Κώστας Σημίτης- Η πολιτική διάσταση της «ηθικής της ευθύνης»

Γιάννης Χοχλακάκης 06 Ιαν 2026

Η Ιστορία δεν δικαιώνει τις προθέσεις· δικαιώνει τις επιλογές που αντέχουν στον χρόνο. Υπό αυτό το πρίσμα, ο Κώστας Σημίτης υπήρξε μια από τις ελάχιστες μορφές της μεταπολίτευσης που αντιμετώπισαν την πολιτική όχι ως πεδίο ηθικής αυτάρκειας, αλλά ως χώρο ευθύνης απέναντι στην πραγματικότητα. Η διακυβέρνησή του μπορεί –και πρέπει– να κρίνεται ψύχραιμα. Δύσκολα, όμως, μπορεί να παρακαμφθεί το αξιακό της υπόβαθρο: η συνειδητή επιλογή της ηθικής της ευθύνης απέναντι στην ευκολία της ηθικολογίας.

Η βεμπεριανή διάκριση ανάμεσα στην «ηθική της πεποίθησης» και την «ηθική της ευθύνης» βρίσκει στη διαδρομή του Σημίτη μια σπάνια πολιτική εφαρμογή. Για τον ίδιο, η πολιτική δεν ήταν σκηνή αυτοδικαίωσης ούτε άθροισμα καλών προθέσεων. Ήταν διαδικασία λήψης αποφάσεων με πλήρη επίγνωση κόστους, περιορισμών και διεθνών συσχετισμών. Όχι το «τι θα θέλαμε να ισχύει», αλλά το «τι μπορεί να σταθεί» χωρίς να υπονομεύσει τη θεσμική συνέχεια και τη στρατηγική θέση της χώρας.

Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσονται οι μεγάλες επιλογές της περιόδου: ο ευρωπαϊκός προσανατολισμός ως σταθερή άγκυρα κανονικότητας, η ένταξη στην ΟΝΕ ως πολιτική απόφαση υψηλού ρίσκου και οι μεταρρυθμίσεις που προσέκρουσαν σε κοινωνικές και κομματικές αντιστάσεις. Δεν παρουσιάστηκαν ως ιδεολογικά τρόπαια, αλλά ως αναγκαίες επιλογές σε έναν ανταγωνιστικό διεθνή χώρο. Αυτή ακριβώς η απουσία ρητορικού εξωραϊσμού ήταν και το πολιτικό τους μειονέκτημα.

Η πιο χαρακτηριστική, ωστόσο, εφαρμογή της ηθικής της ευθύνης υπήρξε η στρατηγική επιλογή για την ένταξη της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Η απόφαση να προχωρήσει η ένταξη ανεξαρτήτως προηγούμενης επίλυσης του Κυπριακού συνιστούσε ρήξη με δεκαετίες εθνικής αυταπάτης. Εγκατέλειπε το «ιδανικό» σενάριο της συνολικής λύσης ως προϋπόθεσης και υιοθετούσε το εφικτό: τη θεσμική θωράκιση της Κυπριακής Δημοκρατίας μέσα στο ευρωπαϊκό κεκτημένο.

Η ένταξη της Κύπρου δεν έλυσε το Κυπριακό. Το μετέτρεψε, όμως, από περιφερειακή εκκρεμότητα σε ευρωπαϊκό ζήτημα δικαίου και θεσμών. Κατέστησε την κατοχή πρόβλημα εντός της Ένωσης και όχι απλώς αντικείμενο διεθνών διαμεσολαβήσεων. Ήταν μια επιλογή χωρίς άμεση πολιτική ανταμοιβή, με έντονες διεθνείς πιέσεις και εσωτερικές αμφισβητήσεις. Και ακριβώς γι’ αυτό αντέχει μέχρι σήμερα.

Η στρατηγική επιλογή ως ηθική της ευθύνης έχει πάντα πολιτικό κόστος. Δεν γεννά συνθήματα, δεν χαϊδεύει ακροατήρια, δεν παράγει ήρωες της στιγμής. Απαιτεί φθορά, σύγκρουση και –συχνά– μοναξιά. Ο Σημίτης πλήρωσε πολιτικά τη θεσμική του σοβαρότητα σε μια χώρα που προτιμά τη ρητορική ένταση από τη στρατηγική συνέπεια.

Στη σημερινή συγκυρία, όπου ο δημόσιος λόγος διολισθαίνει συχνά σε μια «ηθικολογία χωρίς ευθύνη» και σε έναν λαϊκισμό καλών προθέσεων, η παρακαταθήκη εκείνης της περιόδου αποκτά νέα σημασία. Υπενθυμίζει ότι η αληθινή ηθική της πολιτικής δεν μετριέται από τη διακήρυξη προθέσεων, αλλά από τη διάρκεια των αποτελεσμάτων.

Η πολιτική διάσταση της ηθικής της ευθύνης δεν είναι δημοφιλής. Είναι, όμως, η μόνη που αντέχει στον χρόνο. Και σε αυτό, ο Κώστας Σημίτης παραμένει σημείο αναφοράς – όχι ως αλάθητο πρότυπο, αλλά ως υπενθύμιση ότι η σοβαρότητα, η θεσμική μνήμη και η ανάληψη κόστους είναι θεμελιώδεις πολιτικές αρετές. Ιδίως για χώρες που θέλουν να ανήκουν στον πυρήνα της Ιστορίας και όχι στο περιθώριό της.