Η Βαρώνη Ναντζιέντα Φον Μεκ ερωτεύτηκε τον Τσαϊκόφσκι. Οχι τον ίδιο, την μουσική του. Ευτυχώς, γιατί ο σπουδαίος συνθέτης δεν έτρεφε ιδιαίτερο ενδιαφέρον για το γυναικείο φύλο. Ισως για αυτό, ενώ του έκοψε ένα γενναίο ισόβιο επίδομα, έβαλε ως όρο να μην συναντηθούν ποτέ.
Αντάλλαξαν όμως 1000 επιστολές περίπου, τότε η αλληλογραφία είχε νόημα και βάρος, που αποτελούν σημαντική μαρτυρία για τις καλλιτεχνικές αναζητήσεις της εποχής.
Ο γυιος της, Νικολάι Φον Μεκ, έγινε μηχανικός κι επιχειρηματίας σιδηροδρόμων αλλά η καριέρα του διεκόπη άδοξα από την Οκτωβριανή Επανάσταση. Τι να κάνει, προσαρμόστηκε προσφέροντας τις υπηρεσίες του στην νέα Σοβιετική κυβέρνηση ως ειδικός στα τρένα.
Ο αφελής δεν υπολόγισε ότι οι φλογεροί επαναστάτες ήθελαν κόκκινους αντί για ειδικούς, σημαίες αντί για ανταλλακτικά, πάθος αντί για τεχνική συντήρηση. Κι έτσι τα υπερφορτωμένα τρένα εκτροχιάζονταν με ανησυχητική συχνότητα.
Σαμποτάζ, τον Στάλιν δεν τον ξεγελάς, ξετρυπώνει τους πληρωμένους αρουραίους αντεπαναστάτες, όλο το τεχνικό προσωπικό δηλαδή. Ο δυστυχής Φον Μεκ εκτελείται, μια σφαίρα στον αυχένα με την υπόκρουση του «Καρυοθραύστη» υποθέτω.
Τα δυστυχήματα συνεχίζονται αμείωτα...
Το 1937 το κακό παράγινε. Τώρα οι Τροτσκιστές ανέλαβαν το σαμποτάζ. Η NKVD εξαπολύει εκκαθαρίσεις στο Λαϊκό Κομισαριάτο Σιδηροδρόμων, χιλιάδες σιδηροδρομικοί στα Γκουλακ, οι πιο τυχεροί εκτελούνται.
Τα δυστυχήματα επιμένουν αλλά η βαλβίδα της λαϊκής οργής είχε εκτονωθεί.
Ο Στάλιν ήξερε καλά το παιχνίδι. Ήταν μάγος στη διαχείρηση της οργής. Πρόσφερε την ανθρωποθυσία ως βορά στο αδηφάγο πλήθος. Όσο πιο ψηλά στην ιεραρχία τα θύματα τόσο μεγαλύτερη η ικανοποίηση.
Είναι μακράν ο πιο λαοφιλής ιστορικός ηγέτης στη σημερινή Ρωσία. Οχι γιατί ο λαός λησμόνησε τα εγκλήματα. Αντίθετα. Γιατί τα θυμάται!
Η εκδίκηση των μη προνομιούχων απέναντι στις ελίτ.
Τα θυμήθηκα γιατί ξεκινά η δίκη για τα δικά μας τρένα. Μην τρομάζετε, η θανατική ποινή έχει καταργηθεί αλλά ακριβώς η διαχείρηση της οργής είναι και σήμερα το επίδικο. Το μεγάλο ατού των Λαϊκιστών.
Ώ, όχι, δεν θα αφήσουν κανενα δικαστήριο να εξετάσει τα πειστήρια, να αποφανθεί για τις ευθύνες βάσει της νομικής επιστήμης και της νομολογίας, να κρίνει τους ένοχους στο τέλος της διαδικασίας. Οχι, οι δικοί τους ένοχοι ειναι άλλοι, υπόγειοι, απρόσιτοι, μυστηριώδεις, η «σκοτεινή αδελφότητα» του συστήματος, κάτι σε Dan Brown.
Αμφισβητούν την δικαιοδοσία των δικαστών. Κλείνουν τα μάτια απέναντι στις γνωματεύσεις των ειδικών επιστημόνων. Κλείνουν το μάτι πονηρά στο αλαλάζον πλήθος, το τροφοδοτούν με απίστευτες θεωρίες περί ουσιών κι οινοπνευμάτων, ξυλολίων και μπαζωμάτων. Η αναγγελία ξεσηκώνει, η διάψευση αυτομάτως ξεχνιέται.
Οι διαπρύσιοι συμπαραστάτες του ακαταπόνητου απεργού πείνας ουδόλως αναρωτήθηκαν γιατί δεν πραγματοποίησε την εκταφή για την οποία δημοσίως πείνασε.
Λογικό, ο ορθολογισμός, η απόδειξη των ισχυρισμών, δεν ήταν ποτέ το ζητούμενο.
Οι λαϊκιστές δημεγέρτες γνωρίζουν ότι οι θεωρίες συνομωσίας δεν χρειάζονται τεκμηρίωση. Αντίθετα η απροσδιοριστία τις θρέφει, αυτή συγκινεί και συσπειρώνει τον απλό άνθρωπο όταν αυτός μετατρέπεται σε πλήθος.
Η Συνομωσία, βλέπετε, δικαιολογεί την άβολη κοινωνική του θέση, τα ανεκπλήρωτα όνειρα. Δεν είναι ότι δεν μπορούσε, α όχι…εκείνοι συνομώτησαν και δεν τον άφησαν. Κι αν χρειαστεί το επιβεβαιώνει η αλήθεια που βρίσκεται με ένα κλικ στο κινητό του.