Στην Ελλάδα ο όρος «προοδευτικός» χρησιμοποιείται συχνά ως ταμπέλα, σχεδόν αυτόματα ταυτισμένη με την αριστερά. Όμως ο πραγματικός προοδευτισμός δεν είναι σύνθημα, είναι περιεχόμενο. Σημαίνει μεταρρυθμίσεις, θεσμικό εκσυγχρονισμό, κοινωνική δικαιοσύνη, αξιοκρατία, διαφάνεια και πραγματική βελτίωση της ζωής των πολιτών. Δεν σημαίνει απλώς ρητορική περί δικαιωμάτων ούτε αναφορές σε ιστορικά σύμβολα. Με αυτή τη ματιά, το ερώτημα είναι αναπόφευκτο:
Μπορεί ο Αλέξης Τσίπρας, με το νέο του κόμμα, να θεωρηθεί φορέας προοδευτικής πολιτικής;
Ο προοδευτισμός δεν είναι μονοπώλιο κανενός χώρου. Στην πολιτική επιστήμη, «προοδευτικός» είναι όποιος: προωθεί διαρθρωτικές αλλαγές, ενισχύει θεσμούς και ανεξαρτησία εξουσιών, εκσυγχρονίζει το κράτος, μειώνει ανισότητες με βιώσιμο τρόπο και επενδύει στην παιδεία, την τεχνολογία, την παραγωγικότητα.
Αυτά μπορεί να τα υπηρετήσει ένα κεντροαριστερό κόμμα, ένα φιλελεύθερο κόμμα, ακόμη και ένα κεντροδεξιό κόμμα. Στην Ελλάδα, όμως, ο όρος χρησιμοποιήθηκε συχνά ως συνώνυμο της αριστεράς, περισσότερο για λόγους πολιτικής ταυτότητας παρά ουσίας.
Το νέο κόμμα Τσίπρα: νέα αρχή ή παλιά συνταγή;
Η παρουσίαση στο Θησείο έδειξε μια προσπάθεια ανανέωσης: νέα αισθητική, ψηφιακή οργάνωση, άνοιγμα σε ευρύτερο χώρο. Όμως η ιδεολογική βάση παραμένει γνώριμη: αναφορές στην αριστερά, στο ΕΑΜ, στη «λαϊκή απαίτηση για αλλαγή». Το ερώτημα δεν είναι αν η ρητορική είναι προοδευτική. Το ερώτημα είναι αν η πράξη μπορεί να γίνει προοδευτική.
Η προηγούμενη διακυβέρνηση Τσίπρα έχει δύο όψεις:
Πρώτον τα θετικά που αναγνωρίζονται ευρέως: Σταθεροποίηση μετά το 2016, τυπική έξοδος από τα μνημόνια, κοινωνικές πολιτικές (ΚΕΑ, 120 δόσεις) και η Συμφωνία των Πρεσπών, που πολλοί διεθνείς αναλυτές θεωρούν θεσμική τομή, και
Δεύτερον τα αρνητικά που δεν μπορούν να αγνοηθούν: Η κρίση του 2015 το δημοψήφισμα και τα capital controls, η υπερφορολόγηση της μεσαίας τάξης, ο ανεπαρκής θεσμικός εκσυγχρονισμός, η καθυστερήσεις σε μεταρρυθμίσεις και οι τραγωδίες όπως το Μάτι και η Μάνδρα, που ανέδειξαν αδυναμίες του κράτους.
Αυτά τα δεδομένα δεν συνάδουν με τον όρο «μεταρρυθμιστής» όπως χρησιμοποιείται διεθνώς.
Πολύ αρνητικά κρίνονται επίσης για τη θεσμική αξιοπιστία του, ο χειρισμός του σκανδάλου Novartis και των ΜΜΕ.
Συχνά η συζήτηση για την υπόθεση Novartis εκτρέπεται σε κομματικές αντιπαραθέσεις. Όμως το ουσιαστικό ζήτημα δεν είναι αν υπήρξε σκάνδαλο. Αυτό είναι αδιαμφισβήτητο διεθνώς. Το πραγματικό πρόβλημα είναι ότι η τότε κυβέρνηση δεν αξιοποίησε την υπόθεση για να προστατεύσει το δημόσιο συμφέρον, όπως έκαναν άλλες χώρες, αλλά την πολιτικοποίησε με τρόπο που τελικά έβλαψε και το κράτος και την αξιοπιστία των θεσμών.
Σε ΗΠΑ, Ελβετία, Κορέα, το σκάνδαλο οδήγησε σε αποζημιώσεις από τη Novartis προς το Δημόσιο, πολλών εκατομμυρίων και θεσμικές αλλαγές.
Στην Ελλάδα, αντίθετα, με την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ: δεν υπήρξε ουσιαστική διεκδίκηση αποζημίωσης του Δημοσίου, δεν υπήρξε μεταρρύθμιση στον χώρο του φαρμάκου, και η υπόθεση μετατράπηκε σε πολιτικό όπλο και η Δικαιοσύνη κατέληξε να ερευνά τους χειριστές της υπόθεσης, όχι τους εμπλεκόμενους στο σκάνδαλο. Αυτό δεν είναι απλώς λάθος στρατηγικής. Είναι θεσμικό ολίσθημα.
Το ίδιο μοτίβο εμφανίστηκε και στην προσπάθεια ελέγχου των ΜΜΕ. Η κυβέρνηση επιχείρησε να ρυθμίσει το τηλεοπτικό τοπίο, κάτι θεμιτό ως στόχος, αλλά το έκανε με τρόπο που το ΣτΕ τον έκρινε αντισυνταγματικό.
Αυτό δημιούργησε την εικόνα μιας εξουσίας που: δεν εμπιστεύεται τις ανεξάρτητες αρχές, δεν λειτουργεί με θεσμικούς κανόνες και επιδιώκει πολιτικό έλεγχο σε κρίσιμους τομείς. Και αυτή η εικόνα δεν συνάδει με τον όρο «προοδευτικός» με την ουσιαστική έννοια του θεσμικού εκσυγχρονισμού.
Το κρίσιμο ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι αν ο Αλέξης Τσίπρας έχει καλές προθέσεις. Είναι αν έχει αλλάξει.
Και μέχρι στιγμής, δεν υπάρχουν ενδείξεις βαθιάς αλλαγής: δεν έχει υπάρξει σαφής παραδοχή λαθών, δεν έχει παρουσιαστεί νέα ομάδα, δεν έχει παρουσιαστεί νέο θεσμικό πλαίσιο, η ρητορική παραμένει ίδια και οι πρακτικές του παρελθόντος δεν έχουν αποκηρυχθεί.
Σε μια χώρα που έχει πληρώσει ακριβά την έλλειψη θεσμικής σοβαρότητας, η εμπιστοσύνη δεν μπορεί να δοθεί «εξ ορισμού». Πρέπει να κερδηθεί με πράξεις, όχι με συνθήματα.
Μπορεί να θεωρηθεί μεταρρυθμιστής ο Τσίπρας;
Με βάση τα μέχρι τώρα στοιχεία, η απάντηση είναι όχι. Ο Τσίπρας δεν προχώρησε σε βαθιές θεσμικές αλλαγές, δεν εκσυγχρόνισε τη δημόσια διοίκηση, δεν ενίσχυσε την ανεξαρτησία των θεσμών, δεν απλοποίησε τη δικαιοσύνη, δεν άλλαξε το παραγωγικό μοντέλο. Αυτά είναι τα κριτήρια του μεταρρυθμισμού, όχι η ρητορική περί «δικαιοσύνης» ή «λαϊκής εντολής».
Μπορεί να θεωρηθεί υπέρ της κοινωνικής δικαιοσύνης; Σε επίπεδο στόχευσης και λόγου, ναι. Αλλά σε επίπεδο πράξης, η υπερφορολόγηση της μεσαίας τάξης και η έλλειψη πολιτικών για παραγωγική ανάπτυξη δημιουργούν αντιφάσεις. Η κοινωνική δικαιοσύνη δεν είναι μόνο επιδόματα. Είναι και ευκαιρίες, αξιοκρατία, σταθερότητα, ανάπτυξη.
Μπορεί να θεωρηθεί φορέας θεσμικού εκσυγχρονισμού; Η απάντηση, με βάση τα πεπραγμένα, είναι όχι.
Υπήρξαν εντάσεις με θεσμούς, συγκρούσεις με ανεξάρτητες αρχές και μια γενικότερη δυσπιστία απέναντι σε μη κομματικούς μηχανισμούς. Ο θεσμικός εκσυγχρονισμός απαιτεί το αντίθετο: ενίσχυση, όχι υπονόμευση.
Τι χρειάζεται σήμερα η χώρα
Η Ελλάδα δεν χρειάζεται απλώς «αλλαγή». Χρειάζεται σωστή αλλαγή: σταθερότητα χωρίς ακινησία, μεταρρυθμίσεις χωρίς κοινωνική αδικία, θεσμική σοβαρότητα, αξιοκρατία, αποτελεσματικό κράτος, πραγματικό εκσυγχρονισμό και πολιτικούς που δεν φοβούνται να συγκρουστούν με το πελατειακό σύστημα.
Αυτά είναι τα κριτήρια με τα οποία πρέπει να κρίνεται κάθε νέος και παλιός πολιτικός φορέας, όχι η ρητορική, όχι η αισθητική, όχι η νοσταλγία.
Ο Αλέξης Τσίπρας επιστρέφει με ένα νέο κόμμα που επιχειρεί να παρουσιαστεί ως προοδευτική εναλλακτική. Όμως ο πραγματικός προοδευτισμός δεν είναι σύνθημα, είναι πράξη.
Και μέχρι στιγμής, τα πεπραγμένα του δεν συνδέονται με μεταρρυθμισμό ή θεσμικό εκσυγχρονισμό, αλλά με μια πολιτική που έδωσε έμφαση στη ρητορική και λιγότερο στις βαθιές αλλαγές που χρειάζεται η χώρα.
Το αν θα αλλάξει αυτό στο μέλλον, θα φανεί όχι από τις ομιλίες, αλλά από τις επιλογές και τις πράξεις.
Η Ελλάδα έχει ανάγκη από πραγματική πρόοδο, όχι από ανακυκλωμένες υποσχέσεις.
ΠΗΓΕΣ / ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Francis Fukuyama, Political Order and Political Decay-ανάλυση για θεσμούς, διαφθορά και πολιτική ανάπτυξη.
Samuel P. Huntington, Political Development and Political Decay-κλασική θεωρία για τον θεσμικό εκσυγχρονισμό.
OECD-Government at a Glance (2023)-δείκτες διακυβέρνησης, διαφάνειας και δημόσιας διοίκησης.
OECD-Public Governance Review: Greece-αναλυτική έκθεση για τις αδυναμίες της ελληνικής διοίκησης.
European Commission-Country Reports for Greece (2015–2020)-αξιολόγηση μεταρρυθμίσεων ανά έτος.
European Central Bank (ECB)-αναφορές για την ελληνική κρίση του 2015.
Συμβούλιο της Επικρατείας (ΣτΕ)-απόφαση 95/2017 για την αντισυνταγματικότητα της διαδικασίας αδειοδότησης τηλεοπτικών σταθμών.
U.S. Department of Justice (DOJ)-ανακοίνωση για πρόστιμα και αθέμιτες πρακτικές της Novartis στην Ελλάδα.
Reuters-αναλύσεις για την πολιτικοποίηση της υπόθεσης στην Ελλάδα.
Bank of Greece-Reports on Tax Burden and Social Transfers