Για άλλη μια φορά δεν χάσαμε την ευκαιρία να εξασκήσουμε το εθνικό μας σπορ. Βγήκαν τα σπαθιά απ’ τα θηκάρια και ξεκινήσαμε έναν ακόμη «εμφύλιο». Ογδόντα χρόνια μετά, δεν λέμε να τον ξεχάσουμε. Ακόμη γίνονται εκδηλώσεις για να θυμίζουν τη χειρότερη περίοδο της ιστορίας μας.
Εμφύλιος, τώρα, για τα ρουσφέτια. Γαλάζιες ακρίδες και φραπέδες απ’ τον έναν, βοσκοτόπια και παραδικαστικά κυκλώματα απ’ τον άλλον και πιο πίσω κουμπάροι, πρασινοφρουροί και κλαδικές, διορισμοί, προσλήψεις, αναθέσεις, επιδοτήσεις, σήψη, διαφθορά, όλα στο μίξερ μιας εφήμερης, τοξικής αντιπαράθεσης, στα φιλόξενα Μέσα Μαζικής Επικοινωνίας και στα Μέσα Κοινωνικής Εκτόνωσης ή κατ’ ευφημισμό, Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης.
Μοναδικός στόχος, η φθορά του αντιπάλου. Σε καμία περίπτωση η λύση ενός προβλήματος. Άλλωστε, για να λύσεις ένα πρόβλημα πρέπει πρώτα να το αναγνωρίσεις. Και εδώ αρχίζουν τα δύσκολα:
-Μα, είναι πρόβλημα το ρουσφέτι;
-Είναι κακό να θέλει ένας βουλευτής να λύσει το προσωπικό πρόβλημα ενός πολίτη και μάλιστα, όταν αφορά σε δίκαιο αίτημα; Γι’ αυτό δεν εκλέγεται;
-Τώρα μας ενοχλεί το ρουσφέτι; Γενιές και γενιές μεγάλωσαν μ’ αυτό. Όλα τα κόμματα, κυβερνητικά και μη, το χρησιμοποιούν σαν κοινή και απολύτως αποδεκτή πρακτική. Τα βουλευτικά γραφεία πάντα είχαν εντεταλμένους υπαλλήλους (δανεικούς από το κράτος, δωρεάν) για να διαχειρίζονται τον μεγάλο όγκο των «εξυπηρετήσεων».
-Ένας αξιόλογος βουλευτής και αρχηγός βραχύβιου κόμματος εξανίσταται: «είναι δυνατόν να στερήσουμε από τον Βουλευτή την επικοινωνία με τη Διοίκηση»!
-«Όχι μόνο δεν υπάρχει πρόβλημα, αλλά είναι σκευωρία ξένων δυνάμεων κατά της χώρας»!!!
Τα παραπάνω ερωτήματα και απόψεις που γεμίζουν, στις μέρες μας, τα μάτια και τ’ αυτιά μας, δεν μπορούν να απαντηθούν στη βάση κανενός κομματικού ανταγωνισμού, αλλά μόνον στη βάση των θεμελιωδών Αρχών του Δημοκρατικού Πολιτεύματος: στο Σύνταγμα, στη Διάκριση των Εξουσιών, στο ρόλο του Βουλευτή ως εκπροσώπου του έθνους και νομοθέτη, στο ρόλο της Κυβέρνησης ως εκτελεστικής εξουσίας, στο ρόλο της Δικαιοσύνης, στο ρόλο της Δημόσιας Διοίκησης, κλπ. Στη βάση των Αρχών αυτών οι απαντήσεις είναι εύκολες:
Κατ’ αρχάς, εάν πρόκειται για παράνομο αίτημα του πολίτη, τον λόγο έχει η Δικαιοσύνη, απέναντι σε όλους, στον πολίτη, στον Βουλευτή, στη Διοίκηση, στην Κυβέρνηση, σε όποιον ενέχεται. Τελεία και παύλα.
Καθαρό πολιτικό πρόβλημα τίθεται όταν ο Βουλευτής προσπαθεί να πιέσει τη Διοίκηση να ικανοποιήσει ένα δίκαιο αίτημα του πολίτη.
Ναι, είναι κακό να προσπαθεί να λύσει το ατομικό πρόβλημα του ψηφοφόρου του, γιατί έτσι δημιουργεί σχέσεις εξάρτησης, στη βάση αμοιβαίου προσωπικού οφέλους και αφήνει στη μοίρα τους όλους τους άλλους πολίτες, με παρόμοιο πρόβλημα. Και όχι, δεν εκλέγεται γι’ αυτό, γιατί κατά το Σύνταγμα εκπροσωπεί όλους τους πολίτες και όχι μόνο τους ψηφοφόρους του.
Ναι, είναι κακό γιατί, δουλειά του είναι να εντοπίζει την ανεπάρκεια της Διοίκησης, όταν δημιουργεί πρόβλημα στον πολίτη και να χρησιμοποιεί όλα τα κοινοβουλευτικά εργαλεία που διαθέτει για να πιέσει την Κυβέρνηση και μέσω αυτής τη Διοίκηση για να λύσουν το πρόβλημα. Όχι μόνο για τον ψηφοφόρο του, αλλά για όλους τους πολίτες.
Ναι, έχει δίκαιο ο ελεγχόμενος Βουλευτής να επικαλείται το κατεστημένο του ρουσφετιού που έχει διαχρονικές ρίζες και διατρέχει το Πολιτικό Σύστημα οριζόντια. Η προσωπική μου εμπειρία, είτε ως στέλεχος της Δημόσιας Διοίκησης, είτε ως Πολιτικός Προϊστάμενος Δημόσιων Υπηρεσιών, το επιβεβαιώνει. Δεν υπάρχει κόμμα, ακόμη και από τα μικρότερα, ακόμη και από τα υπεράνω υποψίας, λόγω κάποιου προπατορικού ηθικού πλεονεκτήματος, το οποίο να απέχει από την προσφιλή πρακτική του ρουσφετιού. Αλλά, αυτό δεν απενοχοποιεί το ρουσφέτι. Το ότι γινόταν πάντα και απ’ όλα τα κόμματα, δεν σημαίνει ότι είναι καλό, αποδεκτό ή ότι πρέπει να συνεχιστεί.
Ναι, αγαπητέ Ανδρέα, όχι μόνον πρέπει να στερήσουμε την επικοινωνία του Βουλευτή με τη Διοίκηση, αλλά πρέπει και να απαγορευτεί και να θεωρηθεί αδίκημα, τόσο για τον Βουλευτή όσο και για τον Δημόσιο Λειτουργό. Ο Βουλευτής δεν έχει καμία αρμοδιότητα να συναλλάσσεται με τη Διοίκηση. Η Διοίκηση έχει Πολιτικό Προϊστάμενο, αποκλειστικά και μόνον την Εκτελεστική Εξουσία, τον Υπουργό, την Κυβέρνηση και τον Πρωθυπουργό. Μόνον αυτοί έχουν δικαίωμα και ευθύνη να ελέγχουν τη Δημόσια Διοίκηση και είναι υπόλογοι γι’ αυτό. Υπόλογοι στη Δικαιοσύνη, έστω και με βάση το ανεπαρκές και αναθεωρητέο Άρθρο 86 του Συντάγματος.
Εν κατακλείδι, η διατήρηση του ρουσφετιού ως πολιτικής πρακτικής αποτελεί επικίνδυνο αναχρονισμό του Πολιτικού Συστήματος, με πολλαπλές αρνητικές επιπτώσεις για τη χώρα και τους πολίτες της.
Η συνομολόγηση του παραπάνω αφορισμού, μπορεί να αποτελέσει, μια ακόμη σύγχρονη διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στο τι είναι προοδευτικό στις μέρες μας και τι είναι συντηρητικό, οπισθοδρομικό και αναχρονιστικό. Δεν μπορεί πλέον, ένα κόμμα να αυτοχαρακτηρίζεται προοδευτικό επικαλούμενο ιδεοληψίες, κληρονομικότητες και ταμπέλες.
Προοδευτικά θα είναι τα κόμματα που θα δείξουν πραγματική διάθεση να αντιμετωπίσουν τις παθογένειες του Συστήματος και εν προκειμένω το ρουσφέτι. Τα κλόμματα που θα εφαρμόσουν συγκεκριμένες πολιτικές και θα νομοθετήσουν ανάλογα και άμεσα, εφόσον είναι στην Κυβέρνηση. Αυτά που θα προτείνουν μέτρα και νομοσχέδια, εάν είναι στην αντιπολίτευση. Αυτά που θα συμφωνήσουν να πραγματοποιηθούν οι απαραίτητες τροποποιήσεις του Συντάγματος για να θωρακιστεί θεσμικά το Πολιτικό Σύστημα.
Και το πιο απλό. Αυτά που θα τολμήσουν να εντάξουν μέτρα κατά του ρουσφετιού στο Πρόγραμμά τους. Εκλογές έρχονται. Ιδού η Ρόδος!