Υπάρχει μια σιωπηλή κατηγορία πολιτών που προσπαθεί να ψηφίζει με λογική και όχι με θυμό. Πολίτες που πιστεύουν στους θεσμούς, στην κοινωνική ελευθερία και στη μετριοπάθεια, που χωρίς να παραγνωρίζουν τα λάθη τους, αξιολογούν τη Νέα Δημοκρατία και το ΠΑΣΟΚΚΙΝΑΛ ως κόμματα διακυβέρνησης και ως βασικούς πυλώνες της ευρωπαϊκής πορείας της χώρας - και που σήμερα αισθάνονται πολιτικά άστεγοι.
Η διακυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας υπό τον Κυριάκο Μητσοτάκη έχει παρουσιάσει αναμφίβολα στοιχεία αποτελεσματικότητας: ψηφιοποίηση του κράτους, μείωση της ανεργίας, δημοσιονομική σταθερότητα, μεγέθυνση της οικονομίας και βελτιωμένη διεθνή εικόνα. Αυτά είναι πραγματικά και δεν πρέπει να παραγνωρίζονται.
Ταυτόχρονα όμως, εδραιώθηκε ένα μοντέλο υπερσυγκεντρωτικής εξουσίας, με περιορισμένη λογοδοσία, αδύναμη αυτοκριτική και σαφή μετατόπιση από την πολιτική ουσία προς την επικοινωνιακή διαχείριση. Η ανάπτυξη δεν διαχέεται ισόρροπα, το κόστος ζωής πιέζει, οι ανισότητες παραμένουν αν δεν οξύνονται, ενώ κρίσιμες στιγμές ανέδειξαν πρακτικές που έθιξαν ευθέως τη θεσμική κανονικότητα και ενίσχυσαν την αίσθηση αντιθεσμικής λειτουργίας της εξουσίας. Ακόμη κι αν η κυβέρνηση δεν παρήγαγε την τοξικότητα του δημόσιου λόγου, σίγουρα δεν επέλεξε να τη φρενάρει - συχνά προσαρμόστηκε σε αυτήν και την αναπαρήγαγε.
Απέναντι σε αυτό το τοπίο, το ΠΑΣΟΚ - ΚΙΝΑΛ υπό τον Νίκο Ανδρουλάκη εμφανίζεται θεσμικά πιο προσεκτικό. Ο κοινοβουλευτικός του λόγος είναι κατά διαστήματα τεκμηριωμένος και η έμφαση στο κράτος δικαίου καλοδεχούμενη, όμως συχνά παρασύρεται σε αντιπολιτευτική ένταση που υπονομεύει το προφίλ θεσμικής σοβαρότητας που επιχειρεί να οικοδομήσει. Μεγάλο μέρος της πολιτικής του στρατηγικής συμπυκνώνεται στο «να φύγει ο Μητσοτάκης», μόνο που αυτό δεν συνιστά σχέδιο διακυβέρνησης - ούτε αποδεικνύει την ύπαρξη αξιόπιστου πόλου εξουσίας.
Παράλληλα, το κόμμα ακολουθώντας τη δυναμική κοινωνικά φορτισμένων γεγονότων, δείχνει να απευθύνεται κυρίως στο ακροατήριο του ΣΥΡΙΖΑ, υιοθετώντας τμήματα της αντιπολιτευτικής του γραμμής. Έτσι, αντί να οικοδομεί έναν αυτόνομο, σύγχρονο φιλελευθερο σοσιαλδημοκρατικό λόγο, εγκαταλείπει στην πράξη το κεντρώο και μετριοπαθές ακροατήριο - αφήνοντάς το σχεδόν μονοπωλιακά στη Νέα Δημοκρατία.
Για έναν κοινωνικά φιλελεύθερο πολίτη, όλα αυτά δεν γεννούν απλώς αμφιθυμία. Γεννούν μια ήσυχη, επίμονη απόγνωση.
Κάπως έτσι φτάνουμε στο καθαρά εκλογικό δίλημμα.
Με βάση τις δημοσκοπήσεις, διαγράφονται τρία ρεαλιστικά ενδεχόμενα: μια αυτοδύναμη κυβέρνηση της ΝΔ· μια συγκυβέρνηση ΝΔ - ΠΑΣΟΚ με πρωθυπουργό τον Μητσοτάκη· ή μια συγκυβέρνηση της ΝΔ με κόμμα δεξιότερά της, επίσης με πρωθυπουργό τον Μητσοτάκη.
Το πρώτο δεν το επιθυμούν πολλοί κεντρώοι πολίτες. Μια τρίτη αυτοδύναμη διακυβέρνηση της ΝΔ, με τα θεσμικά χαρακτηριστικά των προηγούμενων, σε μια χώρα όπου το κράτος εξακολουθεί να λειτουργεί ως οιονεί λάφυρο της εκάστοτε εξουσίας, μοιάζει επικίνδυνη.
Το τρίτο θεωρείται ακόμη χειρότερο: πέρα από τα παραπάνω, θα οδηγούσε αναπόφευκτα σε πιο σκληρή δεξιά και κοινωνικά συντηρητική πολιτική.
Το δεύτερο, αντίθετα, αντιμετωπίζεται ως η συνειδητή επιλογή: μια προγραμματική συνεργασία ΝΔ–ΠΑΣΟΚ, με ισχυρό ρόλο του δεύτερου, που θα λειτουργούσε ως θεσμικό αντίβαρο στην αυτοδυναμία, και θα εργαζότανε για μεγαλύτερη κοινωνική ισορροπία.
Κι εδώ ακριβώς αρχίζει να διαμορφώνεται αυτή η ήσυχη απόγνωση.
Ο κεντρώος ψηφοφόρος αποφασίζει να ενισχύσει το ΠΑΣΟΚ για να αποτραπεί η αυτοδυναμία. Όμως το ίδιο το ΠΑΣΟΚ, αντί να περιγράψει ένα καθαρό και ρεαλιστικό πλαίσιο προγραμματικής συνεργασίας και να ζητήσει ισχυρή εντολή για την υλοποίησή του, επιλέγει να αποκλείσει εκ των προτέρων τη μετεκλογική σύμπραξη με τη ΝΔ. Έτσι, αποσύρεται από το μόνο σενάριο που θα μπορούσε να αποτρέψει την αυτοδυναμία και αφήνει αδιευκρίνιστο ποια κυβερνητική προοπτική προτείνει.
Έτσι, ο κεντρώος ψηφοφόρος βρίσκεται στο κενό, θέλει να ενισχύσει το ΠΑΣΟΚ για να αποτραπεί η αυτοδυναμία, αλλά το ΠΑΣΟΚ αρνείται να περιγράψει το ρεαλιστικό αποτέλεσμα αυτής της ενίσχυσης. Από τη μία πλευρά ζητείται ισχυρή εντολή χωρίς σαφείς θεσμικές εγγυήσεις. Από την άλλη ζητείται εκλογική ενίσχυση χωρίς καθαρή ανάληψη κυβερνητικής ευθύνης. Το πολιτικό κενό δεν είναι αφηρημένο - προκύπτει ακριβώς από αυτή τη διπλή ασάφεια.
Και όσο αυτό το κενό παραμένει, το κέντρο δεν θα ψηφίζει με ελπίδα, αλλά με καταναγκασμό - κουβαλώντας αυτή την ήσυχη απόγνωση μέχρι την κάλπη.
Αλλά δεν λειτουργεί έτσι η δημοκρατία.