Η κατοικία ως δικαίωμα των πολλών ή ο θρίαμβος της αδικίας υπέρ των λίγων;

Νικόλαος Τζώρτζης 24 Μαϊ 2026

Για χιλιάδες νέους ανθρώπους στην Ελλάδα του 2026, η ενηλικίωση δεν συνοδεύεται πλέον από ανεξαρτησία, αλλά από αδιέξοδο. Εργαζόμενοι με πλήρες ωράριο αδυνατούν να νοικιάσουν αξιοπρεπές σπίτι χωρίς να ξοδεύουν το μεγαλύτερο μέρος του εισοδήματός τους. Ζευγάρια αναβάλλουν τη δημιουργία οικογένειας. Φοιτητές δυσκολεύονται να βρουν κατοικία στις πόλεις όπου σπουδάζουν. Και ολοένα περισσότεροι νέοι παραμένουν στο πατρικό σπίτι, όχι από επιλογή, αλλά από οικονομική δυσπραγία.

Η στεγαστική κρίση έχει πλέον μετατραπεί σε μία από τις βαθύτερες κοινωνικές κρίσεις της χώρας. Και παρότι η κυβέρνηση της Ν.Δ. επιμένει να παρουσιάζει την κατάσταση ως αποτέλεσμα «διεθνών τάσεων», η πραγματικότητα είναι ότι συγκεκριμένες πολιτικές επιλογές συνέβαλαν καθοριστικά στη διόγκωση του προβλήματος.

Τα τελευταία χρόνια, τα ενοίκια έχουν αυξηθεί δραματικά, ιδιαίτερα στην Αθήνα, στη Θεσσαλονίκη, στον Πειραιά και σε τουριστικές περιοχές. Το παράδοξο είναι εμφανές: μία χώρα με μισθούς αισθητά χαμηλότερους από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο εμφανίζει πλέον στεγαστικό κόστος συγκρίσιμο με πολύ πλουσιότερες ευρωπαϊκές πόλεις. Το αποτέλεσμα είναι η στέγη να μετατρέπεται σταδιακά από κοινωνικό δικαίωμα σε προνόμιο για λίγους.

Οι αιτίες είναι πολλές και αλληλένδετες. Η έκρηξη των βραχυχρόνιων μισθώσεων τύπου Airbnb μείωσε σημαντικά το διαθέσιμο απόθεμα κατοικιών για μακροχρόνια μίσθωση. Περιοχές όπως, το ιστορικό κέντρο της Αθήνας, το Κουκάκι, τα Εξάρχεια, η Κυψέλη ή το Μεταξουργείο γνώρισαν έντονη τουριστικοποίηση εν είδει τουριστικών πάρκων, με διαμερίσματα να μετατρέπονται μαζικά σε τουριστικά καταλύματα. Παράλληλα, η Golden Visa προσήλκυσε ξένες επενδύσεις, κυρίως από Ισραηλινούς, Κινέζους, Ρώσους, Τούρκους και Άραβες, σε ακίνητα υψηλής ζήτησης, ενισχύοντας περαιτέρω την πίεση στις τιμές, αλλά και αποτελώντας δυνητικό εθνικό κίνδυνο για παραμεθόριες ή νησιωτικές περιοχές.

Ωστόσο, το πρόβλημα δεν εξαντλείται εκεί. Η βαθύτερη αιτία είναι η χρόνια απουσία στεγαστικής πολιτικής στην Ελλάδα. Μετά την οικονομική κρίση, η οικοδομική δραστηριότητα κατέρρευσε, χιλιάδες ακίνητα αφέθηκαν στη φθορά του χρόνου ή έμειναν κλειστά και το κράτος κυριολεκτικά αποσύρθηκε από οποιαδήποτε πολιτική κοινωνικής κατοικίας. Εν αντιθέσει με πολλές ευρωπαϊκές χώρες, η Ελλάδα δεν δημιούργησε ποτέ ισχυρό απόθεμα κοινωνικών κατοικιών ούτε μηχανισμούς προστασίας των ενοικιαστών.

Απέναντι σε αυτή την πραγματικότητα, η κυβέρνηση της Ν.Δ. επέλεξε μία πολιτική που στηρίζεται σχεδόν αποκλειστικά στην τόνωση της ζήτησης. Προγράμματα κρατικής συγχρηματοδότησης στεγαστικών δανείων, όπως το «Σπίτι μου Ι, ΙΙ κλπ.» παρουσιάστηκαν ως λύσεις για τους νέους, στην πράξη όμως λειτούργησαν κυρίως ως εργαλεία ενίσχυσης της αγοραστικής πίεσης σε μια ήδη ασφυκτική αγορά, αλλά και ενίσχυσης των συστημικών τραπεζών.

Η οικονομική λογική και θεωρία είναι απλή: όταν αυξάνεις τη δυνατότητα αγοράς χωρίς να αυξάνεις την προσφορά διαθέσιμων κατοικιών, οι τιμές αυξάνονται ακόμη περισσότερο. Αντί δηλαδή να επιλυθεί το πρόβλημα, διογκώνεται. Πρόκειται για μία μυωπική πολιτική που αντιμετωπίζει τη στεγαστική κρίση ως ζήτημα χρηματοδότησης και όχι ως δομικό κοινωνικό πρόβλημα.

Την ίδια στιγμή, η κυβέρνηση καθυστέρησε να παρέμβει ουσιαστικά στη ρύθμιση των βραχυχρόνιων μισθώσεων, ενώ επί χρόνια ενθάρρυνε ένα παρωχημένο μοντέλο ανάπτυξης που βασίζεται στην υπερεκμετάλλευση του real estate και του τουρισμού, αντί αλλαγής του παραγωγικού μοντέλου με αύξηση των παραγωγικών επενδύσεων. Η μετατροπή της κατοικίας σε επενδυτικό προϊόν απέφερε σημαντικά κέρδη σε funds και διαχειριστές κόκκινων δανείων, επενδυτές και ιδιοκτήτες μεγάλης ακίνητης περιουσίας, αλλά επιβάρυνε δραματικά την καθημερινότητα των πολιτών.

Οι κοινωνικές συνέπειες είναι πλέον ορατές παντού. Το ποσοστό ιδιοκατοίκησης στην Ελλάδα έχει πάρει την κατιούσα. Δημιουργείται σταδιακά μια «γενιά ενοικιαστών», χωρίς προοπτική ιδιοκατοίκησης και χωρίς οικονομική ασφάλεια. Νέοι άνθρωποι αναγκάζονται να συγκατοικούν όχι από επιλογή αλλά από ανάγκη. Η ηλικία αποχώρησης από το πατρικό σπίτι αυξάνεται συνεχώς, αγγίζοντας ακόμη και ηλικίες πέραν των 30 ετών, ενώ η αδυναμία πρόσβασης σε σταθερή και αξιοπρεπή κατοικία επηρεάζει άμεσα τις προσωπικές σχέσεις, τη δημιουργία οικογένειας και την απόφαση για απόκτηση παιδιών, διογκώνοντας εκ παραλλήλου και το ήδη ταχέως επιδεινούμενο δημογραφικό πρόβλημα.

Παράλληλα, η στεγαστική ανασφάλεια δημιουργεί έντονη ψυχολογική πίεση. Η συνεχής αγωνία για το αν θα αυξηθεί το ενοίκιο, αν θα χρειαστεί κάποιος να αλλάξει γειτονιά ή ακόμη και πόλη, αν θα μπορεί να ανταποκριθεί στα βασικά έξοδα του μήνα, παράγει ένα διαρκές αίσθημα αβεβαιότητας. Η κατοικία, που θα έπρεπε να αποτελεί στοιχείο σταθερότητας και ασφάλειας, μετατρέπεται σε πηγή άγχους και κοινωνικής ανασφάλειας.

Οι πιέσεις αυτές δεν αφορούν μόνο τα χαμηλότερα εισοδήματα. Πλέον επηρεάζουν ευρύτερα στρώματα της μεσαίας τάξης, ακόμη και ανθρώπους με σταθερή εργασία, με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα του δημοσίους υπαλλήλους. Και αυτό είναι ίσως το πιο ανησυχητικό στοιχείο: η στεγαστική κρίση παύει να είναι πρόβλημα «των αδυνάμων» και μετατρέπεται σε συνολικό πρόβλημα κοινωνικής συνοχής.

Σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες, οι κυβερνήσεις αναγκάστηκαν να αναγνωρίσουν τη στέγη ως κρίσιμο δημόσιο αγαθό και να προχωρήσουν σε παρεμβάσεις. Στη Βαρκελώνη και σε άλλες ισπανικές πόλεις επεβλήθησαν περιορισμοί στις βραχυχρόνιες μισθώσεις προκειμένου να προστατευθεί το διαθέσιμο οικιστικό απόθεμα. Στο Βερολίνο επιχειρήθηκαν πολιτικές ελέγχου των ενοικίων. Η Βιέννη εξακολουθεί να θεωρείται ευρωπαϊκό πρότυπο κοινωνικής κατοικίας, καθώς μεγάλο μέρος των κατοίκων της ζει σε δημόσια ή επιδοτούμενα διαμερίσματα με προσιτά ενοίκια. Σε άλλες χώρες εφαρμόζονται φόροι σε κενές κατοικίες ή ισχυρά κίνητρα για μακροχρόνιες μισθώσεις.

Η κοινή συνισταμένη όλων αυτών των παραδειγμάτων είναι σαφής: η ασύδοτη και δίχως κανένα ρυθμιστικό πλαίσιο αγορά δεν λύνει το στεγαστικό πρόβλημα. Χρειάζεται ενεργή κρατική παρέμβαση.

Τουναντίον, στην Ελλάδα, η κυβέρνηση της Ν.Δ. επιμένει κυρίως σε επιδοματικές ή δανειακές λύσεις που ενισχύουν τη ζήτηση χωρίς να θεραπεύουν τις δομικές αιτίες της κρίσης, χωρίς να στοχεύουν στην τόνωση της προσφοράς. Το αποτέλεσμα είναι να δημιουργείται η εντύπωση παρέμβασης, χωρίς καμία ουσιαστική αποκλιμάκωση των τιμών.

Ακριβώς γι’ αυτό η στεγαστική κρίση δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται με αποσπασματικές παρεμβάσεις ή αποκλειστικά με εργαλεία επιδότησης της ζήτησης. Απαιτεί ένα συνεκτικό δημόσιο σχέδιο με κοινωνικό και αναπτυξιακό πρόσημο. Σε αυτό το πλαίσιο, το ΠΑ.ΣΟ.Κ. έχει παρουσιάσει μία πιο ολοκληρωμένη προγραμματική πρόταση για το στεγαστικό ζήτημα. Η βασική της φιλοσοφία είναι ότι η κατοικία αποτελεί κοινωνικό δικαίωμα και όχι απλώς επενδυτικό προϊόν. Οι προτάσεις που έχουν παρουσιαστεί περιλαμβάνουν δημιουργία αποθέματος κοινωνικών κατοικιών, αξιοποίηση κλειστών ακινήτων, αυστηρότερη ρύθμιση της Golden Visa, θέσπιση της Angel Visa που αφορά επενδύσεις από ξένους σε μικρομεσαίες επιχειρήσεις στην περιφέρεια, κίνητρα για μακροχρόνιες μισθώσεις και παρεμβάσεις απέναντι στην κερδοσκοπία που αναπτύσσεται γύρω από την αγορά ακινήτων.

Πρόκειται για μια διαφορετική πολιτική προσέγγιση: όχι απλώς περισσότερη χρηματοδότηση προς μία ήδη υπερθερμασμένη αγορά, αλλά ενεργός και ουσιαστικός ρόλος του κράτους στη διαμόρφωση όρων κοινωνικής ισορροπίας.

Η στεγαστική κρίση δεν είναι φυσικό φαινόμενο ούτε αναπόφευκτη εξέλιξη. Είναι αποτέλεσμα πολιτικών επιλογών. Και όσο η τωρινή κυβέρνηση διά μυωπικών νεοφιλελεύθερων πολιτικών αντιμετωπίζει το σπίτι κυρίως ως επενδυτικό asset και όχι ως βασική κοινωνική ανάγκη και δικαίωμα, η στεγαστική κρίση θα βαθαίνει.

Εντέλει, το κρίσιμο ερώτημα είναι βαθιά πολιτικό και κοινωνικό και δεν αντιμετωπίζεται με αμιγώς οικονομικούς όρους: Σε Ελλάδα θέλουμε να ζούμε; Σε μία Ελλάδα όπου η κατοικία αποτελεί κατοχυρωμένο δικαίωμα για τους πολλούς ή σε μία Ελλάδα που η κατοικία έχει γίνει συνώνυμο του θριάμβου της αδικίας χάριν του πλουτισμού, της κερδοσκοπίας και των προνομίων των λίγων;