Η σύλληψη του ηγέτη της Βενεζουέλας από στρατιωτικές δυνάμεις των Ηνωμένων Πολιτειών δεν είναι μια ακόμη διεθνή κρίση που εξελίσσεται πέρα και έξω από τα ευρωπαϊκά σύνορα. Αποτελεί ένα γεγονός με βαρύ ιστορικό και πολιτικό φορτίο, ικανό να αναδιαμορφώσει τις ήδη εύθραυστες ισορροπίες της διεθνούς τάξης. Όχι επειδή έπεσε ένα αυταρχικό καθεστώς – λίγοι στην Ευρώπη έτρεφαν αυταπάτες για τον Μαδούρο και το καθεστώς του – αλλά επειδή καταπατήθηκε βάναυσα η ίδια η έννοια της διεθνούς νομιμότητας.
Ο ρόλος του «διεθνούς χωροφύλακα» δεν τιμά καμία δύναμη που διεκδικεί ηγεμονικό ρόλο στον κόσμο. Πολύ περισσότερο, δεν μπορεί και δεν πρέπει να μένει χωρίς ουσιαστική, δυναμική θεσμική αντίδραση. Διότι αν η αυθαίρετη χρήση βίας και η απαγωγή ηγετών τρίτων χωρών γίνει ανεκτή, τότε οι κανόνες που συγκροτούν τη διεθνή συνεννόηση μετατρέπονται σε διακοσμητικό περίβλημα.
Ακόμη και όσοι συμφωνούμε ότι ο Μαδούρο είναι ένας αυταρχικός ηγέτης, οφείλουμε να πούμε καθαρά: η απαγωγή/σύλληψη του από τις ΗΠΑ δεν είναι «αποκατάσταση της δημοκρατίας». Είναι μια ωμή πράξη ισχύος, που βιάζει το διεθνές δίκαιο και δημιουργεί ένα επικίνδυνο προηγούμενο
Οι διάφορες προσπάθειες εκδίωξης ακόμη και των πλέον αξιοθρήνητων καθεστώτων, όπως διδάσκει η πρόσφατη Ιστορία μπορεί να χειροτερέψει τα πράγματα. Οι Ηνωμένες Πολιτείες πέρασαν 20 χρόνια αποτυγχάνοντας να δημιουργήσουν μια σταθερή κυβέρνηση στο Αφγανιστάν και αντικατέστησαν μια δικτατορία στη Λιβύη με ένα διαλυμένο κράτος. Οι τραγικές συνέπειες του πολέμου του 2003 στο Ιράκ συνεχίζουν να βασανίζουν την Αμερική και τη Μέση Ανατολή. Ίσως το πιο σημαντικό είναι ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν σποραδικά αποσταθεροποιήσει χώρες της Λατινικής Αμερικής, συμπεριλαμβανομένης της Χιλής, της Κούβας, της Γουατεμάλας και της Νικαράγουας, προσπαθώντας να εκδιώξουν κατά καιρούς διάφορες κυβερνήσεις κάποιων από αυτές τι χώρες μέσω της βίας…
Τα αποτελέσματα δεν είναι δυσανάγνωστα…
Το πρόβλημα τώρα για την Ευρώπη δεν είναι ότι πράγματι σε αυτές τις συνθήκες δεν υπάρχουν εύκολες απαντήσεις, αν θες να προτείνεις εφαρμοστέα πολιτική και όχι να δημαγωγήσεις. Το πρόβλημα είναι ότι μοιάζει ότι δεν διακρίνεις εύκολα στις ευρωπαϊκές πολιτικές δυνάμεις, να αναζητούν έστω και αν υπάρχει πραγματική δυσκολία, απαντήσεις. Η ευρωπαϊκές ηγεσίες περιορίζονται σε γενικόλογες δηλώσεις «ανησυχίας», αποφεύγοντας συστηματικά να ονομάσουν το πρόβλημα: βρισκόμαστε μπροστά στην παγίωση του «δικαίου του ισχυρού» ως κυρίαρχου κανόνα.
Η σιωπή – ή η αμηχανία – της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν είναι στάση παροδικής ουδετερότητας λόγω συγκυρίας. Για κάποιες πολιτικές δυνάμεις είναι πολιτική επιλογή. Και κάθε πολιτική επιλογή παράγει συνέπειες. Για τούτο και δεν πρέπει να παρασυρθεί το σύνολο των πολιτικών δυνάμεων της Ευρώπης και πρωτίστως η σοσιαλδημοκρατικές δυνάμεις, σε μια αλλοτριωτική γραμμή αμηχανίας και σιωπής, συνευθύνης με τους ομότεχνους της σχολής σκέψης του Τραμπ και των αντίστοιχων αυταρχικών ηγετών του κόσμου.
Εάν η Ευρώπη αποφεύγει να υπερασπιστεί ενεργά τους θεσμούς του διεθνούς δικαίου, τους αποδυναμώνει. Όταν αποδέχεται τετελεσμένα στο όνομα του «ρεαλισμού», μετατρέπει τον ρεαλισμό σε άλλοθι παραίτησης.
Ακόμη πιο ανησυχητική είναι η στάση επιμέρους ευρωπαϊκών κυβερνήσεων. Η δήλωση του Έλληνα πρωθυπουργού ότι «δεν είναι η στιγμή να σχολιάσουμε τη νομιμότητα» των αμερικανικών ενεργειών συνιστά κάτι περισσότερο από μια ατυχή φράση. Συνιστά έμμεση αποδοχή της λογικής ότι η νομιμότητα είναι δευτερεύουσα όταν μιλά η ισχύς. Για μια χώρα όπως η Ελλάδα, που ιστορικά στηρίχθηκε – και ορθώς – στο διεθνές δίκαιο για την προάσπιση της κυριαρχίας της, μια τέτοια στάση δεν είναι απλώς κοντόφθαλμη, είναι επικίνδυνη.
Το διακύβευμα, όμως, ξεπερνά κατά πολύ την ευρωπαϊκή ή ελληνική διάσταση. Δημιουργείται ένα προηγούμενο που μπορεί αύριο να επικαλεστεί ο Πούτιν για την Ουκρανία, ή οποιαδήποτε άλλη ισχυρή δύναμη θελήσει να «ξεκαθαρίσει λογαριασμούς» στη δική της γεωπολιτική αυλή. Δεν είναι τυχαίο ότι ούτε η Ρωσία ούτε η Κίνα αντιδρούν ουσιαστικά. Η σιωπή τους δεν είναι αμηχανία· είναι σιωπηρή κατανόηση... Η «συμμαχία του αυταρχισμού της εκτελεστικής εξουσίας» φαίνεται να λειτουργεί, έστω άτυπα, πέρα από ιδεολογικές διαφορές.
Αυτό είναι το πιο ανησυχητικό στοιχείο της συγκυρίας: η σταδιακή κανονικοποίηση μιας παγκόσμιας κουλτούρας υπονόμευσης των αρχών του διεθνούς δικαίου. Μιας κουλτούρας όπου η ισχύς νομιμοποιεί τα πάντα και οι θεσμοί υπάρχουν μόνο εφόσον δεν ενοχλούν τους ισχυρούς.
Η ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία βρίσκεται εδώ μπροστά σε μια ιστορική ευθύνη. Όχι να φωνάξει περισσότερο από τους άλλους, αλλά να αρθρώσει μια πειστική, εφαρμόσιμη πολιτική πρόταση. Μια πρόταση που δεν θα αναπαράγει τη λογική της ισχύος, ούτε θα υποκύπτει στον κυνισμό.
Η ανάγκη για ενδυνάμωση της στο αμυντικό στρατιωτικό πεδίο, δεν σημαίνει διολίσθηση στη λογική του “δικαίου του ισχυρού”.
Σημαίνει, πρώτα και κύρια, ανάδειξη της διεθνούς νομιμότητας και την επιβολή της ως ενεργού πολιτικού πεδίου διευθέτησης των διεθνών διαφορών. Όχι ως ηθικό ευχολόγιο, αλλά ως συγκεκριμένο πλαίσιο θεσμικών πρωτοβουλιών: προσφυγές, διεθνείς συμμαχίες, πολιτική πίεση, ενίσχυση των διεθνών οργανισμών που σήμερα περιθωριοποιούνται.
Δεύτερον, σημαίνει ενεργοποίηση της διεθνούς κοινωνίας των πολιτών. Όταν οι κυβερνήσεις σιωπούν ή συμβιβάζονται, οι κοινωνίες μπορούν – και πρέπει – να υπενθυμίζουν ότι η αυθαιρεσία δεν είναι κανονικότητα. Η Ευρώπη έχει ακόμη το ηθικό και πολιτικό κεφάλαιο να το πράξει, αν το θελήσει.
Τρίτον, σημαίνει καθαρή απόρριψη της λογικής ότι «ο σκοπός αγιάζει τα μέσα». Αν η πτώση ενός αυταρχικού ηγέτη επιτυγχάνεται με μέσα που καταλύουν κάθε κανόνα, τότε το τίμημα είναι βαρύτερο από το όφελος. Διότι ανοίγει τον δρόμο σε μια αλυσίδα απρόβλεπτων συγκρούσεων και βίας, σε έναν κόσμο ήδη εύφλεκτο.
Δεν είναι εύκολο να σχεδιάσεις και να υλοποιήσεις πολιτική που να έχει αποτέλεσμα. Είναι όμως ακόμη πιο επικίνδυνο να μην προσπαθείς καν. Αν η Ευρώπη αποδεχθεί σιωπηρά την επιστροφή στο «δίκαιο του ισχυρού», τότε θα έχει απεμπολήσει τον λόγο ύπαρξής της ως πολιτικού εγχειρήματος.
Ας ελπίσουμε – και ας απαιτήσουμε – ότι οι ευρωπαϊκές αξίες δεν θα μείνουν απλώς ρητορική αναφορά. Ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση μπορεί ακόμη να επηρεάσει τις εξελίξεις, όχι ως δύναμη επιβολής, αλλά ως δύναμη κανόνων. Γιατί αν χαθεί κι αυτό, τότε ο κόσμος που έρχεται θα είναι ένας κόσμος χωρίς φρένα. Και σε έναν τέτοιο κόσμο, κανείς δεν είναι πραγματικά ασφαλής.