Από τη γεωπολιτική αστάθεια στην άνοδο της Ακροδεξιάς -γιατί η απάντηση δεν είναι η αναδίπλωση αλλά η βαθύτερη ευρωπαϊκή ολοκλήρωση
Η Ευρώπη βρίσκεται ξανά σε ιστορικό σταυροδρόμι. Οι διαδοχικές κρίσεις της τελευταίας δεκαπενταετίας -οικονομική, υγειονομική, ενεργειακή, γεωπολιτική- δεν λειτούργησαν απλώς σωρευτικά· λειτούργησαν διαβρωτικά πάνω στην ίδια την ιδέα της ευρωπαϊκής ενοποίησης. Το ερώτημα που πλανάται πλέον ανοιχτά δεν είναι αν η Ευρωπαϊκή Ένωση χρειάζεται μεταρρυθμίσεις, αλλά αν μπορεί να επιβιώσει χωρίς ένα νέο άλμα εμβάθυνσης και πολιτικής ενοποίησης.
Η επιστροφή του πολέμου στην ευρωπαϊκή ήπειρο, η αστάθεια στη Μέση Ανατολή, η αναδιάταξη ισχύος μεταξύ ΗΠΑ και Κίνας, η εργαλειοποίηση της ενέργειας και των μεταναστευτικών ροών, συνθέτουν ένα περιβάλλον μόνιμης πίεσης. Σε αυτό το πλαίσιο, τα εθνικά κράτη της Ευρώπης αποδεικνύονται ολοένα και πιο μικρά για να αντιμετωπίσουν προκλήσεις που είναι δομικά υπερεθνικές.
Κι όμως, την ίδια στιγμή που η γεωπολιτική πραγματικότητα ωθεί προς περισσότερη ένωση, στο εσωτερικό των ευρωπαϊκών κοινωνιών ενισχύονται φυγόκεντρες δυνάμεις. Η Ακροδεξιά, με διαφορετικές εθνικές εκφάνσεις αλλά κοινό ιδεολογικό πυρήνα, επενδύει στον φόβο: φόβο για την ασφάλεια, για την ταυτότητα, για την οικονομική καθίζηση. Επανεισάγει στον δημόσιο λόγο έννοιες αποκλεισμού, αυταρχισμού και «εσωτερικού εχθρού», υπονομεύοντας τον φιλελεύθερο δημοκρατικό πυρήνα της ευρωπαϊκής ιδέας.
Δεν πρόκειται για συγκυριακό φαινόμενο. Είναι αποτέλεσμα κοινωνικών ανισοτήτων, περιφερειακών ανισορροπιών, αλλά και πολιτικής αμηχανίας των φιλοευρωπαϊκών δυνάμεων. Όπου η Ευρώπη εμφανίστηκε ως τεχνοκρατικός μηχανισμός λιτότητας και όχι ως εγγυητής ευημερίας και προστασίας, άφησε χώρο σε δημαγωγικές αφηγήσεις «εθνικής ανακατάληψης».
Ακριβώς εδώ βρίσκεται η μεγάλη στρατηγική παρεξήγηση: η απάντηση στην κρίση νομιμοποίησης δεν είναι λιγότερη Ευρώπη, αλλά περισσότερη - και κυρίως διαφορετική - Ευρώπη. Σε έναν κόσμο ηπειρωτικών δυνάμεων, καμία ευρωπαϊκή χώρα μόνη της δεν μπορεί να διαπραγματευτεί ισότιμα σε επίπεδο άμυνας, τεχνολογίας ή ενέργειας. Η στρατηγική αυτονομία της Ευρώπης δεν μπορεί να οικοδομηθεί με διακυβερνητικούς συμβιβασμούς της τελευταίας στιγμής, αλλά με θεσμική ενοποίηση, με κοινή αμυντική πολιτική, ενιαία ενεργειακή στρατηγική, συντονισμένη βιομηχανική πολιτική για κρίσιμες τεχνολογίες.
Η πανδημία και η ενεργειακή κρίση απέδειξαν ότι όταν η Ένωση λειτουργεί συντονισμένα -με κοινό δανεισμό, κοινά αποθέματα, κοινές επενδύσεις- μπορεί να παράγει ισχύ δυσανάλογη του αθροίσματος των μελών της. Ωστόσο, η γεωπολιτική ισχύς δεν αρκεί χωρίς κοινωνική συνοχή. Η άνοδος της Ακροδεξιάς δεν αντιμετωπίζεται μόνο ιδεολογικά αλλά και υλικά. Όσο οι πολίτες βιώνουν επισφάλεια, ανισότητες και περιφερειακή εγκατάλειψη, τόσο ενισχύονται οι αντισυστημικές και αντιευρωπαϊκές φωνές.
Η ευρωπαϊκή ενοποίηση οφείλει να αποκτήσει σαφή κοινωνικό πυλώνα: κοινά πρότυπα κοινωνικής προστασίας, ευρωπαϊκές πολιτικές για τη στέγαση και την αντιμετώπιση της ακρίβειας, φορολόγηση των υπερεθνικών κολοσσών με αναδιανομή πόρων. Μια Ευρώπη που προστατεύει, όχι μόνο που ρυθμίζει, είναι η μόνη βιώσιμη απάντηση στον εθνικιστικό λαϊκισμό.
Παράλληλα, η ενοποίηση δεν είναι ουδέτερη τεχνική διαδικασία αλλά αξιακό πρόταγμα. Η ανοχή σε αυταρχικές παρεκκλίσεις στο εσωτερικό της Ένωσης υπονομεύει το σύνολο του ευρωπαϊκού οικοδομήματος. Η θεσμική θωράκιση του κράτους δικαίου, η προστασία της ανεξαρτησίας της Δικαιοσύνης και των ΜΜΕ, καθώς και η συγκρότηση κοινών πολιτικών κατά της πολιτικής βίας και του εξτρεμισμού, αποτελούν προϋποθέσεις επιβίωσης της ίδιας της ευρωπαϊκής δημοκρατίας.
Το μεταναστευτικό παραμένει ένα ακόμη πεδίο όπου η έλλειψη ενοποίησης παράγει κρίσεις και τροφοδοτεί τις δυνάμεις του φόβου. Χωρίς υποχρεωτική κατανομή ευθυνών, κοινό σύστημα ασύλου και νόμιμες οδούς μετανάστευσης, η Ευρώπη θα συνεχίσει να ταλανίζεται από εσωτερικές συγκρούσεις και εξωτερικούς εκβιασμούς.
Η ευρωπαϊκή ενοποίηση δεν προχωρά αυτόματα. Απαιτεί πολιτική βούληση, κοινωνικές συμμαχίες και νέο αφήγημα -ένα αφήγημα που δεν θα περιορίζεται στην αγορά και στο νόμισμα, αλλά θα αγγίζει την ασφάλεια, την ευημερία και τη δημοκρατία. Το πραγματικό δίλημμα της εποχής δεν είναι «Βρυξέλλες ή έθνη». Είναι ενοποιημένη Ευρώπη ή ευρωπαϊκή αδυναμία.
Σε έναν κόσμο αναθεωρητικών δυνάμεων και υβριδικών απειλών, η αποσύνθεση της ευρωπαϊκής συνοχής δεν θα οδηγήσει σε εθνική αναγέννηση αλλά σε συλλογική περιθωριοποίηση. Η Ευρώπη οικοδομήθηκε πάνω στα ερείπια του πολέμου με υπόσχεση ειρήνης, δημοκρατίας και συνεργασίας. Σήμερα καλείται να αποδείξει ότι μπορεί να λειτουργήσει και ως δύναμη προστασίας, σταθερότητας και κοινωνικής δικαιοσύνης.
Η απάντηση στην κρίση δεν βρίσκεται στην επιστροφή στα σύνορα του χθες, αλλά στη συγκρότηση της κυριαρχίας του αύριο: μιας κοινής ευρωπαϊκής κυριαρχίας. Αν ο 20ός αιώνας δίδαξε γιατί χρειάζεται η ευρωπαϊκή ενοποίηση, ο 21ος αποδεικνύει γιατί είναι ζήτημα επιβίωσης.