Ο Μύθος τη Μη Λύσης: Πώς η Ελλάδα χάνει Χρόνο και Ευκαιρίες

Νικόλαος Τζώρτζης 07 Απρ 2026

Για δεκαετίες, η ελληνική στρατηγική στα ελληνοτουρκικά ταλαντεύεται ανάμεσα στην χρόνια αδράνεια και στη ρητορική υπεροχής. Όμως ο χρόνος δεν είναι ουδέτερος. Όσο η Αθήνα αποφεύγει τη λύση, η Άγκυρα μετατρέπει τη διεκδίκηση σε τετελεσμένο. Το πραγματικό δίλημμα δεν είναι «συμβιβασμός ή δικαίωση». Είναι «συμβιβασμός τώρα ή επιδείνωση αργότερα».

Η Ελλάδα διαθέτει ισχυρό νομικό οπλοστάσιο, βασισμένο στο Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας. Όμως η διεθνής πολιτική δεν λειτουργεί μόνο με νομικούς κανόνες, λειτουργεί με ισχύ, επιμονή και διαπραγμάτευση. Η Τουρκία, παρότι δεν στηρίζεται στο ίδιο νομικό πλαίσιο, έχει επιλέξει μια στρατηγική συνεχούς πίεσης: αμφισβητεί, διευρύνει, επαναφέρει. Και κυρίως, δεν φοβάται το πολιτικό κόστος. Αντίθετα, η Ελλάδα συχνά εγκλωβίζεται σε μια «μέγιστη θέση» που δεν μεταφράζεται σε πράξη. Το αποτέλεσμα είναι στασιμότητα στο χαρτί και κινητικότητα στο πεδίο εις βάρος της.

Η πιο επικίνδυνη αντίληψη στο ελληνικό δημόσιο λόγο είναι ότι η μη επίλυση διατηρεί τα κεκτημένα. Ωστόσο, δεν τα διατηρεί. Αντιθέτως, τα διαβρώνει. Κάθε χρόνος χωρίς συμφωνία κανονικοποιεί την τουρκική αμφισβήτηση, αυξάνει τον κίνδυνο θερμού επεισοδίου και περιορίζει τα περιθώρια μελλοντικής διαπραγμάτευσης. Ταυτόχρονα, η μη λύση έχει απτό οικονομικό και κοινωνικό κόστος: διατηρεί υψηλές αμυντικές δαπάνες, αποτρέπει επενδύσεις σε ευαίσθητες περιοχές, επιβαρύνει τον κρατικό προϋπολογισμό και καλλιεργεί μία διαρκή αίσθηση ανασφάλειας στην Κοινωνία. Πόροι που θα μπορούσαν να κατευθυνθούν σε ανάπτυξη, παιδεία, υγεία, κοινωνικό κράτος ή καινοτομία, εγκλωβίζονται σε μία ατέρμονη διαχείριση έντασης, υπαρκτής ή υποβόσκουσας.

Αξίζει, επίσης, να θυμηθούμε ότι η Ελλάδα είχε βρεθεί στο παρελθόν πιο κοντά σε μια οργανωμένη πορεία επίλυσης. Η συμφωνία του Ελσίνκι το 1999 της τότε κυβέρνησης ΠΑ.ΣΟ.Κ. υπό τον Κώστα Σημίτη, διαμόρφωσε ένα σαφές πλαίσιο: εάν οι διαφορές δεν επιλύονταν διμερώς έως το 2004, θα μπορούσαν να παραπεμφθούν στο Διεθνές Δικαστήριο. Εντούτοις, αυτή η δυνατότητα δεν αξιοποιήθηκε. Η τότε κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας υπό τον Κώστα Καραμανλή επέλεξε να εγκαταλείψει τις διαπραγματεύσεις, με αποτέλεσμα να χαθεί μια συγκυρία όπου υπήρχε ευρωπαϊκή πίεση, σαφές χρονοδιάγραμμα και ευνοϊκότερο περιβάλλον για μια θεσμική διευθέτηση. Η απώλεια εκείνης της ευκαιρίας αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα του κόστους της αδράνειας.

Αν η Ελλάδα θέλει να κινηθεί στρατηγικά σήμερα, χρειάζεται μία ολοκληρωμένη πρόταση που να συνδυάζει το διεθνές δίκαιο και το στρατηγικό ρεαλισμό. Μία τέτοια προσέγγιση θα μπορούσε να περιλαμβάνει μία ευέλικτη εφαρμογή του δικαιώματος επέκτασης των χωρικών υδάτων, με διαφοροποιήσεις ανάλογα με τη γεωγραφία και τις επιτόπιες συνθήκες. Παράλληλα, η οριοθέτηση ΑΟΖ και υφαλοκρηπίδας θα πρέπει να αποτελέσει το κεντρικό αντικείμενο είτε διμερούς συμφωνίας είτε προσφυγής στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης, μέσω ενός σαφώς οριοθετημένου συνυποσχετικού.

Σε αυτό το σημείο, η ελληνική πλευρά οφείλει να αποβάλει ένα βαθιά ριζωμένο φοβικό σύνδρομο: την αντίληψη ότι η αναγνώριση ύπαρξης περισσότερων θεμάτων προς συζήτηση ισοδυναμεί με αποδοχή των τουρκικών θέσεων. Η διαπραγμάτευση δεν είναι πράξη υποχώρησης, είναι εργαλείο διαχείρισης διαφορών. Το να συζητάς δεν σημαίνει ότι αποδέχεσαι. Σημαίνει ότι επιχειρείς να οριοθετήσεις, να περιορίσεις και τελικά να επιλύσεις. Η εμμονή στη ρητορική της «μίας και μοναδικής διαφοράς», όταν δεν συνοδεύεται από ενεργή στρατηγική επίλυσης, αλλά αδρανούς διαχείρισης, καταλήγει να λειτουργεί περισσότερο ως άλλοθι ακινησίας παρά ως ουσιαστική πολιτική.

Η σταθερότητα δεν μπορεί να οικοδομηθεί υπό καθεστώς διαρκούς έντασης ή διαιώνισης της μη επίλυσης. Η ενεργή εμπλοκή της Ευρωπαϊκής Ένωσης μπορεί να λειτουργήσει ως παράγοντας σταθερότητας και εγγύησης εφαρμογής μιας συνολικής διευθέτησης.

Μια τέτοια λύση δεν θα είναι ανέξοδη. Η Ελλάδα θα χρειαστεί να αποδεχθεί ότι η τελική κατάληξη δεν θα ταυτίζεται πλήρως με τη μέγιστη νομική της διεκδίκηση σε κάθε σημείο. Από την άλλη πλευρά, θα κερδίσει κάτι πολύ πιο ουσιαστικό: σαφώς οριοθετημένα θαλάσσια σύνορα, μείωση του κινδύνου σύγκρουσης και ένα σταθερό περιβάλλον για την άσκηση εξωτερικής και οικονομικής πολιτικής. Αντιστοίχως, η Τουρκία θα κληθεί να εγκαταλείψει τη στρατηγική της διαρκούς αμφισβήτησης και να αποδεχθεί ένα θεσμικό πλαίσιο κανόνων. Αμφότερες οι χώρες θα επιτύχουν την πλήρη ομαλοποίηση των διμερών τους σχέσεων.

Η αλήθεια είναι ότι καμία λύση δεν θα είναι πολιτικά ανώδυνη για κανένα εκ των δύο κρατών. Όμως η επιλογή δεν είναι ανάμεσα σε μια «τέλεια» και μια «κακή» λύση. Είναι ανάμεσα σε μία συμπεφωνημένη ισορροπία και σε μία χρονίζουσα χαίνουσα πληγή. Ο απόλυτος μαξιμαλισμός δεν αποτελεί ένδειξη ισχύος, αποτελεί συνταγή ακινησίας.

Η Ελλάδα δεν θα εγκαταλείψει τις θέσεις της. Χρειάζεται να τις μετατρέψει σε εφαρμόσιμη στρατηγική. Και αυτό προϋποθέτει μία ώριμη πολιτική επιλογή: να επιδιώξει έναν έντιμο συμβιβασμό στη βάση του διεθνούς δικαίου που θα κατοχυρώνει τα βασικά της συμφέροντα και θα διασφαλίζει τη σταθερότητα στις ελληνοτουρκικές σχέσεις.

Διότι, η διαπραγμάτευση με τελικό στόχο την επίλυση, στο πλαίσιο ενός αμοιβαίως επωφελούς διμερούς συμβιβασμού δεν είναι υποχώρηση. Είναι η στιγμή που μία χώρα επιλέγει να ορίσει η ίδια το μέλλον της, αντί να αφεθεί να το διαμορφώσουν οι όποιες τυχαίες εξελίξεις.