Οι ανοιχτές πληγές της δημοκρατίας

Γιάννης Μεϊμάρογλου 10 Ιαν 2026

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το 2026 θα στρώσει το δρόμο πάνω στον οποίο η χώρα θα βαδίσει προς την επόμενη δεκαετία. Όχι μόνο γιατί είναι μια προεκλογική χρονιά - τον Ιούνιο του ‘27 η Ελλάδα αναλαμβάνει την Προεδρία της ΕΕ - αλλά και γιατί έχουν συσσωρευτεί μια σειρά από σημαντικές εκκρεμότητες για τη λειτουργία της δημοκρατίας. Η αναθεώρηση του Συντάγματος έχει ήδη έχει τεθεί στο τραπέζι με τον Πρωθυπουργό να μας εκπλήσσει δυσάρεστα προτείνοντας στην αξιωματική αντιπολίτευση συμφωνία συμψηφισμού αναθεωρητέων άρθρων, λες και τα άρθρα του καταστατικού χάρτη της χώρας μπορεί να διαχωριστούν σε «δικά μας» και «δικά σας».

Αντίθετα, είναι η στιγμή που , περισσότερο από ποτέ, είναι σημαντικό η Σύνταγματική αναθεώρηση να αποτυπώσει την ευρύτερη δυνατή κοινοβουλευτική συναίνεση ώστε να αποκαταστήσει την τραυματισμένη εμπιστοσύνη των πολιτών προς τους θεσμούς της πολιτείας. Σε αυτό το πλαίσιο επιβάλλεται η στελέχωση και απρόσκοπτη λειτουργία των Ανεξάρτητων Αρχών, με δοκιμασμένα πρόσωπα κοινής αποδοχής μακριά από συναλλακτικές πρακτικές. Όσο το πολιτικό σύστημα δεν δίνει έμπρακτα δείγματα αξιοπιστίας τόσο θα φουσκώνει το ποτάμι της αμφισβήτησης και της αποστασιοποίησης των πολιτών και θα στερεύει η λαϊκή νομιμοποιητική βάση της δημοκρατίας.

Μπορεί τα χρονικά περιθώρια μέχρι τις επόμενες εκλογές να στενεύουν, ωστόσο, οι αβεβαιότητες κάθε άλλο παρά περιορίζονται αφού ακόμα και ο αριθμός των κομμάτων που θα συμμετάσχουν παραμένει άγνωστος, απειλώντας να επηρεάσει το σταθερό πολιτικό σκηνικό, όπως καταγράφεται επί μήνες στις δημοσκοπήσεις. Το ερώτημα «ποιος θα κυβερνήσει μετεκλογικά τη χώρα» είναι αμείλικτο και όποιος προσποιείται ότι δεν τον αφορά, σε περίπτωση που δεν κερδίσει τις εκλογές, αναλαμβάνει μεγάλο πολιτικό κόστος. Η υπεκφυγή «ας κυβερνήσουν οι άλλοι» εμπεριέχει σοβαρούς κινδύνους τόσο για τους εμπνευστές της όσο και για τη χώρα.

Η Δημοκρατία δεν αρχίζει και τελειώνει με τις εκλογές, παρότι αποτελούν την κορύφωση της δημοκρατικής διαδικασίας. Ωστόσο, μπορεί να γίνουν και απαρχή εξελίξεων που δοκιμάζουν το κύρος των θεσμών. Η εμμονή σε μια πάσει θυσία μονοκομματική διακυβέρνηση συνιστά εκβιασμό της ψήφου των πολιτών ενώ οι διχαστικές λογικές και οι ιδεοληπτικές προκαταλήψεις έχουν στοιχίσει πολύ ακριβά στη χώρα. Δημοκρατία σημαίνει αντιπαράθεση πολιτικών θέσεων, διάλογος και συναινέσεις. Αυτή πρέπει να είναι η στέρεη βάση κάθε συνεργασίας που θα έχει ως στόχο της να ενεργοποιήσει τις βαλτωμένες μεταρρυθμίσεις που θα απαλλάξουν τη χώρα από τις χρόνιες παθογένειες και θα ισχυροποιήσουν τη γεωπολιτική της θέση.

Σε μια πρωτοφανή σε εξελίξεις εποχή, η Ελλάδα, ως μέλος της ΕΕ, του τελευταίου προπύργιου της φιλελεύθερης δημοκρατίας στον πλανήτη αλλά και ως μη μόνιμο μέλος του Σ.Α. του ΟΗΕ - καλείται να υπηρετήσει πιστά τις αρχές του Διεθνούς Δικαίου και της δημοκρατίας. Ποιος μπορεί να διανοηθεί ότι η χώρα μας θα ήταν ποτέ σε θέση να ανταποκριθεί στην υπεύθυνη και απαιτητική αυτή αποστολή εκπροσωπούμενη από μια κυβέρνηση στην οποία θα συμμετείχαν ακροδεξιά και κάθε λογής λαϊκιστικά μορφώματα με τις γνωστές «αντισυστημικές» τους θέσεις; Τα κόμματα του δημοκρατικού τόξου δεν πρέπει, σε καμιά περίπτωση, να δώσουν - άμεσα ή έμμεσα - την ανοχή τους σε μια τόσο ταπεινωτική για τη χώρα εξέλιξη.

Το άρθρο δημοσιεύεται στην εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ ΣΑΒΒΑΤΟΚΥΡΙΑΚΟ 10/01/2026

Πηγή: www.tanea.gr