Θεσμική ουδετερότητα ή προσωποκεντρική διπλωματία; Ο Μαρκ Ρούτε και το όριο της πολιτικής προσαρμογής στο ΝΑΤΟ

Δημήτριος Καρκαμάνης 05 Φεβ 2026

 Η λειτουργία των διεθνών οργανισμών στηρίζεται πρωτίστως στη θεσμική αξιοπιστία και στην προσεκτική ισορροπία μεταξύ πολιτικού ρεαλισμού και κανονιστικής συνέπειας. Στο πλαίσιο αυτό, ο ρόλος του Γενικού Γραμματέα του ΝΑΤΟ δεν είναι απλώς διαχειριστικός αλλά βαθιά πολιτικός: καλείται να εγγυηθεί τη συνοχή της Συμμαχίας, αποφεύγοντας ταυτόχρονα την εντύπωση προσωπικών εξαρτήσεων από τις εκάστοτε ηγεσίες των μεγάλων δυνάμεων.

 Η πρόσφατη στάση του Μαρκ Ρούτε απέναντι στον Πρόεδρο των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ επαναφέρει στο προσκήνιο ένα κρίσιμο ερώτημα: πότε η αναγκαία διπλωματική ευελιξία μετατρέπεται σε υπερβολική πολιτική προσαρμογή; Η συμπεριφορά του Ρούτε δεν μπορεί να αξιολογηθεί αποσπασματικά. Από την αρχή της θητείας του έχει επιλέξει να αναγνωρίζει δημόσια τον καθοριστικό ρόλο του Τραμπ στην αύξηση των αμυντικών δαπανών των ευρωπαϊκών κρατών, υιοθετώντας ένα αφήγημα σύμφωνα με το οποίο η πίεση της Ουάσιγκτον υπήρξε σχεδόν προϋπόθεση για την αναζωογόνηση της Συμμαχίας.

Παρότι η παραδοχή αυτή εμπεριέχει στοιχεία πραγματισμού, η επαναλαμβανόμενη έμφαση στο πρόσωπο, και όχι στις συλλογικές διαδικασίες, μετατοπίζει το κέντρο βάρους από τον θεσμό στον ηγέτη. Ακόμη πιο χαρακτηριστική υπήρξε η χρήση ιδιότυπων μεταφορών για τον Τραμπ σε διεθνή φόρα, με διατυπώσεις που παρέπεμπαν περισσότερο σε πατερναλιστικά σχήματα ηγεσίας παρά σε ισότιμη συμμαχική σχέση.

Τέτοιες επιλογές γλώσσας δεν είναι πολιτικά ουδέτερες: στη διπλωματία, το ύφος συχνά παράγει ουσία, καθώς συμβάλλει στη διαμόρφωση αντιλήψεων ισχύος και ιεραρχίας. Η δημοσιοποίηση ιδιωτικής επικοινωνίας, στην οποία ο Ρούτε εμφανίζεται να επαινεί υπέρμετρα τις πρωτοβουλίες του Αμερικανού προέδρου και να εκφράζει πρόθεση προβολής τους σε διεθνή φόρα, ενισχύει την εικόνα μιας προσωποκεντρικής διπλωματίας.

Το ζήτημα εδώ δεν είναι η ύπαρξη διαύλων επικοινωνίας, αυτοί είναι απαραίτητοι, αλλά ο βαθμός στον οποίο ο επικεφαλής ενός πολυμερούς οργανισμού φαίνεται να υιοθετεί το πολιτικό αφήγημα ενός μόνο ηγέτη. Ιδιαίτερα προβληματική είναι η θετική αναφορά στο «έργο» του Τραμπ σε κρίσιμα γεωπολιτικά μέτωπα, όπως η Ουκρανία. Σε ένα περιβάλλον όπου η δυτική στρατηγική επιδιώκει σαφήνεια και αποτρεπτική αξιοπιστία απέναντι στη Ρωσία, κάθε διατύπωση που μπορεί να εκληφθεί ως πολιτική νομιμοποίηση αμφιλεγόμενων επιλογών δημιουργεί αναπόφευκτα ερωτήματα για τη στρατηγική συνοχή της Συμμαχίας. Εξίσου ανησυχητικές είναι οι διατυπώσεις περί «εύρεσης λύσης» για τη Γροιλανδία, ιδίως υπό το φως παλαιότερων αμερικανικών τοποθετήσεων που άγγιζαν τα όρια του γεωπολιτικού αναθεωρητισμού. Ακόμη και αν πρόκειται για διπλωματική ευγένεια, η ασάφεια τέτοιων δηλώσεων μπορεί να παρερμηνευθεί ως ανοχή απέναντι σε πιέσεις μεταξύ συμμάχων, κάτι που αντιβαίνει στο πνεύμα της συλλογικής ασφάλειας. Το βαθύτερο πρόβλημα δεν αφορά απλώς την προσωπική στάση ενός αξιωματούχου αλλά τον κίνδυνο θεσμικής μετατόπισης.

Το ΝΑΤΟ συγκροτήθηκε ως σύστημα ισορροπιών, όχι ως μηχανισμός πολιτικής επιβεβαίωσης της εκάστοτε αμερικανικής ηγεσίας. Όταν ο Γενικός Γραμματέας εμφανίζεται να επενδύει υπερβολικά σε μια προσωπική σχέση με έναν ιδιαίτερα πολωτικό πρόεδρο, η εικόνα της ουδετερότητας, ακόμη και αν δεν έχει ουσιαστικά παραβιαστεί, αρχίζει να διαβρώνεται.

Οι υποστηρικτές μιας τέτοιας προσέγγισης θα μπορούσαν να αντιτείνουν ότι η διατήρηση της αμερικανικής δέσμευσης αποτελεί υπαρξιακό ζήτημα για την ευρωπαϊκή ασφάλεια και ότι η πολιτική κολακεία είναι, ενίοτε, εργαλείο ρεαλιστικής διπλωματίας.

 Η ιστορία των διεθνών σχέσεων πράγματι βρίθει παραδειγμάτων όπου η προσωπική χημεία μεταξύ ηγετών λειτούργησε σταθεροποιητικά. Ωστόσο, υπάρχει ένα λεπτό αλλά κρίσιμο όριο μεταξύ στρατηγικού πραγματισμού και συμβολικής υποτέλειας. Όταν η δεύτερη αρχίζει να γίνεται αντιληπτή, ανεξαρτήτως προθέσεων, το κόστος μεταφέρεται από το επίπεδο της εικόνας στο επίπεδο της αξιοπιστίας.

Σε μια περίοδο κατά την οποία η Δύση καλείται να αποδείξει ότι παραμένει κοινότητα αρχών και όχι απλώς συμμαχία συμφερόντων, η ηγεσία του ΝΑΤΟ οφείλει να εκπέμπει θεσμική αυτοπεποίθηση και πολιτική αυτονομία. Η υπερβολική προσωποποίηση της διατλαντικής σχέσης ενδέχεται να προσφέρει βραχυπρόθεσμα διπλωματικά οφέλη, αλλά μακροπρόθεσμα αποδυναμώνει το ίδιο το επιχείρημα της συλλογικότητας. Το ζητούμενο, συνεπώς, δεν είναι η ρήξη με την Ουάσιγκτον ούτε η άρνηση του γεωπολιτικού ρεαλισμού.

 Είναι η διατήρηση της θεσμικής αξιοπρέπειας ενός οργανισμού που οικοδομήθηκε ακριβώς για να αποφεύγει την εξάρτηση από πρόσωπα. Διότι όταν οι θεσμοί αρχίζουν να προσαρμόζονται υπερβολικά στις προσωπικότητες, το ερώτημα δεν είναι ποιος ηγείται, αλλά ποιος, τελικά, καθορίζει τους κανόνες.