Έγινε και εξακολουθεί να γίνεται μεγάλη συζήτηση για την «πειρατική» -όπως εύστοχα χαρακτηρίστηκε από τον Κώστα Κούρκουλο- ενέργεια των ΗΠΑ στη Βενεζουέλα. Ανάμεσα στα άλλα, πολλά λέχθηκαν για τη στάση της χώρας μας μέσα από τη σχετική δήλωση του πρωθυπουργού. Σ’ αυτό το θέμα θέλω να σταθώ σ’ αυτό το σημείωμα.
Κατ’ αρχάς χρειάζεται να διακρίνουμε την προσωπική άποψη του κάθε πολίτη από την θέση και στάση της χώρας. Η δική μου άποψη είναι απλή και σαφής. Θεωρώ κατάφορη παραβίαση της ανεξαρτησίας της Βενεζουέλας και του διεθνούς δικαίου την ενέργεια των Αμερικανών. Κι αυτή η ενέργεια δεν νομιμοποιείται με το επιχείρημα ότι ο συλληφθείς και απαχθείς Μαδούρο είναι ένας αιματοβαμμένος και βαθιά διεφθαρμένος δικτάτορας, που είναι. Τελεία και παύλα.
Δεν είναι όμως το ίδιο απλή η θέση μιας χώρας. Η δική μου άποψη, η άποψη του οποιουδήποτε απλού πολίτη, δεν πρόκειται να επηρεάσει τη στάση του Τραμπ, των ΗΠΑ, άλλων εμπλεκόμενων χωρών. Άσε που κανείς από αυτούς δεν πρόκειται να μάθει, ούτε ενδιαφέρεται να μάθει την άποψή μου. Η στάση όμως της χώρας μου επηρεάζει τις διεθνείς της σχέσεις. Η δική μου άποψη μπορεί να διαμορφώνεται μόνο με τα δικά μου κριτήρια δικαίου και ηθικής. Η στάση μιας χώρας οφείλει να διαμορφώνεται μέσα από ένα σύνθετο πλέγμα κριτηρίων όχι μόνο ηθικών, αλλά και πολιτικών, οικονομικών, γεωπολιτικών, στρατιωτικών.
Και για να μιλήσουμε πιο συγκεκριμένα. Η Ελλάδα κινείται μέσα στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Σε κάθε πρόβλημα που αφορά στη διεθνή κατάσταση, έχει πάρει θέση μέσα στο πλαίσιο της ΕΕ. Αλλά και σε ζητήματα εσωτερικά της ΕΕ η θέση της -όπως και κάθε κράτους – μέλους- διαμορφώθηκε μέσα στις διεργασίες των ευρωπαϊκών οργάνων. Οι τελικές αποφάσεις, τις οποίες συνυπογράψαμε, περιέχουν θετικά στοιχεία για μας αλλά ταυτόχρονα περιέχουν και στοιχεία που δεν μας συμφέρουν. Έτσι λειτουργεί η ΕΕ. Υπάρχει κανείς φιλο-ευρωπαίος που διαφωνεί μ’ αυτό;
Στην συγκεκριμένη περίπτωση, υποθέτω ότι όλοι μας ενημερωθήκαμε για τις δηλώσεις των περισσότερων ηγετών της ΕΕ, οι οποίες -πλην του Ισπανού πρωθυπουργού- κινήθηκαν στο ίδιο μήκος κύματος με μικρές διαφοροποιήσεις. Στο ίδιο μήκος κύματος ήταν και οι δηλώσεις του κ. Μητσοτάκη. Όλες οι δηλώσεις έγιναν περίπου ταυτόχρονα. Και όπως ήταν αναμενόμενο, των δηλώσεων προηγήθηκαν συνεννοήσεις και συζητήσεις μεταξύ των ηγετών. Και την επόμενη μέρα δημοσιοποιήθηκε η κοινή δήλωση όλων των κρατών – μελών (πλην της Ουγγαρίας), η οποία ήταν κι αυτή στην ίδια λογική. Η δήλωση αυτή, παρακάμπτει το θέμα της νομιμότητας της αμερικανικής επέμβασης, εστιάζει στην απαλλαγή της Βενεζουέλας από έναν δικτάτορα και ιεραρχεί την ανάγκη για μια ομαλή μετάβαση αυτής της χώρας στη δημοκρατική λειτουργία μέσα στους κανόνες του διεθνούς δικαίου. Μια δήλωση που «καταπίνει» το στυφό της αμερικανικής πειρατείας.
Αν είναι λοιπόν να σταθούμε κάπου, αυτό είναι στη στάση της ΕΕ. Μια στάση που αναδεικνύει για άλλη μια φορά την αδυναμία της Ευρώπης να αντιταχθεί στην πολιτική ισχύος των ΗΠΑ παρά και ενάντια στο διεθνές δίκαιο. Αυτή είναι μια πικρή διαπίστωση που την έχουμε ζήσει σε πολλές περιπτώσεις τη χρονιά που έφυγε, με κορυφαίες τις επιλογές του Τραμπ στον πόλεμο στην Ουκρανία. Η αλήθεια είναι απλή: η Ευρώπη πολύ δύσκολα είναι σε θέση να αποτρέψει τις επιλογές του Τραμπ ακόμα και όταν αυτές αφορούν άμεσα την ίδια. Η στάση των Ευρωπαίων κινείται στην ανάγκη της ενδυνάμωσης της Ευρώπης για να μπορέσει να υπερασπιστεί αποτελεσματικότερα τα συμφέροντά της, μέσα στα οποία είναι και η υπεράσπιση του διεθνούς δικαίου. Ευχή, ελπίδα και ερώτημα ταυτόχρονα.
Θα μπορούσε ο Έλληνας πρωθυπουργός να έχει μια άλλη στάση; Μια στάση διαφοροποίησης, απομάκρυνσης από τους υπόλοιπους εταίρους στην ΕΕ και καταγγελίας του Τραμπ; Όποιος το ισχυρίζεται, ας το δηλώσει ανοιχτά και ας παρουσιάσει τα επιχειρήματά του. Και να σκεφτεί κανείς, ότι στη δήλωση του κ. Μητσοτάκη υπάρχει η διακριτική απόσταση από την αμερικανική ενέργεια με την αναφορά για τον έλεγχο της νομιμότητας σε μελλοντικό χρόνο. Μια αναφορά που δεν την είδα στις δηλώσεις των άλλων ηγετών. Και ας μην φέρει κανείς το παράδειγμα του Ισπανού πρωθυπουργού που κατήγγειλε τις ενέργειες των ΗΠΑ. Μάλλον ήταν ρητορική για εσωτερική κατανάλωση, γιατί την επόμενη μέρα προσυπέγραψε την κοινή δήλωση της ΕΕ που δεν περιείχε καμία καταγγελία.
Θα πρέπει επιπλέον να προσθέσουμε στον προβληματισμό μας, το γεγονός ότι τα γεγονότα στη Βενεζουέλα έρχονται σε μια στιγμή που εξελίσσονται σημαντικά θέματα στην περιοχή μας, στα οποία εμπλέκεται άμεσα η Ελλάδα, όπως και οι ΗΠΑ. Μέχρι στιγμής η εμπλοκή αυτή έχει τα στοιχεία της σύγκλισης ανάμεσα στις δύο χώρες, μιας σύγκλισης όμως που είναι αβέβαιη και εύθραυστη, και βεβαίως μιας σύγκλισης ανάμεσα σε μια μικρή χώρα και μια υπερδύναμη. Μπορεί κανείς να αγνοήσει αυτή τη διαφορά ισχύος; Το να μην την αγνοήσεις δεν σημαίνει να παραδοθείς. Σημαίνει να μπορείς να διατηρήσεις την σχετική αυτονομία σου σε πλαίσιο συμμαχικό και συνεργατικό. Να συνεργαστείς και να κρατήσεις τις αποστάσεις που εκτιμάς ότι χρειάζεται να πάρεις. Είναι απλό και εύκολο;
Μπορώ να κατανοήσω την κριτική πολλών πολιτών, όταν συγχέουν και ταυτίζουν την προσωπική τους επιλογή με τη στάση που διαμορφώνει η χώρα. Μια ταύτιση που υποδηλώνει εύκολη συναισθηματική αντίδραση, καθώς και άγνοια δεδομένων, άγνοια των διακρατικών και διεθνών σχέσεων, άγνοια των διπλωματικών, στρατιωτικών και οικονομικών παραγόντων.
Αυτό όμως δεν ισχύει στις περιπτώσεις πολιτικών (όπως του πρώην πρωθυπουργού κ. Σαμαρά) που γνωρίζουν πολύ καλύτερα από μας τους κοινούς πολίτες το τι συμβαίνει στην ΕΕ και στις σχέσεις και υποχρεώσεις μας απέναντί της, όπως και στις σχέσεις μας με τις ΗΠΑ στα θέματα της Ανατολικής Μεσογείου. Σ’ αυτή την περίπτωση δεν μιλάμε για άγνοια και επιπολαιότητα, αλλά για βαθιά υποκρισία και χυδαίο λαϊκισμό. Όπως επίσης η άγνοια και ο συναισθηματισμός δεν ισχύουν στις περιπτώσεις πολιτικών και κομμάτων που καταδικάζουν την αμερικανική επέμβαση την ίδια στιγμή που επί τέσσερα χρόνια υπερασπίζονται άμεσα ή έμμεσα τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία. Γι’ αυτούς ισχύει ότι λειτουργούν ευθέως υπέρ των ρωσικών συμφερόντων και η στάση τους δεν έχει καμία σχέση με την ευαισθησία για το διεθνές δίκαιο.
Αλλά στο σημείο αυτό είναι αναγκαίο να σχολιάσω το ερώτημα που πολλοί από τους παραπάνω θέτουν: γιατί στην Ουκρανία επικαλούμαστε το διεθνές δίκαιο και στη Βενεζουέλα όχι; Και η κριτική που συνοδεύει το ερώτημα είναι ότι η κατά περίπτωση επίκληση του διεθνούς δικαίου δεν συνιστά υπεράσπισή του. Το διεθνές δίκαιο ή ισχύει διεθνώς, δηλαδή παντού ή δεν ισχύει. Όντως η θέση αυτή έχει μεγάλη δόση αλήθειας. Η ανθρωπότητα, ειδικά από τον 20ο αιώνα και μετά, βρίσκεται σε μια ασθενή και εύθραυστη ισορροπία ανάμεσα στην ισχύ του διεθνούς δικαίου και στην επιβολή μονομερών συμφερόντων ενάντια στο διεθνές δίκαιο με την ισχύ των όπλων και του χρήματος. Στην περίπτωση της Ουκρανίας, η Ευρώπη είχε και έχει σε ένα βαθμό την ισχύ να επηρεάσει τις εξελίξεις προς όφελος του διεθνούς δικαίου. Και το έκανε και το κάνει στα όρια των δυνατοτήτων της, πράγμα που βοήθησε τους ουκρανούς στον αγώνα τους. Γι’ αυτό και η επίκληση του διεθνούς δικαίου εδώ έχει νόημα και ουσία, έχει πρακτικό αντίκτυπο. Στη Βενεζουέλα, η Ευρώπη δεν φαίνεται να έχει αυτή τη δυνατότητα, δεν έχει σήμερα την ισχύ να επηρεάσει. Βεβαίως και γίνεται και εδώ αναφορά αλλά περισσότερο προσβλέποντας στο αύριο της Βενεζουέλας και καθόλου στην αμερικανική επέμβαση. Αυτή είναι η απλή και σκληρή αλήθεια. Η υπεράσπιση του διεθνούς δικαίου, τόσο σε εθνικό επίπεδο όσο και ευρύτερα προϋποθέτει ισχύ από αυτόν που το σέβεται, για να μπορεί να το επικαλείται δυναμικά και όχι ικετευτικά ή ρητορικά. Κι αυτό είναι ένα από τα πιο σημαντικά ζητούμενα για την Ελλάδα και την Ευρώπη.