Η φράση «L’État, c’est moi», που αποδίδεται στον Λουδοβίκος ΙΔ΄, δεν είναι απλώς ιστορικό απόφθεγμα. Συμπυκνώνει την ουσία της “απολυταρχίας”. Της αντίληψης ότι η εξουσία δεν περιορίζεται από κανόνες, αλλά ταυτίζεται με το πρόσωπο που τη φέρει. Ο απόλυτος μονάρχης δεν κυβερνά μέσα στο κράτος — είναι το κράτος. . Ο βασιλιάς-ήλιος κυβέρνησε επί 72 χρόνια, όχι απλώς ως ηγεμόνας, αλλά ως ενσάρκωση του κράτους.
Τρεις και πλέον αιώνες μετά, μια παράφραση αυτής της λογικής επανεμφανίζεται και επιστρέφει μεταμφιεσμένη σε ωμό πολιτικό «ρεαλισμό». Στην εκδοχή της, το σύνθημα δεν αφορά πλέον το κράτος, αλλά το διεθνές σύστημα: «Το διεθνές δίκαιο είμαι εγώ». Αυτός είναι ο πυρήνας της σκέψης και της πολιτικής του Ντόναλντ Τραμπ. Όχι ως προσωπική ιδιορρυθμία, αλλά ως συνειδητή αμφισβήτηση της μεταπολεμικής διεθνούς τάξης. Μια απλουστευτική —και επικίνδυνα αναχρονιστική— παραδοχή: ότι η ιστορία κυβερνάται από έναν και μόνο νόμο, το “δίκαιο του ισχυρότερου”. Ότι οι κανόνες, οι θεσμοί και το διεθνές δίκαιο είναι απλώς διακοσμητικά εμπόδια μπροστά στη γυμνή ισχύ.
Πρόκειται για την προσπάθεια ανατροπής της μεταπολεμικής παγκόσμιας τάξης, εκείνης που —με όλα τα ελαττώματά της— οικοδομήθηκε πάνω στην εμπειρία της απόλυτης καταστροφής του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου.
Η σχολή σκέψης που προτείνει, ως σώφρονα λογική, την σιωπή, είτε λόγω μεγέθους (όταν μαλώνουν τα βουβάλια τα βατράχια καλό είναι να κρύβονται κάπου μακρύτερα…) είτε λόγω “καιροσκοπικής προσαρμογής” στην εποχή της “συναλλακτικότητας” και πλασαρίσματος κοντά στον «δυνατό» της εποχής, στην ουσία δικαιολογεί ως “εξαναγκαστική και ρεαλιστική” την συμπόρευσή της με αυτήν την ανερμάτιστη, για τον κόσμο μας, πολιτική.
Υποστηρίζει στην ουσία ότι ο κόσμος πάντα κυβερνάται από την “δύναμη”, ότι οι “κανόνες” είναι για τους αδύναμους και ότι η ανεκτικότητα απέναντι στους ισχυρούς αποφέρει οφέλη: σταθερότητα, ασφάλεια, χρόνο προσαρμογής. Στην πράξη, όμως, αυτή η «ανεκτικότητα» λειτουργεί ιστορικά ως επιταχυντής της αυθαιρεσίας, όχι ως φρένο...
Προφανώς και η “ισχύς” αποτελεί αναμφισβήτητο εργαλείο στις διεθνείς σχέσεις. Αλλά οι διεθνείς κανόνες, απέδειξαν ότι, σε σημαντικό βαθμό τα τελευταία χρόνια, μπορούσαν να “λειαίνουν” τις ακρότητες…
Ο λεγόμενος “ρεαλισμός” δεν είναι ουδετερότητα... Είναι κανονιστικός: νομιμοποιεί την παραβίαση κανόνων στο όνομα της “ισχύος” και βαφτίζει την υποχώρηση «σύνεση». Κάθε σιωπή απέναντι σε απειλές, κάθε ανοχή σε προσβολές, κάθε «κατανόηση» προς τον αυταρχισμό, μεταφράζεται από τον αυτουργό όχι ως διάθεση συμβιβασμού, αλλά ως ένδειξη αδυναμίας. Η ιστορία είναι αμείλικτη σε αυτό.
Ο ιστορικός Eric John Hobsbawm, στο έργο του Η Εποχή των Άκρων – Ο Σύντομος Εικοστός Αιώνας 1914–1991, περιγράφει με ενάργεια πώς οι μεγάλες καταρρεύσεις δεν προκύπτουν από την τόλμη, αλλά από τη σταδιακή διάβρωση των ανασχετικών μηχανισμών απέναντι στη βία. Ο φασισμός του 20ού αιώνα δεν θριάμβευσε επειδή ήταν ανίκητος, αλλά επειδή αντιμετωπίστηκε αρχικά με κατευνασμό, αμφιθυμία και ψευδαισθήσεις ελέγχου.
Από αυτή την οπτική, η σημερινή συγκυρία μοιάζει ανησυχητικά γνώριμη. Φέρει ανησυχητικές ομοιότητες. Ο πόλεμος στην Ουκρανία εγκαινίασε μια περίοδο αθλιότητας, όπου η ωμή στρατιωτική ισχύς επανεμφανίζεται ως εργαλείο «επίλυσης» διαφορών. Η πολιτική Τραμπ —με αποχωρήσεις από διεθνείς οργανισμούς, απειλές κατά κρατών, θεαματική αύξηση στρατιωτικών δαπανών και σχέδια αναδιαμόρφωσης ολόκληρων γεωπολιτικών σφαιρών και σχέδια «ανα-ημισφαιριοποίησης»— δεν αποτελεί απλώς συνέχεια αυτής της τάσης· την εντείνει και τη νομιμοποιεί.
Σε αυτό το σημείο, ο ιστορικός ρόλος της Ευρώπης καθίσταται κρίσιμος. Η Ευρώπη δεν είναι απλώς γεωγραφικός χώρος· είναι πολιτικό εγχείρημα που γεννήθηκε ακριβώς για να αποτρέψει την επιστροφή στο “δίκαιο του ισχυρότερου”. Όταν, όμως, τα κράτη-μέλη και οι πολιτικές τους ηγεσίες επιλέγουν την “ανοχή δια της σιωπής”, όταν προτάσσουν στενά εθνικά συμφέροντα ή βραχυπρόθεσμους υπολογισμούς έναντι μιας ενιαίας ευρωπαϊκής στάσης, τότε υπονομεύουν τον ίδιο τον λόγο ύπαρξης της Ένωσης.
Η επιλογή αυτή δεν είναι η «ρεαλιστική». Είναι η ιστορικά κοντόφθαλμη. Δεν συντομεύει την περίοδο της αυθαιρεσίας — τη μακραίνει. Δεν προστατεύει τα κράτη που τη δείχνουν — τα εκθέτει. Η Ευρώπη πρέπει να λειτουργήσει ως συλλογικός παράγοντας ανάσχεσης της “τραμπικής λογικής” γιατί διαφορετικά θα καταγραφεί ως παθητικός θεατής της αποδόμησης των κανόνων που η ίδια συνέβαλε να θεσπιστούν.
Η Ευρώπη, υπό αυτές τις συνθήκες, δεν μπορεί να αντέξει μια διπλή στρατηγική: Από τη μια υποταγή στις χοντράδες του Τραμπ και ταυτόχρονη κλιμάκωση των αντιπαλοτήτων με Ρωσία και Κίνα…
Αν κάτι χρειάζεται επειγόντως, είναι η επαναβεβαίωση ότι το διεθνές δίκαιο δεν είναι πολυτέλεια των αδύναμων, αλλά όρος επιβίωσης όλων.
Η γνώση της ιστορίας δικαιολογεί την αισιοδοξία. Ο Χομπσμπάουμ μας υπενθυμίζει ότι οι «εποχές των άκρων» είναι συχνά σύντομες — όχι επειδή είναι ακίνδυνες, αλλά επειδή γεννούν αντιδράσεις. Η απολυταρχία, ο φασισμός, ο μιλιταρισμός δεν κατέρρευσαν από μόνοι τους· ανατράπηκαν όταν συναντήθηκαν με συνειδητή, συλλογική αντίσταση. Η ελπίδα, λοιπόν, δεν βρίσκεται στην αυταπάτη ότι «ας μη μιλάμε για να μην είμαστε στη πλευρά των χαμένων», αλλά στη συνειδητοποίηση ότι βρισκόμαστε σε μια σύντομη μετάβαση: από την αθλιότητα που εγκαινίασε ο πόλεμος στην Οθκρανία και ο κυνισμός της ωμής ισχύος του Τραμπ, προς ένα αναγκαίο τέλος τους.
Όπως και στον «σύντομο εικοστό αιώνα» του Χομπσμπάουμ, τίποτα δεν είναι προδιαγεγραμμένο — αλλά τίποτα δεν είναι και αιώνιο. Η απολυταρχία του Λουδοβίκου ΙΔ΄ δεν επέζησε της ιστορίας· κατέρρευσε υπό το βάρος των αντιφάσεών της. Ο φασισμός του 20ού αιώνα ηττήθηκε, όχι χωρίς κόστος, αλλά ηττήθηκε.
Αν βρισκόμαστε σήμερα σε μια μεταβατική περίοδο τότε το ζητούμενο είναι να τη συντομεύσουμε. Όχι με κατευνασμό, αλλά με σαφή όρια. Όχι με σιωπή, αλλά με ενιαία στάση. Όχι με ψευδο-ρεαλισμό, αλλά με επίγνωση της ιστορίας.
Αυτό είναι το στοίχημα: να κατανοηθεί ότι η ανοχή στη λογική «κάνω ό,τι θέλω επειδή μπορώ» δεν είναι ρεαλισμός, αλλά συνενοχή. Κάθε σιωπή, κάθε υποχώρηση, κάθε προσπάθεια εξωραϊσμού της τραμπικής αγένειας και βίας, ενθαρρύνει έναν φαύλο κύκλο αποθράσυνσης.
Διότι, τελικά, ούτε το κράτος ούτε το διεθνές δίκαιο μπορούν να είναι ιδιοκτησία κανενός. Και όσοι το πιστεύουν, αργά ή γρήγορα, το μαθαίνουν με τον δύσκολο τρόπο.