Η «συμβουλοκρατία», το νέο μοντέλο διακυβέρνησης που αναπτύσσεται στην Ελλάδα

Κώστας Χλωμούδης 07 Μαρ 2026

Στις δημοκρατίες, η δημόσια πολιτική σχεδιάζεται από θεσμούς που λογοδοτούν στους πολίτες. Όταν όμως η χάραξη και υλοποίηση της πολιτικής μεταφέρεται συστηματικά σε ιδιωτικά γραφεία συμβούλων, τότε το ζήτημα παύει να είναι τεχνικό και γίνεται βαθιά πολιτικό.

Γιατί όταν υπάρχει μια κυρίαρχη ιδεολογική εμμονή όλα να θεωρούνται ως εμπόρευμα, στο τέλος εμπορευματοποιείται και η ίδια η δημοκρατία, όπως εξελίσσονται τα πράγματα στην Ελλάδα αλλά εντονότερα βλέπουμε στις ΗΠΑ του παρόντος με πρόεδρο το κο Τραμπ.

Τα ευρήματα της πρόσφατης έρευνας Consultocracy αποτυπώνουν μια πραγματικότητα που πολλοί υποψιάζονταν, αλλά ελάχιστοι είχαν τεκμηριώσει με στοιχεία. Μεταξύ 2017 και 2025 το ελληνικό Δημόσιο υπέγραψε 3.079 συμβάσεις συμβουλευτικών υπηρεσιών συνολικής αξίας άνω των 1,5 δισεκατομμυρίων ευρώ με ιδιωτικές εταιρείες. Το πιο ανησυχητικό όμως δεν είναι το ποσό. Είναι η δομή αυτής της δαπάνης: μόλις το 1% των αναδόχων απορροφά το 96% των χρημάτων, ενώ περίπου έξι στις δέκα συμβάσεις έγιναν με απευθείας ανάθεση.

Τα στοιχεία αυτά δεν περιγράφουν απλώς μια διοικητική επιλογή. Περιγράφουν μια δομική μετατόπιση εξουσίας από το κράτος προς ένα περιορισμένο δίκτυο ιδιωτικών συμβουλευτικών εταιρειών.

Από τη γραφειοκρατία στη συμβουλοκρατία

Η κυβέρνηση διαφημίζει εδώ και χρόνια τη μείωση της γραφειοκρατίας ως βασικό πυλώνα της πολιτικής της. Ωστόσο, η πραγματικότητα δείχνει κάτι διαφορετικό: αντί για λιγότερη γραφειοκρατία, έχουμε περισσότερη «συμβουλοκρατία» – μια αυξανόμενη εξάρτηση της δημόσιας διοίκησης από εξωτερικούς συμβούλους για τον σχεδιασμό, την εφαρμογή και συχνά μέχρι και τη συγγραφή δημόσιων πολιτικών.

Η εμπλοκή εξειδικευμένων συμβούλων σε σύνθετα έργα δεν είναι από μόνη της προβληματική. Σε κάθε σύγχρονο κράτος υπάρχουν περιπτώσεις όπου εξωτερική τεχνογνωσία είναι χρήσιμη. Το ζήτημα όμως προκύπτει όταν η χρήση συμβούλων παύει να είναι συμπληρωματική και γίνεται υποκατάσταση του ίδιου του κράτους.

Τότε προκύπτουν εύλογα ερωτήματα:

  • Ποιος σχεδιάζει τελικά τη δημόσια πολιτική;
  • Ποιος αξιολογεί την ποιότητα των παραδοτέων;
  • Και κυρίως: ποιος λογοδοτεί για το δημόσιο χρήμα;

Το φαινόμενο της συγκέντρωσης

Η έρευνα καταγράφει ένα ιδιαίτερα ανησυχητικό μοτίβο συγκέντρωσης. Ενώ πάνω από 1.200 εταιρείες εμφανίζονται στις συμβάσεις, η συντριπτική πλειονότητα της δαπάνης κατευθύνεται σε λίγες μεγάλες εταιρείες συμβούλων.

Η εικόνα αυτή δεν παραπέμπει σε ανοικτή αγορά υπηρεσιών, αλλά σε ένα ολιγοπωλιακό σύστημα αναθέσεων, στο οποίο συγκεκριμένοι παίκτες βρίσκονται διαρκώς στην κορυφή της κατανομής των έργων.

Σε μια οικονομία που υποτίθεται ότι λειτουργεί με όρους ανταγωνισμού, η τόσο έντονη συγκέντρωση δημιουργεί εύλογες υποψίες:
όχι απλώς για διοικητική ευκολία, αλλά για ένα σταθεροποιημένο πλέγμα προνομιακών σχέσεων μεταξύ κράτους και συγκεκριμένων ιδιωτικών συμφερόντων.

Η εμπειρία της αγοράς

Η εικόνα αυτή επιβεβαιώνεται και από την εμπειρία όσων δραστηριοποιούνται στον χώρο των μελετών και των συμβουλευτικών υπηρεσιών εδώ και δεκαετίες.

Η προσωπική μου υπόθεση εργασίας —μετά από τριάντα χρόνια επαγγελματικής εμπειρίας στον χώρο— είναι ότι αν είχαμε πλήρη εικόνα των δαπανών για μελέτες και συμβουλευτικές υπεργολαβίες, θα εκπλησσόμασταν από το πραγματικό τους ύψος.

Ακόμη σημαντικότερο όμως είναι να γνωρίσουμε τους τελικούς αλλά και τους ενδιάμεσους αποδέκτες αυτών των δαπανών.

Οι πρώτες ενδείξεις δείχνουν την ύπαρξη ενός cluster συμβούλων, όπου συγκεκριμένες ελληνικές μελετητικές εταιρείες συνυπάρχουν με τις λεγόμενες “Big 4”, σε μια ιδιότυπη ισορροπία κατανομής έργων.

Η εμπειρία της αγοράς δείχνει επίσης κάτι ακόμη πιο ανησυχητικό: η σχέση κόστους και πραγματικής αξίας των παραδοτέων έχει ξεφύγει από κάθε λογική.

Το κλειστό σύστημα επιρροής

Η συζήτηση δεν αφορά μόνο την οικονομική διάσταση.

Αφορά και ένα ευρύτερο σύστημα επιρροής. Ένα σύστημα στο οποίο εταιρείες συμβούλων, επικοινωνιακές εταιρείες και υπεργολάβοι λειτουργούν ως ένα cluster δομημένων συμφερόντων.

Στο πλαίσιο αυτό επηρεάζεται όχι μόνο η κατανομή των δημοσίων έργων, αλλά και:

  • η διαμόρφωση του δημόσιου μηνύματος προς τους πολίτες
  • η κατανομή της διαφημιστικής δαπάνης στα μέσα ενημέρωσης
  • και τελικά η ίδια η πολιτική ατζέντα.

Έτσι διαμορφώνεται ένα κλειστό σύστημα χρηματοδότησης, το οποίο λειτουργεί με άφθονο δημόσιο χρήμα και περιορισμένους μηχανισμούς ελέγχου.

Η «μαύρη τρύπα» του ΥπερΤαμείου

Σε αυτή τη συζήτηση υπάρχει και μια πτυχή που παραμένει σχεδόν εκτός δημόσιας προσοχής: οι συμβάσεις που συνάπτουν οι φορείς του ΥπερΤαμείου, συμπεριλαμβανομένου του ΤΑΙΠΕΔ που ενσωματώθηκε τελευταία στο ΥπερΤαμείο.

Θα ήταν πραγματική συμβολή στη δημοκρατία και στη λογοδοσία να αποκτούσαμε μια πλήρη εικόνα των εξόδων αυτών των οργανισμών για συμβουλευτικές υπηρεσίες και μελέτες.

Διότι εδώ εμφανίζεται ένα ακόμη θεσμικό παράδοξο:
αυτές οι δαπάνες δεν υπάγονται στον έλεγχο του Ελεγκτικού Συνεδρίου, όπως συμβαίνει με τις υπόλοιπες δημόσιες δαπάνες στην ελληνική έννομη τάξη.

Η απουσία αυτού του ελέγχου δημιουργεί ένα θεσμικό κενό. Και το κενό αυτό γίνεται ακόμη πιο ανησυχητικό όταν συνδυάζεται με την ήδη διαπιστωμένη τάση συγκέντρωσης συμβάσεων σε περιορισμένο αριθμό εταιρειών.

Η ανάγκη εθνικής συζήτησης

Το ζήτημα, λοιπόν, δεν είναι απλώς αν η κυβέρνηση Μητσοτάκη δαπανά πολλά χρήματα σε συμβούλους.

Το πραγματικό ερώτημα είναι βαθύτερο:

Πού τελειώνει το κράτος και πού αρχίζει το δίκτυο ιδιωτικών συμβούλων που το περιβάλλει;

Η Ελλάδα χρειάζεται μια σοβαρή, διακομματική συζήτηση για τα όρια αυτού του μοντέλου διακυβέρνησης.
Μια συζήτηση που θα αφορά:

  • τη διαφάνεια στις συμβάσεις συμβούλων
  • την ενίσχυση των εσωτερικών ικανοτήτων της δημόσιας διοίκησης
  • και τον θεσμικό επανακαθορισμό του ρόλου του ΥπερΤαμείου.

Γιατί όταν το κράτος μετατρέπεται σταδιακά σε διαχειριστή συμβάσεων προς ιδιώτες συμβούλους, τότε δεν μιλάμε απλώς για κακή διοίκηση.

Μιλάμε για μετασχηματισμό της ίδιας της δημοκρατικής διακυβέρνησης και σε εμπορευματοποίησης της Πολιτικής.