«ΕΛΑΣ»: Από την σύγχυση των συμβόλων στη θεσμική παραπλάνηση

Μάχη Γεωργακοπούλου 29 Μαϊ 2026

Η επιλογή του ονόματος «ΕΛΑΣ» για το νέο πολιτικό εγχείρημα του κ.Τσίπρα δεν μπορεί να αναλυθεί ως μια απλή επικοινωνιακή απόφαση. Πρόκειται για μια συνειδητή στρατηγική πολιτικού συμβολισμού, η οποία αξιοποιεί τη θεσμική ασάφεια, τη συλλογική μνήμη και την ιστορική φόρτιση με στόχο τη δημιουργία ισχυρού συναισθηματικού αποτυπώματος στο εκλογικό σώμα.

Στη διεθνή βιβλιογραφία πολιτικής επικοινωνίας, αυτή η πρακτική περιγράφεται ως “symbolic political framing” και συνδέεται άμεσα με τεχνικές πολιτικής χειραγώγησης μέσω συμβόλων.

Στη καθημερινότητα για την συντριπτική πλειονότητα των Ελλήνων πολιτών, ο όρος «ΕΛ.ΑΣ.» παραπέμπει άμεσα και αποκλειστικά στην Ελληνική Αστυνομία. Η χρήση σχεδόν ταυτόσημου ονόματος από πολιτικό κόμμα δημιουργεί αντικειμενικά συνθήκες θεσμικής σύγχυσης. Σε οποιοδήποτε περιβάλλον εταιρικής διακυβέρνησης ή εμπορικού δικαίου, μια τέτοια επιλογή θα εξεταζόταν υπό το πρίσμα της “likelihood of confusion”, δηλαδή της πιθανότητας παραπλάνησης του κοινού μέσω σύνδεσης με κρατικό ή επίσημο φορέα.

Ακόμη πιο ανησυχητικό στοιχείο είναι ότι το συγκεκριμένο όνομα δεν ενεργοποιεί μόνο θεσμικούς συνειρμούς αλλά και ιστορικά τραύματα. Η αναφορά στον ιστορικό ΕΛΑΣ της Κατοχής επαναφέρει στο πολιτικό προσκήνιο εμφυλιοπολεμικά αντανακλαστικά και ιδεολογικές συγκρούσεις που η μεταπολιτευτική Ελλάδα επιχείρησε επί δεκαετίες να υπερβεί.

Η θεωρία της πολιτικής επικοινωνίας περιγράφει αυτό το φαινόμενο ως “symbolic association” τη στρατηγική δηλαδή κατά την οποία ένας πολιτικός φορέας επιχειρεί να συνδεθεί υποσυνείδητα με έννοιες κύρους, εξουσίας ή ιστορικής φόρτισης. Ο Αμερικανός πολιτικός επιστήμονας Murray Edelman είχε υποστηρίξει ότι τα πολιτικά σύμβολα συχνά λειτουργούν ισχυρότερα από τις ίδιες τις πολιτικές θέσεις για να διχάζουν διότι επηρεάζουν άμεσα τη συναισθηματική αντίληψη των πολιτών για να ενισχύουν την πολιτική πόλωση.

Όταν τα σύμβολα γίνονται σημαντικότερα από τις πολιτικές, η δημοκρατία κινδυνεύει να μετατραπεί σε διαγωνισμό εντυπώσεων.

Ακριβώς αυτό φαίνεται να συμβαίνει και εδώ.

Η πρακτική αυτή αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα όταν εξετάζεται σε συνδυασμό με το πολιτικό παρελθόν του κ.Τσίπρα. Το δημοψήφισμα του 2015 αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα πολιτικής στρατηγικής βασισμένης στη συναισθηματική κινητοποίηση και στον διχασμό. Με το σύνθημα «Όχι», η τότε κυβέρνηση παρουσίασε μια εικόνα σύγκρουσης με την Ευρώπη και τους θεσμούς, οδηγώντας την κοινωνία σε πρωτόγνωρη, ακραία πόλωση και την χώρα σε επικίνδυνα μονοπάτια. Ωστόσο, λίγες ημέρες αργότερα, το αποτέλεσμα μετατράπηκε σε αποδοχή ενός ακόμη αχρείαστου μνημονίου με τεράστιο οικονομικό και κοινωνικό κόστος.

Η απόσταση μεταξύ των προσδοκιών που καλλιεργήθηκαν και των πολιτικών αποφάσεων που ακολούθησαν επέφερε σημαντικό πλήγμα στην εμπιστοσύνη των πολιτών προς το πολιτικό σύστημα και τους θεσμούς.

Στη διεθνή βιβλιογραφία, η περίοδος εκείνη αναφέρεται συχνά ως παράδειγμα “populist performative politics”, δηλαδή πολιτικής που βασίζεται περισσότερο στον συμβολισμό και στη θεατρική σύγκρουση παρά στη θεσμική συνέπεια.

Στις περισσότερες ώριμες δημοκρατίες, τέτοιες πρακτικές θα προκαλούσαν σοβαρές αντιδράσεις. Στο Ηνωμένο Βασίλειο, η Electoral Commission διατηρεί το δικαίωμα να απορρίψει ονομασίες κομμάτων που θεωρούνται παραπλανητικές ή που μπορεί να δημιουργούν σύγχυση με δημόσιους θεσμούς. Στη Γερμανία, η προστασία της θεσμικής ουδετερότητας αποτελεί θεμελιώδη δημοκρατική αρχή ακριβώς λόγω της ιστορικής εμπειρίας πολιτικής εργαλειοποίησης των κρατικών συμβόλων.

Στις Ηνωμένες Πολιτείες, ακόμη και στον ιδιωτικό τομέα, υπάρχουν αυστηροί περιορισμοί στη χρήση ονομάτων που παραπέμπουν σε δημόσιες αρχές ή υπηρεσίες ασφαλείας, ακριβώς για να αποφεύγεται η παραπλάνηση του κοινού.

Ακόμη μεγαλύτερο προβληματισμό προκαλεί η παρουσία της πρώην αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου, κ.Λεπενιώτη, στο πλευρό του Αλέξη Τσίπρα κατά την παρουσίαση του νέου πολιτικού φορέα. Η σημασία της παρουσίας της δεν έγκειται στην προσωπική της επιλογή, δικαίωμα απολύτως κατοχυρωμένο σε κάθε δημοκρατία, αλλά στον θεσμικό συμβολισμό που εκπέμπει.

Η πολιτική επιστήμη έχει αναδείξει εδώ και δεκαετίες ότι η δημοκρατική νομιμοποίηση δεν στηρίζεται μόνο στην ανεξαρτησία των θεσμών αλλά και στην κοινωνική αντίληψη περί ανεξαρτησίας. Όταν πρώην κορυφαίοι δικαστικοί λειτουργοί εμφανίζονται στο πλευρό πολιτικών ηγετών που επιδιώκουν πολιτική επανεκκίνηση, δημιουργούνται εύλογα ερωτήματα για τα όρια μεταξύ θεσμικού κύρους και κομματικής εκμετάλλευσης.

Η δημοκρατία προϋποθέτει καθαρότητα, διακριτούς θεσμικούς ρόλους και πολιτική ειλικρίνεια. Όταν ένα κόμμα επιλέγει να επενδύσει στη σύγχυση, στους ιστορικούς συνειρμούς και στη συναισθηματική χειραγώγηση, τότε το πρόβλημα δεν είναι απλώς επικοινωνιακό αλλά βαθιά θεσμικό και αγγίζει τον πυρήνα της δημοκρατικής λειτουργίας της χώρας μας.