Μια άσκηση προοδευτισμού

Παναγιώτης Βλάχος 25 Ιαν 2014

Υπάρχει ένας κανόνας. Τα κοινωνικά σύνολα και δίκτυα εκφυλίζονται όταν συρρικνώνονται. Παραδείγματα από την πολιτική ζωή υπάρχουν πλέον αρκετά και πρόσφατα. Αυτό είναι ένα στοίχημα που δοκιμάζει τους εγωϊσμούς, το ναρκισσισμό αλλά και την γενναιοφροσύνη, την πολιτική κουλτούρα, το βάθος και τις προθέσεις προσώπων και συλλογικοτήτων. Ο διάλογος σε οργανωμένη πολιτική βάση δεν είναι απλά ζητούμενο ως αέναη διαδικασία, αλλά ως ένας οδικός χάρτης που οδηγεί σε πολιτικές πρωτοβουλίες και καλύτερες δημόσιες πολιτικές. Αυτό φιλοδοξεί και το «Προοδευτικό Φόρουμ». Η εισήγησή μου έχει στόχο να προσθέσει μερικές σκέψεις για το τι συνιστά προοδευτική πολιτική σήμερα, στα όσα ενδιαφέροντα ακούστηκαν το διήμερο, εδώ στο Γκάζι.

Πρώτον, σε ό,τι αφορά στη νεα γενιά.

Σύμφωνα με την έκθεση του Παγκόσμιου Οικονομικού Φόρουμ για τις Παγκόσμιες Τάσεις το 2014, η γενιά που ενηλικιώνεται στην δεκαετία που ζούμε έρχεται αντιμέτωπη με την υψηλή ανεργία και την επισφαλή εργασία, τάση που υποβαθμίζει το μέλλον της και αυξάνει το ρίσκο κοινωνικών αναταράξεων. Δύο γκρουπ χτίζουν αυτό το εκρηκτικό κοινωνικά μπλοκ: από τη μία ο μεγάλος αριθμός αποφοίτων από ακριβά και ξεπερασμένα εκπαιδευτικά συστήματα, που αποφοιτούν κουβαλώντας αντιφατικές δεξιότητες, από την άλλη οι νέοι στις αναπτυσσόμενες χώρες, των οποίων τα 2/3 στερούνται οικονομικής δυνατότητας για να σπουδάσουν.

Πηγαίνοντας λίγο πιο πίσω χρονικά, η προβληματική κατάσταση της γενιάς που γεννήθηκε από τα τέλη του ‘70 έως τις αρχές του ‘90 δεν ειναι μόνο ελληνικό φαινόμενο. Για αυτό, όπως έχουμε αναφέρει και πρόσφατα, το αίτημα για διαγενεακή ισότητα δεν είναι μια αφηρημένη ή θεωρητική έννοια – περνά μέσα από δημόσιες επιλογές και δημοσιες πολιτικες για την εργασία, το περιβάλλον, την κοινωνική ασφάλιση, τη δομή της οικονομίας και των θεσμών κ.ο.κ. Ενδεικτικά αναφέρουμε ως πρόταση, την εισαγωγή δείκτη διαγενεακής δικαιοσύνης που θα μετρά την κατάσταση των νέων και θα υποχρεώνει το νομοθέτη να λαμβάνει υπόψιν του στην έκθεση κοινωνικών και οικονομικών συνεπειών – πως επιβαρύνεται η μελλοντική από την κυρίαρχη γενιά και πως η κυριαρχη γενιά – οι σημερινοί γονείς μας – θα απέχουν από πολιτικές που μας επιβαρύνουν (πχ ιδιωτικοποίηση δημόσιων αγαθών, περιβαλλοντική υποβάθμιση, υπέρογκο δημόσιο χρέος), ενώ πηγαίνοντας ένα βήμα παραπέρα, προτείνουμε μια θετική διάκριση: την ποσόστωση υπέρ τω νέων στη συμμετοχή τους σε κομματικά όργανα και διαδικασίες.

Δεύτερον, σε ό,τι αφορά στη συζήτηση για τις μεταρρυθμίσεις στην Ελλάδα

Η Ευρώπη ειναι η κοινωνία που γεννά θεσμούς γιατί αναγκάστηκε να επινοήσει τον εαυτό της, ώστε μην εκφυλιστεί από τον εθνικισμό και τις διαιρέσεις. Η θεσμική και κοινωνική καινοτομία γεννήθηκε και ανθεί στη Γηραιά Ήπειρο γιατί εδώ υπάρχει η μνήμη, αλλά και η ανάγκη η ίδια να ξυπνά και να αντιμετωπίζει τις κρίσεις της. Το πρόβλημα με την Ευρώπη είναι ότι ξυπνά στην κρίση με κρίση ταυτότητας. Για αυτό και καλούνται τα κράτη-μέλη της να αναστοχαστούν τη σημασία του εξευρωπαϊσμού και να αναζητήσουν ποιά Ευρωπαϊκή Ένωση θέλουν. Πιστεύω λοιπόν ότι το στοίχημα για τις χώρες της περιφέρειας, όπως η Ελλάδα, που χρειάζονται πάση θυσία την Ευρώπη, δεν ειναι να μεταφέρουν δύσθυμα κανονιστικές ρυθμίσεις που τις βαφτίζουν μεταρρυθμίσεις (σε μια λογική «ψυχαγκαστικού» εξευρωπαϊσμού), αλλά να προτεραιοποιήσει τις ανάγκες της και να πρωτοτυπήσει, να εφεύρουμε και άλλους θεσμούς σαν τα ΚΕΠ ή τη «Διαύγεια» που μνημονεύονται παγκοσμίως, αλλά στην Ελλάδα εκπίπτουν ως «ορφανά της πολιτικής», γιατί κανείς δεν αισθάνεται την ανάγκη να τα υπερασπιστεί.

Να ένα στοιχημα λοιπόν για τους προοδευτικούς: να κάνουμε την αλλαγή του κράτους εθνικό στόχο, διαπαραταξιακά, με κοινωνικά δίκτυα, μαζί με τους υπαλλήλους και να κάνουμε την κοινωνική καινοτομια – τη δυνατότητα δηλαδή των ανθρώπινων δικτύων να παράγουν γνώση και χρήσιμες εφαρμογές, προϊόντα και υπηρεσίες για τον πολίτη, στο τρίπτυχο διαλειτουργικότητα – διαφάνεια – λογοδοσία. Για όσους έχουν ασκήσει διοίκηση έστω και για σύντομο χρονικό διάστημα, αποτελεί οδυνηρή παραδοχή ότι οι ασύνδετες και αδιαφανείς δομές της κεντρικής και αποκεντρωμένης διοίκησης είναι μάστιγα και για τη χάραξη και για την εκτέλεση πολιτικών.

Πηγαίνοντας ένα βήμα πιο πέρα, στόχος των προοδευτικών δεν είναι να βελτιώσουν απλά τις δημόσιες υπηρεσίες, ώστε όλοι να μετατραπούμε σε καλούς «πελάτες δημοσίων αγαθών» – αυτό είναι το πρώτο στάδιο. Το ζητούμενο είναι ο πολίτης να διεκδικεί ένα καλύτερο Δημόσιο. Και για να «αγαπήσει» το Δημοσιο χρειάζεται δεδομένα να το αξιολογήσει, να το συνδιαμορφώσει, να ανοίξουν οι δημόσιες υπηρεσίες, είτε ειναι εφορίες είτε γκισέδες του ΙΚΑ και πολεοδομίες, είτε ειναι σχολεία και νοσοκομεία στην διαρκή αξιολόγηση από το χρηστη. Η αξιολόγηση, μαζί με την αντιπροσωπευτικότητα είναι η πιο ανατρεπτική, ριζοσπαστική, επαναστατική αξία και διαδικασία για τη γενιά μας, που θα δώσει τέλος στην κακή εκδοχή της μεταπολίτευσης και θα απελευθερώσει γενιές ανθρώπων από την καθημερινή μιζέρια και ταλαιπωρία.

Τρίτον, οι απαντήσεις στα ερωτήματα «τι κάνουμε» και «γιατί δεν τα βρίσκουμε» περνούν μέσα από παραδοχές, αυτοκριτική και κοινωνική ενσυναίσθηση.

Πιο συγκεκριμένα, η αφετηρία των προοδευτικών σήμερα είναι να ξεφύγουν και από το λαϊκισμό των ελίτ και να πάψουν να συζητούν μόνο μεταξύ τους προβάλοντας τις ιδέες τους σε επιθυμητές πραγματικότητες. Αυτό απαιτεί γενναιοδωρία προθέσεων και πλεόνασμα διαλόγου.

Χρειάζεται να πάψουμε να επιβάλλουμε σιωπητήρια ή να στοχοποιούμε a priori άτομα που έχουν ασκήσει δημόσια διοίκηση ή έχουν διαχειριστεί δημόσια εξουσία, λες και υπάρχει τεκμήριο ενοχής σε όσους ασχολούνται με την πολιτική ή κατέχουν θέσεις ευθύνης. Αν θέλουμε άμωμους και αμόλυντους, υπάρχουν τα “καθαρά χέρια” της Χρυσής Αυγής.

Έχουμε μια ευκαιρία να ξανασκεφτούμε πατριωτικά, τι σημαίνει εθνική κυριαρχία, ευρωπαϊκή ταυτότητα και εθνική ταυτότητα. Δεν υπάρχει μεγαλύτερος πατριωτισμός από το να ξαναπάρουμε περήφανα, όντες Ευρωπαίοι, τα χαλινάρια της οικονομικής μας κυριαρχίας και να απαλλαγούμε από την Τρόικα. Όχι λαϊκίστικα, με αντάρτικα και τσαμπουκά, αλλά με διαρκή διαπραγμάτευση και σοβαρότητα στη λογική ότι για να αλλάξουμε τις δομές της δημόσιας διοίκησης, να αγαπήσουμε την εργασία και να παράγουμε ανταγωνιστικά προϊόντα και υπηρεσίες, χρειαζόμαστε χρόνο, προσπάθεια και συνεργασίες. Το σχήμα της Τρόικας ανταγωνίζεται την προσπάθεια της Task Force και της κεντρικής διοίκησης να δημιουργήσουν δομές. Το διαρκές αγκομαχητό για περικοπές στη διοίκηση είναι αντιπαραγωγικό και αντιμεταρρυθμιστικό.

Όπως είπε εύστοχα και ο καθηγητής Λουκάς Τσούκαλης, δεν θέλουμε μόνο διαπραγμάτευση με τους δανειστές μας, αλλά εσωτερική διαπραγμάτευση. Λείπει η συναποδοχή ότι η δημοκρατία ειναι πρώτα συμβιβασμός που γεννά θεσμούς, όχι μόνο διαμαρτυρία στο δρόμο, καταγγελίες, κόκκινες γραμμμές και αρνήσεις. Αυτές οι συμπεριφορές κρύβουν τη φτώχεια σε ιδέες και προτάσεις. Στο σταυροδρόμι αυτό, υπάρχουν άνθρωποι που μπορουν να συνθέσουν – ακόμη και νέοι συνδικαλιστές, που τόσο εύκολα και ανέξοδα μπορεί κανείς να στοχοποιήσει στη μανιχαϊστική λογική που τείνει να επικρατήσει.

Για να διευκολυνθεί αυτή η διαδικασία, κάθε προοδευτική πρωτοβουλία μπορεί σήμερα να καταφέρει τη γενναία υπέρβαση, προτείνοντας σαρωτικές αλλαγές για το πολιτικό σύστημα, το πολιτικό χρήμα, τη ριζική αλλαγή του εκπαιδευτικού συστήματος. Δεν νοείται αλλαγή χωρίς παράδειγμα και είτε μας αρέσει είτε όχι, η αλλαγή θα ξεκινήσει από τη μήτρα της ελληνικής κρίσης: το πολιτικό σύστημα. Αυτό είναι το πλαίσιο του μεταρρυθμιστικού, προοδευτικού διαλόγου. Γι’ αυτό και είναι και εκ του πονηρού ο διάλογος «μνημόνιο-αντιμνημόνιο», καθώς στη βάση της σκέψης κάθε τυχοδιώκτη, Αριστερού και Δεξιού, βρίσκεται η παραδοχή ότι από το «χάιδεμα των αυτιών» μέχρι τη διατήρηση των παλαιών δομών (πχ. επαναπρόσληψεις στο δημόσιο), εγγυάται την πολιτική και πελατειακή του μακροημέρευση.

Προοδευτικό επίσης, είναι το μήνυμα προς τη νέα γενιά να τολμήσει πολιτικά και να συμμετέχει ενεργά σε υπάρχουσες ή νέες δημοκρατικές πρωτοβουλίες. Κάποιοι πρέπει να τραβήξουν το χορό για να εμπνεύσουν και άλλους να ακολουθήσουν, αλλιώς το «προοδευτικό» ακροατήριο θα γεράσει και άλλο. Αναφέρθηκα παραπάνω στην περιθωριοποίηση των νέων σε ανεπτυγμένες και αναπτυσσόμενες χώρες. Όμως όλοι αυτοί οι νέοι, είναι ταυτόχρονα «ψηφιακοί ιθαγενείς», όπως χαρακτηρίζονται όσοι μεγαλώνουν εξοικειωμένοι με τις νέες τεχνολογίες. Είναι γεμάτοι ενέργεια και θέλουν να αλλάξουν τον κόσμο. Η πολιτική τεχνολογία είναι το μέλλον για την πολιτική συμμετοχή και την καινοτομία στους θεσμούς.

Τέλος, σε ένα άρθρο του στην εφημερίδα Guardian πριν από λίγες μέρες ο διανοητής Leo Panitch, αναφερόμενος στον οικονομικό συντηρητισμό που οδηγεί την Ευρώπη στην ριζοσπαστικοποίηση, ανέφερε ότι ενδεχομένως ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α. θα είναι μια λογική πολιτική επιλογή για τους Έλληνες. Αρκεί να γνωρίζουν ότι μια τέτοια επιλογή θα έχει θυσίες, ενδεχομένως να επιφυλάσσει και τιμωρητική διάθεση από την πλευρά της Ε.Ε. Το πρόβλημα όμως, λέει ο Panitch, δεν ειναι αν θα αντέξουν οι Έλληνες και αν θα επιλέξουν περισσότερες θυσίες. Είναι ότι με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, θα πρεπει να μεταρρυθμιστούν δίκαια. Και μεταρρύθμιση στον 21ο αιώνα, δεν είναι εφικτή αν δεν στηρίζεται από μεγάλες κοινωνικές πλειοψηφίες και μεγάλα κοινωνικά δίκτυα.

Αυτή είναι μεγάλη αλήθεια, γνωρίζοντας ταυτόχρονα ότι τα εκλογικά κόμματα με τον ισχνό προγραμματικό σκελετό δοκιμάστηκαν και απέτυχαν σε κρίσιμες αποφάσεις. Επιστρέφουμε λοιπόν πάλι σε πολυσυλλεκτικά μορφώματα, σε συσσωματώσεις και ευκαιριακές συνυπάρξεις χωρίς καθαρότητα στόχων; Ελπίζουμε πως όχι. Γιατί διαφαίνεται ότι οι άνθρωποι, σήμερα και αυριο, θα στοιχίζονται πίσω από προτάσεις, που απαντάνε με σοβαρότητα και ενσυναίσθηση σε υπαρκτά προβλήματα. Αυτά καλούνται να αντιληφθούν και επιλύσουν με τη μέγιστη δυνατή καθαρότητα στόχων και προθέσεων, με δίκαιο τρόπο, άτομα και ομάδες, συλλογικότητες, πρωτοβουλίες και κόμματα. Ελπίζουμε, με αυτό το πολιτικό διήμερο, να βοηθήσαμε την προσπάθεια.

.

 

.


.

 

.

.

*Το κείμενο είναι μια επεξεργασμένη μορφή της εισήγησής του στο κλείσιμο των εργασιών του «Προοδευτικού Φόρουμ»