Το «θαύμα» της ύβρεως

Κώστας Κούρκουλος 24 Ιαν 2026

Οι προβλέψεις του νόμου που  ρυθμίζουν την ευθύνη και την φροντίδα των παιδιών, έναν μόνο σκοπό υπηρετούν: την προστασία του συμφέροντος της - κατά νόμον - «Αυτού Μεγαλειότητος» του ανηλίκου.  

Όπου το «συμφέρον του ανηλίκου» εκλαμβάνεται με  όλες τις νοητές μορφές: Ηθικές, ψυχικές, ψυχαγωγικές, εκπαιδευτικές, κοινωνικές και οικονομικές μορφές.

Όμως, στον πραγματικό ανθρώπινο κόσμο οι συνθήκες υπό τις οποίες κρίνεται το συμφέρον του παιδιού, συνεχώς αλλάζουν. Σε σημείο ώστε, αυτό που θεωρήθηκε κάποια στιγμή ότι υπηρετούσε το συμφέρον του, μπορεί, εκ των υστέρων, να  στρέφεται εναντίον του.

Ένα ακραίο παράδειγμα: αυτός ο οποίος, με τακτική δικαστική απόφαση ανέλαβε την επιμέλεια του παιδιού, παρουσιάζει κατά την άσκησή της κακοποιητική συμπεριφορά, επικίνδυνη για το παιδί.

Στις περιουσιακές και οικονομικές σχέσεις,  οι ζημιές που προκαλούνται από την καθυστέρηση της αποκατάστασης της  νομιμότητας,  εξισορροπούνται με αντίστοιχες αποζημιώσεις.

Στις ανθρώπινες σχέσεις όμως και ιδιαίτερα σ’ αυτές όπου το ένα μέλος είναι απολύτως αδύναμο, όπως ο ανήλικος, δεν υπάρχει εξισορρόπηση. Διότι η όποια ζημία είναι ανεπανόρθωτη και ανεπούλωτη. 

Γι’ αυτό ο χρόνος δεν είναι διαδικαστικό μέγεθος αλλά ουσία.

Ο νομοθέτης, έχοντας επίγνωση της πραγματικότητας αυτής, έχει λύσει το θέμα από παλιά, θεσπίζοντας (1536 παρ. 1 ΑΚ ) το αυτονόητο:

«Αν από τότε που εκδόθηκε δικαστική απόφαση σχετική με τη γονική μέριμνα μεταβλήθηκαν οι συνθήκες, το δικαστήριο οφείλει, ύστερα από αίτηση ενός ή και των δύο γονέων, των πλησιέστερων συγγενών του τέκνου ή του εισαγγελέα, να προσαρμόσει την απόφασή του στις νέες συνθήκες, ανακαλώντας ή μεταρρυθμίζοντάς την, σύμφωνα με το συμφέρον του τέκνου ….».

Όμως, υπήρχε ένα κενό στη ρύθμιση.  Προφανώς από αβλεψία, δεν είχε προβλεφθεί η ίδια δυνατότητα, σε περίπτωση κατά την οποία είχε ασκηθεί έφεση, με την οποία μεταβιβάζεται η υπόθεση στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο (522 ΚΠολΔ).

Οπότε, αν οι συνθήκες άλλαζαν μετά την άσκηση εφέσεως και το συμφέρον του παιδιού – όχι των γονέων - επέβαλλε την άμεση μεταρρύθμιση της δικαστικής απόφασης προκειμένου να αποκατασταθεί η ασφάλεια του παιδιού,  αυτό δεν ήταν δυνατόν να γίνει. Έπρεπε να αναμένεται η εκδίκαση της εφέσεως, κάτι ανεπίτρεπτο για την διαχείριση ανθρώπινων σχέσεων και ιδιαίτερα των σχέσεων με ανήλικο.

Αυτό το κενό συμπλήρωσε η  επίμαχη ρύθμιση.

Έτσι, προσθέτοντας δεύτερη  παράγραφο στο άρθρο 1536 ΑΚ, επέτρεψε την  μεταρρύθμιση και της  οριστικής απόφασης, κατά της οποίας έχει ασκηθεί έφεση, εφ’ όσον μεταβλήθηκαν οι συνθήκες μετά την έκδοσή της.  Υπό τον ρητά μάλιστα  τεθέντα όρο: «Όταν αυτό επιβάλλει το συμφέρον του τέκνου».

Μάλιστα, ο νόμος περιόρισε την δυνατότητα τροποποίησης μόνον σε ζητήματα  προσωπικών σχέσεων (επιμέλειας και επικοινωνίας τέκνου) και δεν επεκτάθηκε σε οικονομικά, τα οποία, όπως προαναφέρουμε, δεν  έχουν τον ίδιο επείγοντα χαρακτήρα.

Αυτός προφανώς ήταν και ο λόγος, για τον οποίο η νομοθετική αυτή ρύθμιση, παρ’ ότι διήλθε όλους τους τακτικούς κοινοβουλευτικούς  ελέγχους, δεν συνάντησε την παραμικρή αντίρρηση. Και όχι μόνον, αλλά πέτυχε αυξημένη πλειοψηφία και επί πλέον ανοχή κοινοβουλευτικών κομμάτων, που απείχαν, για να μην καταψηφίσουν.

Αντιμετωπίστηκε δηλαδή σχεδόν από όλους η εν λόγω ρύθμιση – και ορθά - ως αυτό που ήταν: Ως αυτονόητη.

Τι ήταν αυτό λοιπόν, το οποίο – εκ των υστέρων – μετέτρεψε το αυτονόητο της νομοθετικής ρυθμίσεως, σε αδιανόητο;

Ήταν η ύβρις. Που κάνει θαύματα και καταστρέφει ό,τι αγγίζει.

Η οποία μας επισκέπτεται, όχι όταν παραβιάζεται ο νόμος αλλά ακριβώς στην αντίθετη περίπτωση: όταν, παρ’ ότι τηρείται ο νόμος, παραβιάζονται οι θεμελιώδεις αυτοπεριορισμοί, στους οποίους στηρίζεται η ίδια η δημοκρατία.

Διότι, παραφράζοντας τον ποιητή της ανθρώπινης αυτονομίας, «..σε μια δημοκρατία ο καθείς μπορεί να κάνει οτιδήποτε».  Όμως «οφείλει να ξέρει ότι δεν μπορεί να κάνει οτιδήποτε».

Διότι δημοκρατία είναι "το καθεστώς του αυτοπεριορισμού». (Καστοριάδης, «Η Ελληνική πόλις και η δημιουργία της δημοκρατίας»).

Αυτήν την θεμελιώδη δημοκρατική υποχρέωση του αυτοπεριορισμού, φέρεται να παραβίασε η υπουργός Κα Κεφαλογιάννη, σπεύδοντας να κάνει προσωπικά χρήση, ενός νομοθετήματος, που φέρεται να έχει υπογράψει και η ίδια.

Ενώ, για να προστατευτεί από την προσωπική ύβρη, είχε τον τρόπο: Προτού χρησιμοποιήσει το νομοθέτημα που υπέγραψε, να παραιτηθεί από υπουργός.

Διότι ναι μεν δεν παρανόμησε, αλλά υπέπεσε σε μεγαλύτερο ατόπημα. Στο ατόπημα της ύβρεως. 

Μετατρέποντας έτσι το αυτονόητο  που όριζε η ρύθμιση, σε αδιανόητο, ως προς την εκ μέρους της χρήση του.

Πηγή: booksjournal.gr