Όταν η πολιτική νοσταλγία επιχειρεί να παρουσιαστεί ως ιστορική αναγκαιότητα και το rebranding της λεγόμενης «Αριστεράς» βαφτίζεται «νέα αρχή».
«Στο ραντεβού με την Ιστορία, ας είμαστε όλοι εκεί», δήλωσε ο Αλέξης Τσίπρας, επιχειρώντας να προσδώσει ιστορικό βάθος και χαρακτήρα πολιτικής επανεκκίνησης στο νέο του εγχείρημα. Μόνο που στην πολιτική, η επίκληση της Ιστορίας είναι πάντα δίκοπο μαχαίρι. Γιατί η Ιστορία δεν λειτουργεί μόνο ως σκηνικό επιστροφής· λειτουργεί και ως μηχανισμός μνήμης. Και η μνήμη της ελληνικής κοινωνίας γύρω από την πορεία της λεγόμενης «Αριστεράς» την τελευταία δεκαετία δεν διαγράφεται με ένα νέο σύνθημα, μια διαφορετική αισθητική ή μια πιο ώριμη επικοινωνιακή συσκευασία.
Υπάρχει κάτι βαθιά αποκαλυπτικό στον τρόπο με τον οποίο επανέρχεται πολιτικά ο πρώην πρωθυπουργός. Όχι μόνο για τον ίδιο, αλλά κυρίως για την κατάσταση στην οποία έχει περιέλθει, συνολικά, ο χώρος της ελληνικής κεντροαριστεράς και της λεγόμενης «προοδευτικής παράταξης». Διότι το νέο εγχείρημα που επιχειρεί να στήσει δεν μοιάζει με ιδεολογική αναγέννηση της Αριστεράς. Μοιάζει περισσότερο με πολιτική απόπειρα διάσωσης ενός χώρου που έχει χάσει τη στρατηγική, την ταυτότητα και — κυρίως — την ιστορική του αυτογνωσία.
Και γι’ αυτό ακριβώς το νέο αφήγημα Τσίπρα είναι πολύ πιο ενδιαφέρον ως σύμπτωμα παρακμής παρά ως σχέδιο ανασύνθεσης.
Η αλήθεια είναι σκληρή: η ελληνική λεγόμενη «Αριστερά» μετά το 2015 δεν ηττήθηκε μόνο πολιτικά. Ηττήθηκε ηθικά, στρατηγικά και ιστορικά. Υποσχέθηκε «νέα πολιτική» και κατέληξε να κυβερνά με όρους παλαιοκομματικής διαχείρισης εξουσίας. Υποσχέθηκε ρήξη με το σύστημα, και τελικά ενσωματώθηκε σε αυτό ταχύτερα από οποιονδήποτε προκάτοχό της. Υποσχέθηκε θεσμικό εκδημοκρατισμό, και παρήγαγε ένα υβρίδιο αρχηγισμού, λαϊκισμού και κρατικοδίαιτης κομματικής νομενκλατούρας.
Κι όμως, αντί να προηγηθεί μια βαθιά πολιτική αυτοκριτική για αυτή τη διαδρομή, επιχειρείται τώρα κάτι διαφορετικό: η πολιτική λήθη ως στρατηγική επανεκκίνησης.
Το νέο εγχείρημα Τσίπρα δεν στηρίζεται σε μια νέα ιδεολογική πρόταση. Στηρίζεται στην πεποίθηση ότι η κοινωνία κουράστηκε, ότι η φθορά της κυβέρνησης αρκεί από μόνη της για να νομιμοποιήσει, εκ νέου, πολιτικά το παλιό αντιδεξιό μέτωπο. Πρόκειται για μια λογική σχεδόν μεταπολιτευτικής ανακύκλωσης: «δεν χρειάζεται να αλλάξουμε ουσιαστικά — αρκεί να επιστρέψουμε πιο επικοινωνιακά ώριμοι».
Μόνο που το πρόβλημα δεν ήταν ποτέ επικοινωνιακό.
Το πρόβλημα του ΣΥΡΙΖΑ, και του ίδιου του Τσίπρα, ήταν βαθύτερα πολιτικό: η μετατροπή της αντιπολιτευτικής αγανάκτησης σε μόνιμη ιδεολογία διακυβέρνησης. Η κουλτούρα σύμφωνα με την οποία όποιος διαφωνεί είναι “νεοφιλελεύθερος”, όποιος ασκεί κριτική είναι “συστημικός”, και όποιος ζητά μεταρρυθμίσεις αντιμετωπίζεται περίπου ως κοινωνικός εχθρός.
Αυτό ακριβώς επιχειρεί σήμερα να επανασυσκευαστεί ως «νέα προοδευτική πρόταση».
Μόνο που η κοινωνία του 2026 δεν είναι η κοινωνία των πλατειών του 2012. Η Ελλάδα πέρασε μνημόνια, γεωπολιτικές κρίσεις, πανδημία, ενεργειακή αστάθεια, εισβολή και ο πόλεμος στην Ουκρανία, και διεθνή αβεβαιότητα. Το αίτημα πλέον, δεν είναι η συναισθηματική εκτόνωση της οργής. Είναι η αξιοπιστία, η σοβαρότητα, η διοικητική επάρκεια και η θεσμική εμπιστοσύνη.
Και εδώ αποκαλύπτεται η βαθύτερη αντίφαση του νέου εγχειρήματος: θέλει να εμφανιστεί ως «νέο», χωρίς να συγκρουστεί πραγματικά με ό,τι το καθιστά παλιό.
Δεν είναι τυχαίο, ότι μεγάλο μέρος του αφηγήματος επενδύει ξανά στην έννοια της «προοδευτικής συσπείρωσης απέναντι στη Δεξιά». Πρόκειται για το τελευταίο πολιτικό καταφύγιο ενός χώρου που δυσκολεύεται να παράξει αυτόνομο στρατηγικό αφήγημα εξουσίας. Όταν δεν μπορείς να πείσεις για το δικό σου σχέδιο, προσπαθείς να κυβερνήσεις μέσω φόβου απέναντι στον αντίπαλο.
Αυτό όμως δεν είναι πολιτική πρωτοπορία. Είναι πολιτική αμηχανία.
Και ίσως εδώ βρίσκεται η ουσία: το νέο εγχείρημα Τσίπρα δεν αποτελεί επιστροφή της Αριστεράς. Αποτελεί την προσπάθεια ενός ολόκληρου πολιτικού χώρου να αποφύγει την ιστορική του ενηλικίωση. Να αποφύγει να παραδεχθεί ότι ο αντισυστημικός λαϊκισμός της προηγούμενης δεκαετίας εξάντλησε τα όριά του και ότι χωρίς βαθιά ιδεολογική αναθεώρηση, η «προοδευτική επανεκκίνηση» κινδυνεύει να εξελιχθεί απλώς σε ακόμη μία εκδοχή πολιτικού rebranding της ήττας και της οπισθοδρόμησης.
Γιατί τελικά, το πιο δύσκολο στην πολιτική δεν είναι να επιστρέψεις. Είναι να επιστρέψεις έχοντας πραγματικά αλλάξει σε αφήγημα σε στρατηγική για την ανασυγκρότηση και τον εκσυγχρονισμό της χώρας.