Αριστερά: «Μεταμελημένοι» και Αμετανόητοι

Κώστας Πετρουλάς 05 Φεβ 2026

Πόσο κράτησε το όνειρο του μαρξιστικού παράδεισου; Έναν αιώνα, περίπου. Τι μας συνέβη;

  Η Αναγέννηση ξεκλείδωσε από τα μπουντρούμια της μεσαιωνικής εκκλησίας τον παραιτημένο άνθρωπο και τον ώθησε να γίνει πρωταγωνιστής της ζωής του. Ο Διαφωτισμός τού αναγνώρισε τα ατομικά του δικαιώματα και τον ώθησε στην πύλη της ισονομίας, της Δημοκρατίας. Κι ύστερα, ήρθε ο σοσιαλισμός, η νέα ιδέα του 19ου  αιώνα, η οποία ανέβασε την προσδοκία ψηλότερα: στην οικονομική ισότητα, στον δρόμο προς την αταξική κοινωνία.

  Οι ιδέες, βεβαίως, είναι αξιώματα. Κρίνονται μεν ηθικά αλλά για να επαληθευθούν πρέπει να ενταχθούν στο όχημα μιας θεωρίας.  

  Η ιδέα του σοσιαλισμού με ορίζοντα την κοινοκτημοσύνη βρήκε αρκετούς πρόθυμους να συντάξουν μια θεωρία. Σ’ αυτές τις απόπειρες νικητής βγήκε ο Μαρξ. Προέβλεψε «επιστημονικά» την νομοτελειακή μετάβαση των μέσων παραγωγής στην κατοχή των εργαζόμενων, των προλετάριων. Θα επαναστατούσαν, θα νικούσαν και θα οδηγούσαν στην κοινωνία των αγγέλων.

  Ως θεωρία, όπως ακριβώς τα θεωρήματα της Φυσικής, όφειλε να επαληθευτεί στην πράξη για να πιστοποιηθεί και η επιστημονικότητά της. Η θεωρία πχ του ηλεκτρισμού, από τον Θαλή τον Μιλήσιο ως τον Maxwell, αποδείχτηκε ορθή, επιστημονική, επειδή πατήσαμε τον διακόπτη και άναψαν τα φώτα. Η θεωρία του Μαρξ δεν μας προέκυψε επιστημονική. Όπου πατήθηκε αυτό το κουμπί, τα φώτα δεν άναψαν. Έσβησαν εκείνα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, συλλήβδην. «Άναψε» το μαύρο σκοτάδι ενός άγριου κρατικού δικτατορικού καπιταλισμού, με φτώχεια και σκλαβιά.

  Εδώ ακριβώς, με την αποτυχία της μαρξικής κοσμοθεωρίας αρχίζει η ιστορία των «μεταμελημένων» και των αμετανόητων. 

  Κάποιοι λαοί, αλλά και κάποιοι ηγέτες των χωρών που οδηγήθηκαν στην κόλαση της κομματικής δικτατορίας μπόρεσαν και εξεγέρθηκαν.

  Τις εξεγέρσεις των «μεταμελημένων» κομμουνιστών τις τελείωσε η ΕΣΣΔ και οι «σύμφωνοι» της Βαρσοβίας, με στρατιωτικές επεμβάσεις. Μεγάλος αριθμός νεκρών, χιλιάδες συλλήψεις, βασανισμοί και εκτελέσεις έκλεισαν το θέμα.

  Η εξέγερση του ’53 στην Ανατολική Γερμανία δεν άγγιξε ιδιαίτερα το κομμουνιστικό κίνημα. Τα γεγονότα της Ουγγαρίας όμως το 1956 προβλημάτισαν βαθιά, και εκείνα της Τσεχοσλοβακίας το 1968  άλλαξαν τη σκέψη των ευρωπαίων κομμουνιστών. Απογοητευμένοι, παραδέχτηκαν πως - όπως είπε κάποιος - οι τέσσερις λέξεις που περιλαμβάνει ο τίτλος Ένωση Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών, ήταν όλες ψευδείς. Η Ένωση ήταν βίαιη προσάρτηση, τα Σοβιέτ ήταν κομματικά όργανα κρατικής επιβολής, ο Σοσιαλισμός ήταν ισοπέδωση φτωχοποιημένου λαού, και η Δημοκρατία ήταν στυγνή δικτατορία. Ο δε διεθνισμός της, πρόσχημα ιμπεριαλισμού.

   Με την αποδοκιμασία του μαρξισμού – λενινισμού, οι «μεταμελημένοι» κομουνιστές έσωσαν την Πηγή όλων των ανθρωπιστικών ιδεών: Τις διαχρονικές ανθρώπινες αξίες.  Έκτοτε, έβαλαν τα δυνατά τους να αναθεωρήσουν την μαρξιστική κοσμοθεωρία που διαψεύστηκε. Αποδέχθηκαν την ειρηνική κοινοβουλευτική κατάληψη της εξουσίας, πρόσθεσαν την αποδοχή της πολυκομματικής δημοκρατίας, και κατέληξαν στις μεταρρυθμίσεις εντός του συστήματος.  

  Περίπου, ανακάλυψαν την … σοσιαλδημοκρατία. Ο Μπερνστάιν είχε ήδη διατυπώσει τη θεωρία στο τέλος του 19ου αιώνα, ο Μπράντινγκ είχε περάσει στην πολιτική της εφαρμογή κατά τον μεσοπόλεμο, στην Σουηδία, ενώ η ευρωπαϊκή Δύση βάδιζε πάνω σ’ αυτό το πρότυπο.

  Ωστόσο, η πλειονότητα των μαρξιστών δεν παραδέχτηκε πως δεν υπάρχει άλλος δρόμος πλην της σοσιαλδημοκρατίας. Διεκδίκησαν την πολιτική τους αυτονομία διατηρώντας τον τίτλο του αριστερού και του κομμουνιστή, αναζητώντας μια άλλη στρατηγική, έναν τρίτο δρόμο, που ποτέ δεν βρέθηκε.

  Όσοι ασπάστηκαν τον μαρξισμό, εμπνεύστηκαν από τα ιδανικά του και παγιδεύτηκαν στα λάθη του. Η διαδικασία να τα ξεχωρίσουν κράτησε έναν αιώνα, αν και τα απόνερα της διανοητικής τρικυμίας φτάνουν και στο σήμερα. Η ιδέα υπήρξε τεράστια και ο στόχος της απόλυτης δικαιοσύνης και αδελφοσύνης προσέδωσε ένα ισχυρό ηθικό κύρος στους στρατευμένους της. Η λάμψη της ιδέας έκανε λαμπερή την ύπαρξή τους αλλά και τους τύφλωσε ενώπιον της πραγματικότητας.

  Τα ιδανικά του μαρξισμού οδήγησαν τους κομμουνιστές σε αγώνες οικονομικών διεκδικήσεων και υπεράσπισης ανθρωπίνων δικαιωμάτων, όσο και σε ηρωική αντίσταση σε δικτατορίες και σε ναζιστικές – φασιστικές εισβολές στη χώρα τους. Αυτά υπήρξαν πίστωση για την δράση τους, άσχετα με την εφιαλτική κατάληξη της θεωρίας.

  Τα λάθη του, αυτά που οδήγησαν στην αποτυχία της στρατηγικής, αποδείχθηκαν ανθεκτικά. Σε μικρότερη κλίμακα παραμένουν ζωντανά στο παρόν και επηρεάζουν – αν όχι καθοδηγούν -  όχι μόνο ένα μέρος της αριστεράς, ενίοτε και της κεντροαριστεράς, ενώ επιλεκτικά τα οικειοποιείται και η ακροδεξιά.

  Η ιδιωτική πρωτοβουλία εξετάστηκε στην θεωρία από την πλευρά που παράγει αδικίες στην ανθρωπότητα (για την ακρίβεια, που δεν διορθώνει εκείνες οι οποίες υπήρχαν ανέκαθεν) και όχι από εκείνη που δημιουργεί πλούτο και ευημερία ούτε από εκείνη που ανοίγει δρόμους προς την ελευθερία και τα δικαιώματα του ανθρώπου.

  Το κράτος αναλύθηκε ως καταπιεστικός θεσμός εξουσίας της άρχουσας τάξης. Αγνοήθηκε ο κοινωνικός ρόλος του ο οποίος αφορά το σύνολο των πολιτών, σε όλα τα επίπεδα

  Η δημοκρατία, απότοκο των δύο προηγούμενων λαθών, συκοφαντήθηκε ως όργανο της οικονομικής ολιγαρχίας στην υπηρεσία του ταξικού κράτους. Υποτίμησαν, υποβάθμισαν και παρέβλεψαν την ιστορικά πρωτοφανή εξασφάλιση της ισονομίας των πολιτών την οποία περιέχει η δημοκρατία, αφού διαχωρίζει την δικαστική εξουσία από την νομοθετική και την εκτελεστική. Επίσης προσπέρασαν το γεγονός ότι η είσοδος στη βουλή μιας δημοκρατίας είναι ελεύθερη για όλους, όχι μόνο για την αστική τάξη.

  Αυτά τα λάθη, υπήρξαν οι ράγες πάνω στις οποίες το όχημα τής κάθε σοσιαλιστικής επανάστασης κατέληξε στην δυστοπία.

  Όσοι, λίγοι, δογματικοί και ορθόδοξοι κομμουνιστές, δηλωμένα αμετανόητοι, έχουν απομείνει να υπερασπίζονται τον ολοκληρωτισμό ως αγαθή κατάληξη, «δικαιούνται» να επιμένουν στα ίδια λάθη, επειδή επιμένουν στην μακάβρια στρατηγική.

  Η άλλη αριστερά, εκείνη που έσωσε την Πηγή των σχετικών ιδεών, την τιμή του ανθρωπισμού καταδικάζοντας τα εγκληματικά καθεστώτα,  που βρίσκεται σήμερα; Δυστυχώς, ένα μεγάλο τμήμα της ταξιδεύει με το καινούργιο τρένο πάνω στις παλιές ράγες των λαθών. Ως το 1990, ενώπιον του τέρατος, της ΕΣΣΔ, συνεισέφερε στην άρνηση του ολοκληρωτισμού και πρόσφερε στην διεύρυνση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και στον πολιτισμό, υποστηρίζοντας τις μειονότητες και αναδεικνύοντας τον σεβασμό στη διαφορετικότητα. Έκτοτε και σιγά σιγά, ένα μεγάλο τμήμα της πήρε μια άλλη πορεία. Κατά κύριο λόγο αναλώθηκε σε ένα πόλεμο φθοράς του καπιταλισμού, άγονα, χωρίς ιχνογράφηση κάποιου εναλλακτικού συστήματος ή μη συστήματος, το οποίο θα αντικαθιστούσε το σύστημα που πολεμούσε. Όμως, εν καιρώ, πολεμώντας και συκοφαντώντας, τον καπιταλισμό, το κράτος, εν τέλει και την δημοκρατία, κρίνοντας μόνο την όποια αρνητική τους πλευρά, ανακάλυψε έναν «τρίτο» δρόμο, ουσιαστικά τον ίδιο, τον παλιό, τον μαρξιστικό – λενινιστικό: Να υποτάξει την ελεύθερη οικονομία στο κράτος. Αλλά η ελεγχόμενη κρατικά οικονομία η οποία χάνει το πλεονέκτημα τής ελευθερίας στην πρωτοβουλία και στην επιχειρηματικότητα, χάνει και την δυναμική της σε ό,τι αφορά την ικανότητα παραγωγής πλούτου.

  Αυτή η αριστερά ξέρει – διατείνεται – τα πάντα για την δίκαιη διανομή των αγαθών, αλλά, προσηλωμένη στο κρατικό  ευαγγέλιο του Μαρξ, όπου τα κατάφερε να κυβερνήσει, πέτυχε να καταστρέψει τον παραγωγικό ιστό και φυσικά μοίρασε φτώχια και εξαθλίωση σε ευημερούντες λαούς. Οπότε, βρέθηκε ενώπιον του διλήμματος: Να παραδεχτεί την αποτυχία και να παραδώσει μοιραία την εξουσία στις επόμενες εκλογές, ή να την καταχραστεί καταργώντας στην πράξη την δημοκρατία; Όπου υπήρχαν τέτοια περιθώρια, πχ στη Βενεζουέλα, έκανε το δεύτερο, ακολουθώντας το παράδειγμα της Ρωσίας  και της Τουρκίας, οι οποίες δεν ισχυρίζονται πως είναι και… σοσιαλιστικές.

  Όμως, ενώ οι «αριστεροί» δικτάτορες, αναγνωρίζουν έμμεσα την αξία της δημοκρατίας, εξ ου και την χρησιμοποιούν για καμουφλάζ, οι αμετανόητοι οπαδοί τους στην Ευρώπη, έχουν πάει ένα βήμα πιο μακριά: την έχουν αποκηρύξει. Συντάσσονται κυριολεκτικά με τους άγριους καπιταλισμούς όλων των δικτατορικών και θεοκρατικών καθεστώτων, όχι μόνο των «αριστερών». Τους ενώνει η κοινή έχθρα προς την δημοκρατική Δύση. Πρόκειται για τον απόλυτο ξεπεσμό μιας αριστεράς που κάποτε είχε τουλάχιστον επαφή με τις διαχρονικές ανθρώπινες αξίες.

    Ο μουτζούρης αυτής της παραδοξότητας, σε ό,τι αφορά την Ευρώπη, έπεσε στην Ελλάδα της κρίσης. Λουστήκαμε τον τυχοδιωκτισμό και την κατάντια των εξ αδρανείας μαρξόπληκτων και κινδυνέψαμε να αφανιστούμε. Το έξαλλο αίτημα «να καεί η βουλή» σήμαινε να μπει στη βουλή ο Τσίπρας και να μην ξαναβγεί.  Ευτυχώς για μας, ο τυχοδιώκτης που μας έτυχε δεν είχε μεγάλα περιθώρια στην Ευρώπη των ημερών μας και συνάμα ήταν ανίκανος να μας προκαλέσει τόσο μεγάλη καταστροφή.

  Όμως, στην σωτηρία της χώρας συνέβαλλε αποφασιστικά ένα τμήμα της αριστεράς, το οποίο απεγκλωβίστηκε από τα λάθη του μαρξισμού. Ασφαλώς, όλοι αυτοί, δεν έπεσαν από τον ουρανό. Υπήρξαν πάντα στο χώρο τους, η φωνή του ορθού λόγου, της δημοκρατίας  και του ευρωπαϊκού προσανατολισμού.  Το δε βάρος τους υπήρξε και είναι εξαιρετικά ποιοτικό, αφού πρόκειται για αγωνιστές με αξιόλογη πολιτική και πολιτισμική κουλτούρα, καθώς και με σαφή γνώση της συμπεριφοράς του χώρου στον οποίο ανήκαν.

  Το ίδιο συνέβη και με ένα τμήμα της κεντροαριστεράς. Αν και ο κορμός της, υπήρξε η βασική δεξαμενή από την οποία έχτισε την δύναμή του ο ΣΥΡΙΖΑ, ένα μέρος συγκρατήθηκε στο αποδεκατισμένο ΠΑΣΟΚ. Στη συνέχεια, ένα κρίσιμο ποσοστό, στην ηγεσία και στη βάση, ενώθηκε με την αριστερά των αξιών και του ορθού λόγου, σε μια ουσιαστική ιδεολογικοπολιτική συμμαχία. Τα δύο αυτά ρεύματα, τα οποία είχαν ήδη ξανασυναντηθεί στην διακυβέρνηση Σημίτη, υποστήριξαν κριτικά, ή έστω δεν πολέμησαν, έναν κεντρώο πολιτικό, τον Μητσοτάκη, που αναδείχθηκε από την συντηρητική παράταξη.  Στο τέλος της θητείας του τυφώνα ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ που ρήμαξε τη χώρα, προκρίθηκε ως  μοναδική λύση δεδομένου ότι το ΠΑΣΟΚ  ήταν αποδεκατισμένο.

  Ωστόσο, την ίδια κατηγορία, του μεταμελημένου, (με το προφανές αρνητικό πρόσημο) αντιμετωπίζουν οι κεντροαριστεροί και μάλιστα κάπως χειρότερα: «Μήδισαν και πήγαν στη δεξιά».

  Αναρωτήθηκε δημόσια ένας φίλος, πρόσφατα: «Πως γίνεται να με θεωρούν τώρα συντηρητικό όταν υποστηρίζω ό,τι ακριβώς υποστήριζα πάντα, στα πλαίσια της κεντροαριστεράς;»  Μα, επειδή η κεντροαριστερά δεν ήταν ποτέ μια ενιαία δεξαμενή ιδεολογικοπολιτικής σκέψης και δράσης. Το ΠΑΣΟΚ του Σημίτη και του Αυγερινού καμιά σχέση δεν είχε με το ΠΑΣΟΚ του Τζοχατζόπουλου και του Καρχιμάκη. Η λαϊκίστικη φαρέτρα των τελευταίων περιείχε πάντα προσχηματικά άλλοθι, δανεικά από τις αριστερές αγκυλώσεις, προς χρήση παραδοσιακά δεξιών πολιτικών.  

  Προφανώς, λοιπόν, οι «κατηγορούμενοι» παρέμειναν πιστοί στην σοσιαλδημοκρατία, άρα και σε ό,τι κοντινότερο στις απόψεις τους διαθέτει η πολιτική πραγματικότητα.

  Η πολιτική προσδοκία του κοινού ρεύματος, των δύο προελεύσεων, είναι οι προοδευτικές μεταρρυθμίσεις, εξ ου και υποστηρίζουν, ή ανέχονται, τον σημερινό πρωθυπουργό. Η ηγεσία του ΠΑΣΟΚ γέρνει την πολιτική της στην αντιμεταρρύθμιση, διώχνοντας επί της ουσίας τις δημιουργικές δυνάμεις που προσφέρονται να οικοδομήσουν μια γόνιμη σοσιαλδημοκρατική παράταξη. Αυτή η παράταξη, σίγουρα δεν περιλαμβάνει έρωτες με τους αμετανόητους μαδουρίστας, αλλά ούτε και αναχρονισμούς πχ με αρνήσεις για τα ξένα πανεπιστήμια. Κι επειδή, στραβός δεν είναι ποτέ ο γιαλός, στραβά αρμενίζει η ηγεσία του ΠΑΣΟΚ.

  Εκτίμησή μας είναι πως, αν το ΠΑΣΟΚ δεν πάψει να κάνει αντιπολίτευση στην ΝΔ της μεταπολίτευσης, αλλά στην κυβέρνηση Μητσοτάκη της δεκαετίας του ‘20, αν συνεχίσει στην πλευρά της αριστερής υστερίας, οι δυνάμεις που ενοποιήθηκαν στον ευρωπαϊκό προσανατολισμό της χώρας, στο ιστορικό μειοψηφικό ΝΑΙ απέναντι στο απατηλό ΟΧΙ, θα συνεχίσουν να στηρίζουν ό,τι θεωρούν κοντινότερο στις απόψεις τους. Κι επειδή το πολιτικό τους στίγμα είναι, περισσότερες και τολμηρές μεταρρυθμίσεις ώστε να διορθωθούν οι παθογένειες της χώρας, ανεξάρτητα από την κριτική τους για τα λάθη της σημερινής κυβέρνησης, φρονούν ολοφάνερα πως πολιτεύεται στην σωστή πλευρά και θα συνεχίσουν να την στηρίζουν.

  Οι αμετανόητοι που λατρεύουν τα λάθη τους, μαζί κι αυτοί που βρίσκουν ελκυστικές τις εμμονές της αμετανόητης αριστεράς, προσδίδουν τιμή σε εκείνους που κατηγορούν ως μεταμελημένους ή μηδίσαντες. Όποιος δεν είναι άξιος να διορθώσει την  πορεία του, επειδή δεν είναι ατομικό το πολιτικό ταξίδι, οδηγεί τους συγκάτοικους στα βράχια. Ήδη περάσαμε… σύριζα (!), πάθαμε αβαρίες, μα γλιτώσαμε. Θα ήταν μακάβριο να επαναλάβουμε το ίδιο λάθος. Μακάβριο να γραφεί η ιστορία από το κρίσιμο ποσοστό των αδιόρθωτων.