Ξημερώνει Σάββατο 7/2/26.
Δύο μέρες μέρα μετά τον πνιγμό της Χίου και τις κλειστές θερμικές κάμερες του Λιμενικού Σκάφους που εμβολίστηκε(!) από το φουσκωτό των άμοιρων Αφγανών ταξιδεύουμε από Σητεία Αθήνα με το αεροπλανάκι της Olympic Air.
Στο αχανές κτίριο του αεροδρομίου - η άλλη πλευρά της κρίσης - όλα εκτυλίσσονται κανονικά. Οι κοπέλες στο γκισέ γνωστές, ευγενικές, παραλαμβάνουν τα πράγματα, οι αστυνομικοί στον έλεγχο γνωστοί, ευγενικοί μας περνούν στην αίθουσα αναμονής. Τρεις κοπέλες πίσω μου, φοιτήτριες από το ΕΛΜΕΠΑ, Τμήμα Διατροφής και Διαιτολογίας, συζητούν δυνατά την εμπειρία τους από τις πρόσφατες εξετάσεις. Επί μισή ώρα παρακολουθώ ένα μονόπρακτο που θα το ζήλευε ο μακαρίτης ο Γιώργος Σκούρτης, για την αμεσότητα, τη σοκαριστική αθυροστομία, τη διαιώνιση της αντιγραφικής πρακτικής και πολλά άλλα.
Επί τέλους όμως ανακοινώνεται η αναχώρηση, πρώτα οι θέσεις 1-6, 24 άνθρωποι σηκωνόμαστε περνάμε με το QR code και το χαμόγελο της κοπέλας, πλην όμως εδώ αρχίζουν τα περίεργα.
Δεν ανοίγει η πόρτα για να περπατήσουμε ως το αεροπλάνο που μας περιμένει 150 μ πιο πέρα, αλλά στεκόμαστε στη γωνία ως τιμωρημένοι μαθητές για περίπου μισή ώρα. Τότε ανοίγει το ιδιότυπο χρηματιστήριο που ξεκινάει με μια ανακοίνωση, που λέει περίπου ότι επειδή οι καιρικές συνθήκες δεν είναι καλές και το αεροσκάφος υπέρβαρο, πρέπει να κατέβουν 8 άτομα. Διευκρινίζεται ότι θα μείνουμε όλοι εδώ αν δεν βρεθούν οι πρόθυμοι 8. Κανείς δεν κινείται παρότι σε μένα και σε όλους φαντάζομαι μπαίνει το δίλημμα, πως δεν παίζουμε με αυτά. Παρόλα αυτά κανείς δεν κινείται κι έτσι γίνεται ρελάνς, με τους νόμους της αγοράς. “Όσοι προθυμοποιηθούν θα πάρουν 250€, θα μείνουν σε πολυτελές ξενοδοχείο και θα φύγουν αύριο το πρωΐ». Η κίνηση άμεση, το ρεύμα των προθύμων ορμητικό, επέφερε την άμεση διευκρίνιση, «μόνον οι 8 πρώτοι».
Ωραία λοιπόν, μετά από αυτό το αναπάντεχο συμβάν ωριαίας καθυστέρησης, ακολούθησαν τα συνήθη. Πορευτήκαμε οι υπόλοιποι, μείον τους 8, στο αεροπλάνο, με κάποια σχόλια βέβαια για το πρωτοφανές συμβάν, και όλα εκτυλίχτηκαν κανονικά, αν εξαιρέσεις την απογείωση και την προσγείωση που μας φάνηκαν ιδιαίτερα απότομες, αλλά μπορεί να ήταν και η ιδέα μας. Αποβιβαστήκαμε, μπήκαμε στο λεωφορείο, ανοίξαμε τα κινητά, διαβάσαμε το μήνυμα ότι θα παραλάβουμε τα πράγματά μας από τη ζώνη 7 και ενώ φτάναμε στη ζώνη 7 ακούσαμε από το μικρόφωνο ότι δεν θα πάρουμε τα πράγματά μας από τη ζώνη 7, αλλά θα τα δηλώσουμε απέναντι ακριβώς στα γκισέ γιατί τα πράγματα δεν ήρθαν από τη Σητεία. Καμιά αποσκευή δεν ήρθε από τη Σητεία! Περί τα 70 πρόβατα μπήκαμε για άλλη μια ώρα στην ουρά να κάνουμε δηλώσεις για τόπο διαμονής, ώστε αύριο να παραλάβουμε τα πράγματα.
Επιστρατεύσαμε το χιούμορ μας για να αντισταθμίσουμε την κοροϊδία. Διότι περί κοροϊδίας επρόκειτο, γιατί ήξεραν από τη Σητεία ότι δεν θα ταξίδευαν οι βαλίτσες και ΔΕΝ μας το είπαν. Και αυτό δεν είναι τόσο ανώδυνο, επειδή μέσα στις βαλίτσες μπορεί να ήταν φάρμακα, μπορεί να ήταν πράγματα που χαλάνε ή μπορεί οι κάτοχοι να ταξίδευαν γι’ αλλού και να μην ήταν τόσο εύκολο να παραλάβουν την επαύριο την βαλίτσα τους. Σε τι έγκειτο το χιούμορ, μα στο ότι πιθανόν να εγκυμονούνται νέα ήθη, όπου στο ποσό των αεροπορικών εισιτηρίων θα συνεκτιμάται όχι μόνο το βάρος των μπαγκαζιών, αλλά και ημών των ιδίων των κατόχων, μπαγκάζια κι εμείς με μια έννοια.
Μετά τη δίωρη καθυστέρηση κατά τις 7 μ.μ. πήραμε ταξί. Ουρά τα ταξί, κανείς στην ουρά. Επιτέλους είπαμε, εδώ δεν θα περιμένουμε. Φεύ όμως, κι εδώ υπήρξε καθυστέρηση μέχρι να λυθεί μια παρεξήγηση. Μπήκαμε όμως επιτέλους στο ταξί και ξεκινήσαμε. «Πώς και χωρίς αποσκευές;» ρώτησε ο ταξιτζής με τον λαιμό παλαιστή, που έβλεπα από πίσω. Πιάσαμε την κουβέντα, του εξήγησα, δεν έδωσε και πολύ σημασία. Ακούγεται το τηλέφωνό του. «Αυτές οι γυναίκες όλο σε ακατάλληλες ώρες παίρνουν τηλέφωνο» σχολίασε, το κινητό στη θέση του GPS φωτίστηκε. Ήταν η Ευτυχία. Μίλησε πρώτα αυτός «Έρχομαι φορτωμένος από το αεροδρόμιο», «Καλά, καλά θα τα πούμε αργότερα» είπε εκείνη και έκλεισε. Πλήρωσε τα διόδια, πέταξε από το παράθυρο την απόδειξη στον μεγάλο αττικό κάδο. Μετά μας ενημέρωσε ότι θα κάνει μια στάση για να βάλει πετρέλαιο, έβαλε 20€ κι εγώ τον ρώτησα για το επεισόδιο στο αεροδρόμιο. «Εγώ έφταιγα, πριν από σας ήταν κάποιος που ήθελε να πάει Λαγονήσι, εγώ έκανα πως δεν καταλαβαίνω, ήρθε ο από πίσω, πήρε τον πελάτη, αλλά μου την είπε. Δίκιο είχε, αλλά που να τρέχω εγώ στο Λαλαγονησι, σκοτάδια, ανάποδη διαδρομή και δεν έχω πιει ούτε καφέ. Έχεις τσιγάρο;». Κατάλαβα, σε λίγο έβγαλε και μια γενναία ροχάλα, ευτυχώς σε κάποιο χαρτί, που κι αυτό το πέταξε στο μεγάλο Αττικόν πτυελοδοχείο. Η γυναίκα μου δεν άντεχε, συντόμευσε τη διαδρομή κατά 200 μ., καλύτερα με τα πόδια, έτσι κι αλλιώς βαλίτσες δεν είχαμε. «Τι χρωστάμε», «45€, είναι στάνταρ από αεροδρόμιο», «Μπορώ να πληρώσω με κάρτα;» «Προτιμώ με μετρητά, ένα πενηντάρικο δώσε να πιω ένα καφέ και να κάνω ένα τσιγάρο για πάρτη σου».
Το δώσαμε, έπρεπε να κάνω καβγά το ξέρω. Παρηγορήθηκα σκεφτόμενος το Σολωμό που αγόραζε λέξεις, πες πως κι εγώ αγόρασα εικόνες νεοελληνικής αυτογνωσίας.