Γιατί δεν μπορεί ο Τσίπρας

Γιάννης Δατσέρης 27 Ιαν 2021

Είναι κοινός τόπος η βιασύνη αρκετών συνεργατών ή ένθερμων υποστηρικτών των ελλήνων Πρωθυπουργών μετά το 2004 να συμπεριλάβουν το πρότυπό τους στον κύκλο των ηγετών του Εθνους. Δεν ξέφυγε από αυτό ο καθηγητής Νίκος Μαραντζίδης. Σε άρθρο του στην «Καθημερινή», με δυο λόγια, έκρινε πως ο Αλέξης Τσίπρας έχει τη δυνατότητα για μια μεγάλη επιστροφή, όπως ο Ελευθέριος Βενιζέλος, ο Κωνσταντίνος Καραμανλής και ο Ανδρέας Παπανδρέου. Οι οποίοι «…ήταν διαφορετικοί όταν επέστρεψαν. Και από πολλές πλευρές ήταν καλύτεροι και πιο ώριμοι συγκριτικά…».


Προσπερνώ κάποια ιστορικά θέματα, όπως το αν ο Βενιζέλος ήταν καλύτερος το 1910-14 ή το 1928-32. Ο Ανδρέας το 1981-85 ή το 1993-95. Στέκομαι στην κρίση ότι ο κ. Τσίπρας ήταν καλός το 2015-19 και μπορεί να βελτιωθεί, γιατί είναι το μοναδικό ουσιαστικό πολιτικό επιχείρημα που διαθέτει στο οπλοστάσιό του ο ΣΥΡΙΖΑ σήμερα και με επαγγελματική δεξιοτεχνία φιλοτεχνεί ο καθηγητής. Προφανώς δεν πρόκειται για κρίση της Ιστορίας, αλλά για υποκειμενική θέση ενός ιδεολογικά ενταγμένου διανοούμενου, η οποία συμπίπτει με την κεντρική ιδέα του κόμματος της αξιωματικής αντιπολίτευσης στην προσπάθειά του να παραμείνει ισχυρό.


Τι παραλείπεται από τα επιχειρήματα του άρθρου; Οτι οι τρεις ηγέτες επανήλθαν όχι γενικώς «διαφορετικοί» ή «καλύτεροι», αλλά προσαρμοσμένοι στις απαιτήσεις των καιρών. Ο Βενιζέλος, από ενσαρκωτής της Μεγάλης Ιδέας, σε διαμορφωτή ενός σύγχρονου Κράτους-Εθνους. Ο Καραμανλής, από ψυχροπολεμικός αντικομμουνιστής, σε κεντροδεξιό ευρωπαίο δημοκράτη. Ο Ανδρέας, από ανεξάρτητος ριζοσπάστης σοσιαλιστής, σε σοσιαλδημοκράτη εγγυητή της ευρωπαϊκής σύγκλισης. Ούτε καν διακρίνει κάποια ουσιαστική ιδεολογικοπολιτική μεταβολή στον κ. Τσίπρα ο κ. Μαραντζίδης. Εστιάζει στη δύναμη της εκφρασμένης στο παρελθόν ιδιαίτερης δημοφιλίας του.


Ο κ. Τσίπρας δεν διαθέτει, προς το παρόν, καμιά από τις προϋποθέσεις μιας επιστροφής.


Δεν έχει κατορθώσει να δημιουργήσει μαζικό κόμμα με παραταξιακά χαρακτηριστικά, παρά τη δεκάχρονη στροφή ενός τμήματος της κομμουνιστικής προέλευσης Αριστεράς σε κόμμα εξουσίας.


Ούτε ο ίδιος, ούτε κανείς άλλος στο ΣΥΡΙΖΑ μπορούν να υπερβούν την αποκλειστική αναγωγή όλων των πολιτικών παραμέτρων στην αντιπαράθεση Δεξιά-Αριστερά, άρα δεν είναι δυνατόν να συγκλίνουν στο πολιτικό Κέντρο.


Ο ΣΥΡΙΖΑ και η ηγεσία του δεν έχουν χυμούς. Η ταχεία μετάβαση από κόμμα διαμαρτυρίας σε λαϊκιστική μετουσίωση της οργής για την απώλεια μιας «αέναης ευημερίας» σε πρόταση εξουσίας, η εμφυλιοπολεμική νοοτροπία τού «εμείς και οι άλλοι», οι καθεστωτικές πρακτικές με συνοδεία τον απαραίτητο πελατειασμό κατά την περίοδο της διακυβέρνησης, κατέλιπαν μια απλουστευτική, ρηχή, οξεία αντιπαραθετική, προσωπικά επιθετική και συνάμα κυνική ρητορική και επικοινωνία που απωθεί κάθε μετριοπαθή, συναινετική ή ορθολογική τάση.


Αρνείται να αποδεχτεί την ευθύνη της συμβολής του στην αποδόμηση των μεσοστρωμάτων της Μεταπολίτευσης. Οχι μόνο γιατί εφάρμοσε πολιτικές ισοπεδωτισμού, αφαίρεσε δυνατότητες κοινωνικής ανέλιξης και υπερφορολόγησε χωρίς να σεβαστεί την παραγωγή και τη μισθωτή εργασία, αλλά κυρίως γιατί προπαγάνδισε σαν αντίπαλο όποιον δημιουργεί εισόδημα μικρού τετραψήφιου αριθμού τον μήνα, ενώ συναγελάστηκε με τους ολιγάρχες της χώρας.


Δυσκολεύεται να κατανοήσει τις κοινωνικές ανακατατάξεις μετά την κρίση και την πρόσθετη καθοριστική επίδραση σε αυτές των νέων τεχνολογικών δεδομένων της 4ης Βιομηχανικής Επανάστασης. Δεν μπορεί να απευθυνθεί σε νεοφυείς οικονομικές πρωτοβουλίες, να αντιληφθεί τη δυναμική των συμπράξεων, να κατανοήσει την εργασιακή κουλτούρα των brain drainers.


Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν μπορεί να υπερβεί τα όρια μιας συντηρητικής περιχαράκωσης. Να είναι εκφραστής μόνον συγκεκριμένων λαϊκών στρωμάτων που υπερασπίζονται κεκτημένα. Ενα ασαφώς περιγραφόμενο δικαίωμα στην εργασία, ασαφώς γιατί ποτέ δεν προσδιορίζει τις, εκτός προσλήψεων στο Δημόσιο, θέσεις εργασίας. Την πρόσβαση του εργατικού δυναμικού σε επιδόματα ελεημοσύνης για να συμπληρώνουν την γκρίζα απασχόληση. Την υπόσχεση ενός ανέφικτου εισοδήματος των συνταξιούχων, χωρίς αλλαγή του ασφαλιστικού συστήματος. Την προάσπιση κάθε συντεχνιακού δικαιώματος και αναχρονιστικής νοοτροπίας που καθηλώνουν την αποδοτικότητα των δημόσιων υπηρεσιών


Οι συνθήκες δημιουργίας του πλειοψηφικού λαϊκιστικού ρεύματος το 2011-12 είναι ανεπανάληπτες. Η καθήλωση στα στερεότυπα που έχει δημιουργήσει ο λαϊκισμός της προηγούμενης δεκαετίας αρκούν για ένα σημαντικό, όχι όμως για καθοριστικό ρόλο στα τρέχοντα και μέλλοντα πολιτικά πράγματα. Ο συνδυασμός των επιπτώσεων της πανδημίας με την ανάγκη να επιτευχθεί ταυτόχρονα διόρθωση των στρεβλώσεων του παρελθόντος, προσαρμογή στις επαναστατικές μεταβολές των παραγωγικών συνθηκών και αντιμετώπιση του αναθεωρητισμού στις γεωπολιτικές ισορροπίες, απαιτεί νέες και διαφορετικές λύσεις, ακόμη και αν προκύψει νέα κρίση.


Εύλογα προκύπτει το ερώτημα. Γιατί όμως τότε ασχολούμαστε τόσο πολύ με το ΣΥΡΙΖΑ και τον αρχηγό του; Η απάντηση είναι γιατί, πρώτον, δεν έχει ακόμη εμφανιστεί το πραγματικά καινούργιο και, δεύτερον, γιατί…


Δεν γνωρίζω αν ο Κυριάκος Μητσοτάκης είναι οπαδός της Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ, αλλά έχει ενσωματώσει πλήρως το δόγμα του σερ Αλεξ Φέργκιουσον: «Εκθείαζε τον αντίπαλό σου, για να φαίνεται η νίκη σου μεγαλύτερη». Εχει επιβάλει στην επικοινωνία το αντι-ΣΥΡΙΖΑ μέτωπο γιατί εκεί ελέγχει, εύκολα, το παιχνίδι. Πηγή: Protagon.gr

Πηγή: www.protagon.gr