Η επίκληση της ενότητας δεν αρκεί όταν η Ευρώπη αδυνατεί να αποφασίσει
Η τελευταία σύνοδος κορυφής στις Βρυξέλλες δεν άφησε πολλά περιθώρια παρερμηνειών. Η Ευρώπη δεν στερείται διαπιστώσεων· στερείται αποφάσεων. Με δύο πολέμους να εξελίσσονται στο άμεσο γεωπολιτικό της περιβάλλον, στην Ουκρανία και στη Μέση Ανατολή, και με άμεσες συνέπειες για την ασφάλεια, την ενέργεια και την οικονομία της, η Ευρωπαϊκή Ένωση επέλεξε ξανά τη γνώριμη οδό της αναμονής. Πίσω από τη ρητορική της ενότητας και τις εκκλήσεις για αυτοσυγκράτηση, αναδύεται μια πραγματικότητα στρατηγικής αδυναμίας: αδυναμία υπέρβασης των εσωτερικών βέτο, μετάθεση των κρίσιμων επιλογών στο μέλλον και σιωπηρή ελπίδα ότι οι πολιτικοί συσχετισμοί θα αλλάξουν μόνοι τους.
Η σύνοδος της 19ης Μαρτίου ήταν αποκαλυπτική ακριβώς γι’ αυτό. Στο ουκρανικό, οι 25 ηγέτες επανέλαβαν την πλήρη στήριξή τους προς το Κίεβο, αλλά η ίδια η διατύπωση ότι το σχετικό κείμενο υποστηρίχθηκε από 25 αρχηγούς κρατών και κυβερνήσεων φανερώνει το πρόβλημα: η ευρωπαϊκή θέση δεν είναι πολιτικά αδιαίρετη, αλλά θεσμικά τραυματισμένη. Όταν η Ένωση χρειάζεται να υπογραμμίζει ότι συμφωνούν όλοι πλην ενός, τότε η εξαίρεση έχει ήδη μετατραπεί σε δομικό μηχανισμό παραλυσίας.
Το ίδιο ισχύει και για το πακέτο των 90 δισεκατομμυρίων ευρώ προς την Ουκρανία για τα έτη 2026-2027. Τυπικά, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο δήλωσε ότι προσβλέπει στην πρώτη εκταμίευση στις αρχές Απριλίου. Πολιτικά όμως, η συζήτηση σφραγίστηκε από την ουγγρική εμπλοκή και από την ανάγκη της Ένωσης να αναζητεί διαρκώς παρακαμπτήριες οδούς, ώστε να υλοποιήσει αποφάσεις που θεωρεί στρατηγικά κρίσιμες. Η εικόνα αυτή παραπέμπει σε μια ένωση που εξακολουθεί να εξαρτά την αξιοπιστία της από το αν θα βρεθεί κάθε φορά ένας τρόπος να παρακαμφθεί το επόμενο βέτο.
Ακόμη πιο εκτεθειμένη ήταν η Ευρώπη στο μέτωπο της Μέσης Ανατολής. Στα επίσημα συμπεράσματα, οι ηγέτες καταδίκασαν τα ιρανικά πλήγματα, μίλησαν για απειλή κατά της περιφερειακής και παγκόσμιας ασφάλειας, αναφέρθηκαν ρητά στη σημασία της ελευθερίας ναυσιπλοΐας στα Στενά του Ορμούζ και κάλεσαν σε ενίσχυση των ευρωπαϊκών ναυτικών αποστολών. Όλα αυτά είναι ρεαλιστικά σωστά. Όμως ακριβώς εδώ αναδεικνύεται η αντίφαση: η Ευρώπη αναγνωρίζει το μέγεθος της απειλής, αλλά εξακολουθεί να απαντά κυρίως με διατυπώσεις, διερευνητικές συζητήσεις και παραπομπές σε μελλοντικό συντονισμό.
Η πραγματικότητα είναι ήδη πιο σκληρή από τη γλώσσα των ανακοινώσεων. Η ενεργειακή αναταραχή που έχει προκαλέσει ο πόλεμος με το Ιράν ανάγκασε την Επιτροπή, στις 31 Μαρτίου, να εξετάζει εκ νέου μέτρα έκτακτης ανάγκης αντίστοιχα με εκείνα της κρίσης του 2022. Οι ευρωπαϊκές τιμές αερίου έχουν αυξηθεί πάνω από 70% από την έναρξη της σύγκρουσης στις 28 Φεβρουαρίου, ενώ οι Βρυξέλλες ανησυχούν ιδιαίτερα για το ντίζελ και τα αεροπορικά καύσιμα. Με άλλα λόγια, η κρίση δεν είναι θεωρητική. Έχει ήδη εισβάλει στον πυρήνα της ευρωπαϊκής οικονομικής σταθερότητας.
Κι όμως, η ευρωπαϊκή αντίδραση παραμένει κατά βάση διαχειριστική. Αντί η Ένωση να εμφανιστεί ως ενιαίος γεωπολιτικός παίκτης που συνδέει ασφάλεια, ενέργεια και στρατηγική αποτροπή, εμφανίζεται ξανά ως ένας μηχανισμός που πρώτα καταγράφει τον κίνδυνο, ύστερα μετρά τις εσωτερικές του ισορροπίες και στο τέλος μεταθέτει τη δύσκολη απόφαση λίγο πιο πέρα. Στην καρδιά αυτής της ακινησίας βρίσκεται μια βαθύτερη πολιτική επιλογή: η στρατηγική της αναμονής. Η περίπτωση Όρμπαν είναι η καθαρότερη απόδειξη. Αντί για μια αποφασιστική θεσμική απάντηση στο διαρκές σαμποτάζ της κοινής γραμμής, η Ένωση εξακολουθεί να επενδύει στην πιθανότητα μιας μελλοντικής μεταβολής των συσχετισμών, είτε μέσω εκλογικής φθοράς είτε μέσω εσωτερικής πίεσης. Μέχρι τότε, η Ευρώπη «αντέχει». Αντέχει την καθυστέρηση, αντέχει την ομηρία της ομοφωνίας, αντέχει την υπονόμευση της ίδιας της συνοχής της.
Αυτό όμως είναι ακριβώς το στρατηγικό της λάθος. Οι συσχετισμοί δεν αλλάζουν από μόνοι τους. Διαμορφώνονται από αποφάσεις, από συγκρούσεις, από πολιτικό κόστος. Όταν η Ευρώπη αποφεύγει τη σύγκρουση στο όνομα της εύθραυστης ισορροπίας, στην πραγματικότητα παγιώνει τον δυσμενή συσχετισμό. Κάθε αναβολή ενισχύει εκείνους που γνωρίζουν πως η Ένωση δυσκολεύεται περισσότερο να τιμωρήσει την υπονόμευση απ’ όσο να την ανεχθεί.
Η συνεχής επίκληση της «ενότητας» λειτουργεί έτσι όλο και περισσότερο ως υποκατάστατο πολιτικής. Όταν δεν μπορείς να αποφασίσεις, δηλώνεις ότι παραμένεις ενωμένος. Όταν δεν μπορείς να δράσεις, επαναλαμβάνεις αρχές. Όταν δεν μπορείς να επιβάλεις πολιτική κατεύθυνση, μετατρέπεις τη συναίνεση σε αυτοσκοπό. Όμως η ενότητα χωρίς δυνατότητα δράσης δεν είναι ισχύς. Είναι αδράνεια με θεσμική νομιμοποίηση.
Η ειρωνεία είναι ότι η Ευρώπη διαθέτει τα μέσα για να λειτουργήσει διαφορετικά. Διαθέτει οικονομικό βάρος, ρυθμιστική ισχύ, πολιτική επιρροή, μηχανισμούς χρηματοδότησης, αμυντική βιομηχανία υπό ανασυγκρότηση και μια ιστορική εμπειρία που απέδειξε πως στα κρίσιμα σημεία η ενοποίηση προχωρούσε μόνο όταν κάποιος αναλάμβανε το κόστος της απόφασης. Η ιστορία της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης δεν γράφτηκε με αναμονή. Γράφτηκε με τομές.
Γι’ αυτό και η τελευταία σύνοδος δεν ήταν απλώς άκαρπη. Ήταν διδακτική. Έδειξε ότι η σημερινή Ευρώπη βρίσκεται ενώπιον μιας θεμελιώδους επιλογής: είτε θα μετατρέψει την ενότητα σε πραγματική πολιτική ισχύ, είτε θα συνεχίσει να τη χρησιμοποιεί ως ρητορικό κάλυμμα της αδυναμίας της. Στην Ουκρανία, στη Μέση Ανατολή, στην ενέργεια, στην ασφάλεια των θαλάσσιων οδών, το πρόβλημα είναι η έλλειψη βούλησης να εξαχθούν οι αναγκαίες συνέπειες.
Και σε αυτή τη συγκυρία, το πραγματικό κόστος είναι η καθυστέρηση. Διότι σε μια εποχή διαδοχικών κρίσεων, η καθυστέρηση δεν είναι ουδέτερη. Είναι πολιτική επιλογή με μετρήσιμη απώλεια ισχύος.