημη ενημέρωση, επειδή του απευθύνθηκαν ερωτήματα για ζήτημα μείζονος δημοσίου ενδιαφέροντος, επικαλούμενος νομικές ιδιότητες και εφευρίσκοντας ανύπαρκτες ποινικές κατηγορίες. 
  • Υπουργοί παρεμβαίνουν δημοσίως σε εκκρεμείς ποινικές διαδικασίες, αφήνοντας υπαινιγμούς για πρόσωπα και ρόλους (δικηγόρους υπεράσπισης), υπονομεύοντας στην πράξη τη διάκριση των εξουσιών. 
  • Θεσμικοί παράγοντες διαρρέουν περιεχόμενο ιδιωτικών συναντήσεων και πολιτικών εκτιμήσεων (Πρόεδρος της Δημοκρατίας), μετατρέποντας κορυφαίους θεσμούς σε πεδίο ανεπίσημου πολιτικού σχολιασμού.

Το μοτίβο είναι σταθερό και ανησυχητικό: απαξίωση της θεσμικής διαδικασίας, υποκατάσταση της θεσμικής λειτουργίας από προσωπικές σχέσεις και επικοινωνιακή διαχείριση, χρήση της εξουσίας χωρίς αυτοσυγκράτηση και χωρίς επίγνωση ορίων.

Σε αυτό το σημείο, η πολιτική ευθύνη παύει να είναι αφηρημένη ή συλλογική και γίνεται απολύτως προσωπική. Ο Πρωθυπουργός δεν είναι απλώς επικεφαλής της κυβέρνησης· είναι ο κατεξοχήν εγγυητής της θεσμικής συμπεριφοράς των υπουργών και των κυβερνητικών στελεχών. Όταν τέτοια φαινόμενα επαναλαμβάνονται με τέτοια συχνότητα, δεν μπορούν να αποδοθούν ούτε σε «κακές στιγμές» ούτε σε «υπερβάλλοντα ζήλο» συνεργατών. Αντανακλούν το ύφος, την κουλτούρα και —κυρίως— τα όρια που θέτει ή δεν θέτει η κορυφή της εκτελεστικής εξουσίας.

Και εδώ καταρρέει οριστικά το αφήγημα περί «κεντρώας», μετριοπαθούς και θεσμικά ευαίσθητης διακυβέρνησης. Η πολιτική του Κέντρου δεν είναι επικοινωνιακή ταυτότητα, ούτε branding εξουσίας. Είναι κουλτούρα θεσμικών ορίων, σεβασμού στη διάκριση των εξουσιών, ανοχής στη θεσμική τριβή και αποδοχής του ελέγχου. Όταν η εξουσία αντιδρά στην κριτική με απειλές, στις δικαστικές διαδικασίες με παρεμβάσεις και στους θεσμούς με περιφρόνηση, τότε δεν έχουμε απλώς διολίσθηση· έχουμε συνειδητή απομάκρυνση από τον πυρήνα της φιλελεύθερης δημοκρατίας.

Όμως η ευθύνη δεν εξαντλείται στην κυβέρνηση. Βαραίνει και τα μέσα ενημέρωσης, τους δημοσιογράφους και ένα ευρύτερο σώμα των "δημοσιολογούντων" στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Η κανονικοποίηση της θεσμικής εκτροπής, η υποβάθμιση σοβαρών ζητημάτων σε επικοινωνιακό θόρυβο, η επιλεκτική σιωπή ή η μετατροπή της αυθαιρεσίας σε «πολιτικό lifestyle» λειτουργούν ως πολλαπλασιαστής της αλαζονείας της εξουσίας. Όταν η παραβίαση θεσμών δεν αναδεικνύεται ως πρόβλημα δημοκρατίας αλλά ως επεισόδιο πολιτικού κουτσομπολιού, τότε τα μέσα παύουν να λειτουργούν ως θεσμικός έλεγχος και μετατρέπονται σε μηχανισμό εξοικείωσης με την εκτροπή.

Παράλληλα, η ευθύνη βαραίνει και εκείνο το μέρος της κοινωνίας που πίστεψε —και στήριξε— το αφήγημα του κεντρώου εκσυγχρονισμού, θεωρώντας ότι η θεσμική κανονικότητα είναι δεδομένη και δεν απαιτεί διαρκή επαγρύπνηση. Η δημοκρατία δεν εκχωρείται άπαξ με μια ψήφο. Συντηρείται καθημερινά, με κριτική στάση, απαίτηση λογοδοσίας και άρνηση ανοχής στην αυθαιρεσία, ακόμη και —ή ιδίως— όταν προέρχεται από «τους δικούς μας».

Η συσσώρευση θεσμικών απρεπειών γεννά αναπόφευκτα πολιτική ύβρη. Και η ύβρις παράγει αλαζονεία, υπεροψία και την επικίνδυνη πεποίθηση ότι δεν υπάρχουν όρια. Ότι δεν υπάρχει φρένο. Ότι η εξουσία αυτονομιμοποιείται.

Σε αυτό το περιβάλλον, κάθε συζήτηση περί συνταγματικής αναθεώρησης, θεσμικών μεταρρυθμίσεων ή εκσυγχρονισμού του κράτους καθίσταται προσχηματική. Οι θεσμοί δεν θωρακίζονται με ρητορική, αλλά με συμπεριφορά. Και η συμπεριφορά της παρούσας διακυβέρνησης δείχνει, με ανησυχητική συνέπεια, ότι η συναίσθηση θεσμικής ευθύνης δεν είναι απλώς ανεπαρκής. Είναι επικίνδυνα απούσα.