Η έλλειψη Στρατηγικής βλάπτει σοβαρά τη Δημοκρατία!

13 Ιαν 2026

Για όσα μείζονα διαδραματίστηκαν που επηρέασαν την ποιότητα της Διακυβέρνησης στην εξαετία που πέρασε και συσχετίστηκαν είτε με την έλλειψη Στρατηγικής είτε με οργανωμένα δίκτυα προσοδοθηρίας έχουν γραφτεί πολλά και ειπωθεί περισσότερα. Σ΄ αυτά τα δύο αίτια αποδόθηκε, πάντως, η χαμηλή έως ανύπαρκτη αποτελεσματικότητα του κρατικού μηχανισμού.

Η συζήτηση για τα θέματα που δημιουργεί ο προβληματικός τρόπος λειτουργίας του κρατικού μηχανισμού, ο οποίος παραμένει δέσμιος μιας αναχρονιστικής πελατειακής λογικής που αδυνατεί να προβλέψει, παρουσιάζει εντάσεις και υφέσεις, πλην όμως υπάρχει ένας κοινός παρονομαστής σ’ όλες τις εκδοχές της: Οι μεταρρυθμίσεις που θα έβγαζαν την χώρα από τον πελατειακό κώδικα αυτοαναφοράς της δεν έγιναν, οδηγώντας σε μια παρατεταμένη κρίση διακυβέρνησης.

Η αδυναμία εφαρμογής ενός μεταρρυθμιστικού προγράμματος οδήγησε στην αναζήτηση εμβαλωματικών λύσεων οι οποίες, σε πολλές περιπτώσεις, συνδέονται με την ύπαρξη ατυπικοτήτων και έχουν ως αποτέλεσμα την αποδυνάμωση των θεσμών και, εν τέλει, της ίδιας της Δημοκρατίας.

Τέσσερα ήταν τα εμβληματικά ορόσημα της κρίσης διακυβέρνησης που μπορούν να μας οδηγήσουν σε ευρύτερα συμπεράσματα χρήσιμα για την κατανόηση αλλά και την υπέρβαση του σημερινού τέλματος: Ο κορονοϊός, οι φυσικές καταστροφές, οι υποκλοπές και τα Τέμπη. Σ’ αυτή την αλυσίδα προστέθηκε το σκάνδαλο των αγροτικών επιδοτήσεων μέσω ΟΠΕΚΕΠΕ.

Για καθένα από τα προηγούμενα ορόσημα υπήρξαν αναλύσεις που έθιγαν τόσο τα ζητήματα έλλειψης Στρατηγικής όσο και την ύπαρξη οργανωμένων δικτύων ανομίας. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, αναλύσεις για τις εσωτερικές, υπόγειες συνάφειές τους. Αυτό ίσως οφείλεται στην δυσκολία του κοινωνικού σώματος (και, εννοείται, του πολιτικού συστήματος και των παραγωγικών δυνάμεων) να δεχτεί ότι τις καταστροφές και τις αλλεπάλληλες κρίσεις γεννάει και τροφοδοτεί ο πελατειασμός, το ιδιάζον σύστημα διακυβέρνησης που διαχρονικά επικρατεί στην Ελλάδα.

Η άγνοια των συνθηκών και των παραμέτρων που τον δημιουργούν και του επιτρέπουν μέσα από συνεχείς μεταλλαγές να επιβιώνει και να ακυρώνει τις προσπάθειες μεταρρυθμίσεων και εξορθολογισμού της διακυβέρνησης, δεν έχουν μελετηθεί εξαντλητικά. Σ’ αυτή την κατεύθυνση μπορεί να είναι χρήσιμες οι επισημάνσεις που ακολουθούν.

Πρώτη επισήμανση: Η αδυναμία πρόβλεψης και πρόγνωσης, συστατικών στοιχείων μιας Στρατηγικής, οδηγεί σε αιφνιδιασμό, σπασμωδικές ενέργειες, σύγχυση και βέβαιη καταστροφή. Οι ενστικτώδεις αντιδράσεις ή εκείνες της τελευταίας στιγμής δεν έχουν παρά συγκυριακό και στιγμιαίο όφελος.

Όταν, στο παράδειγμα της πανδημίας, εγκαταλελειμμένα νοσοκομεία, από χρόνια, όπως το Λοιμωδών, μεταβλήθηκαν, μέσα σε λίγες μέρες, σε νοσοκομεία –Μονάδες Εντατικής Θεραπείας, τα οποία υποτίθεται ότι θα μπορούσαν να νοσηλεύσουν επιτυχώς βαριά πάσχοντες, μεταβλήθηκαν σε παγίδες θανάτου με ποσοστά απωλειών ζωής που έφτασαν, σε ορισμένες περιπτώσεις, το 100%.

Η αδυναμία εφαρμογής μιας ορθολογικής Στρατηγικής που θα οδηγούσε, έγκαιρα, σε μια αποτελεσματική αναδιοργάνωση των νοσοκομείων με αναβάθμιση/επέκταση των ΜΕΘ είχε καταστροφικά αποτελέσματα.  

Δεύτερη επισήμανση: Η έλλειψη Στρατηγικής οδηγεί σε βεβιασμένες, συχνά υπόγειες και αδιαφανείς, συναλλαγές με τον ιδιωτικό τομέα δημιουργώντας τις προϋποθέσεις ανάπτυξης πρακτικών κακοδιαχείρισης. Στο παράδειγμα της αντιμετώπισης των φυσικών καταστροφών (με κορυφαίο τις πλημμύρες του “Daniel” στη Θεσσαλία), η αναγκαία  συνδρομή του ιδιωτικού τομέα στην μάχη εναντίον της κλιματικής αλλαγής μετατρέπεται σε ύποπτη συνθήκη διευκόλυνσης ημετέρων, ιδίως όταν γίνεται κατάχρηση του «έκτακτου και απρόβλεπτου» γεγονότος το οποίο δικαιολογεί τη νομοθετική παρέμβασης της ίδιας της κυβέρνησης, κατά παράκαμψη του νομοθετικού σώματος. Είναι μια πρακτική για την οποία το Ελεγκτικό Συνέδριο έχει εκφράσει σοβαρότατες ενστάσεις σε συνεχείς εκθέσεις του, κατά τα τελευταία χρόνια.

Τρίτη επισήμανση: Πολλές από τις δηλωμένες, επισήμως, ως «στρατηγικές» διαφόρων φορέων, είναι ανυπόληπτες. Ουδείς ασχολείται με την εφαρμογή τους. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της τραγωδίας των  Τεμπών, στην οποία συνυπήρχαν ανεκδιήγητες και απαράδεκτες παραλείψεις με μια λεπτομερειακή απαρίθμηση μέτρων για την διασφάλιση της ασφάλειας των σιδηροδρόμων. Καμία από τις φερόμενες ως «στρατηγικές» του Υπουργείου Μεταφορών είτε του ΟΣΕ δεν υλοποιήθηκε ή ολοκληρώθηκε. Είναι, μάλιστα,  χαρακτηριστικό ότι ακόμη και προδήλως αποτυχημένες δομές συνεχίζουν να παράγουν/εφαρμόζουν/ ελέγχουν κάποια «Στρατηγική» χωρίς να γνωρίζουμε τι και γιατί άλλαξε (πχ. ΡΑΣ, Έγκριση της τροποποίησης της Στρατηγικής για την Εποπτεία της ΡΑΣ για την τριετία 2023 – 2025).

Τέταρτη επισήμανση: Ο πελατειασμός υποκαθιστά τους θεσμούς. Χαρακτηριστικό παράδειγμα, οι πανταχόθεν βαλλόμενες εξεταστικές επιτροπές του κοινοβουλίου οι οποίες όχι μόνον δεν συνεισφέρουν στην διαλεύκανση των υποθέσεων που παραπέμφθηκαν σ’ αυτές αλλά δημιούργησαν ακόμη περισσότερες εντάσεις με αποτέλεσμα την βαθμιαία από-νομιμοποίηση του κοινοβουλίου και, εν τέλει, της ίδιας της Δημοκρατίας.

Ο χώρος που έχει πληγεί ανεπανόρθωτα από τις μεθοδεύσεις αυτές είναι η δικαιοσύνη. Αρκεί να ανακαλέσουμε τις όχι πολύ μακρινές αντιδράσεις  του εγχώριου και διεθνούς τύπου επ’ ευκαιρία του εισαγγελικού πορίσματος για τις υποκλοπές με το οποίο η υπόθεση τέθηκε στο αρχείο.

Η συνοδή απίχνανση των Ανεξαρτήτων Αρχών είναι ένα ακόμη θύμα της πελατειακής διακυβέρνησης. Από την υπόθεση των υποκλοπών  αρκεί να αναφέρουμε την αμφισβητούμενης συνταγματικότητας το Σεπτέμβριο του 2023, απόφαση της «Διάσκεψης των Προέδρων»  που όρισε νέα μέλη της ΑΔΑΕ, μία ημέρα πριν η Αρχή συνεδριάσει για την επιβολή προστίμου στην ΕΥΠ λόγω της ανεπαρκούς συνεργασίας της στη διερεύνηση της υπόθεσης.

Για να αντιμετωπιστεί ο πελατειασμός απαιτείται, πριν απ’ όλα, βαθιά γνώση της συμπεριφοράς του, των όψεων και των διασυνδέσεων μεταξύ πελατειακών δομών, λειτουργιών και συμπεριφορών που, μέχρι τώρα, θεωρούνται και αντιμετωπίζονται ως ανεξάρτητα το ένα από το άλλο.  Αυτό επιτάσσει την άμεση οργάνωση και χρηματοδότηση ερευνητικών προγραμμάτων που θα αποκαλύψουν τις διαστάσεις του φαινομένου σε κάθε δημόσια πολιτική και σε κάθε επίπεδο διακυβέρνησης. Με βάση τη γνώση αυτή και την εκ παραλλήλου επιχειρησιακή δράση θα πρέπει να δρομολογηθούν αλλαγές και τομές στην οργάνωση και λειτουργία όλων των μετόχων του προβλήματος- κι όχι μόνο της διοικήσεως (πολιτικά κόμματα, θεσμοί, δημόσιες οργανώσεις, ελεγκτικά σώματα κ.λπ).

Όλα αυτά, όμως, θα αποκτήσουν προωθητική ισχύ όταν συναντήσουν την επιθυμία των λαϊκών μαζών να απεγκλωβιστούν από τη μέγγενη του πελατειασμού, αντιπαρερχόμενοι τα βραχυπρόθεσμα κέρδη που αυτός τους επιδαψιλεύει σε σχέση με την υποθήκευση του μέλλοντος των επόμενων γενεών. Η αντι-πελατειακή ατζέντα είναι η μόνη που μπορεί να διασφαλίσει όχι μόνο την επιβίωση αλλά και την ευημερία της χώρας.