Ένα παλιό αφήγημα σύγκρουσης επιστρέφει ως προκάλυμμα, ανακυκλώνοντας τις αντιφάσεις της διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ–ΑΝΕΛ
Στην πολιτική, οι επιστροφές δεν είναι ουδέτερες. Είναι επιλογές στρατηγικής. Και η επανεμφάνιση του Αλέξη Τσίπρα δεν συνιστά μια απλή επαναφορά στο δημόσιο διάλογο, αλλά μια συνειδητή προσπάθεια επανατοποθέτησης με όρους που ανήκουν περισσότερο στο παρελθόν παρά στο παρόν.
Δεν είναι η επιστροφή που έχει σημασία. Είναι το περιεχόμενο αυτής της επιστροφής.
Και αυτό το περιεχόμενο είναι απολύτως αναγνωρίσιμο: η επαναφορά της σύγκρουσης ως κεντρικού πολιτικού εργαλείου και η επιλογή ενός εύκολου, συμβολικού αντιπάλου — του τραπεζικού συστήματος — για να στηθεί εκ νέου ένα αφήγημα πολιτικής αντιπαράθεσης.
Η πρόσφατη συνέντευξή του στον Νίκο Χατζηνικολάου επιβεβαιώνει ακριβώς αυτή τη στρατηγική. Όχι μόνο γιατί επαναφέρει τη γνωστή επιχειρηματολογία του 2015, αλλά κυρίως γιατί επιχειρεί να την επανανοηματοδοτήσει. Από τη μία, αποσείεται την ευθύνη. Από την άλλη, υπονοείται ότι η σύγκρουση δεν ήταν αρκετή — ότι θα έπρεπε να είχε φτάσει ακόμη πιο μακριά.
Αυτό δεν είναι πολιτική αποτίμηση. Είναι πολιτική ανακατασκευή.
Και ακριβώς εδώ βρίσκεται το κεντρικό πολιτικό ζήτημα. Διότι το αφήγημα που επιχειρεί να επανέλθει δεν είναι απλώς πολιτικά παρωχημένο. Είναι ένα αφήγημα που έχει ήδη κριθεί στην πράξη. Είναι η πολιτική διακυβέρνηση που ταύτισε τη σύγκρουση με τη στρατηγική, που μετέτρεψε την καταγγελία σε πολιτικό εργαλείο και που επένδυσε στον διαχωρισμό και την καταγγελία ως μέσο πολιτικής κυριαρχίας.
Μια στρατηγική που δεν κατέρρευσε θεωρητικά. Κατέρρευσε στην πράξη καταστροφικά πολιτικά.
Η περίοδος της διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ–ΑΝΕΛ δεν αφήνει περιθώρια για παρερμηνείες. Η μετάβαση από τη ρητορική της σύγκρουσης στη διαχείριση της πραγματικότητας δεν ήταν επιλογή ωρίμανσης. Ήταν αναγκαστική προσαρμογή. Και αυτή η προσαρμογή ήρθε με τεράστιο κόστος: θεσμικό, οικονομικό, πολιτικό.
Σήμερα, η προσπάθεια επαναφοράς της ίδιας λογικής — έστω με πιο προσεκτική διατύπωση — δεν συνιστά υπέρβαση. Συνιστά εμμονική πολιτική επιμονή.
Και μάλιστα πολιτική επιμονή χωρίς το άλλοθι της άγνοιας και της πολιτικής χωρίς πολιτικό προηγούμενο.
Η επιλογή των τραπεζών ως βασικού πολιτικού αντιπάλου δεν εντάσσεται σε ένα συνεκτικό σχέδιο για την οικονομία. Δεν συνοδεύεται από συγκεκριμένες προτάσεις για τη λειτουργία του χρηματοπιστωτικού συστήματος, για τη στήριξη της ανάπτυξης ή για την αντιμετώπιση των ανισοτήτων. Αντίθετα, λειτουργεί ως το αναγκαίο «σκηνικό» για την αναβίωση ενός γνώριμου πολιτικού σχήματος.
Δεν είναι πολιτική πρόταση. Είναι πολιτική τακτική, με ιδιάζουσα περίτεχνη στρατηγική.
Και αυτή η πολιτική επιχειρείται να μεταφερθεί στον χώρο της κεντροαριστεράς.
Εδώ, όμως, αναδεικνύεται η βασική αντίφαση του εγχειρήματος. Διότι η φιλελεύθερη ευρωπαϊκή κεντροαριστερά δεν συγκροτείται πάνω στη σύγκρουση ως αυτοσκοπό. Συγκροτείται πάνω στη σύνθεση, στη θεσμική αξιοπιστία, στην ικανότητα να λειτουργούν οι αγορές με κανόνες και το κράτος με ευθύνη.
Το πολιτικό στρατήγημα «αντίπαλος – σύγκρουση – πολιτική συσπείρωση» δεν ανήκει σε αυτό το πλαίσιο. Το υπονομεύει.
Γιατί μεταφέρει τη συζήτηση από το «πώς κυβερνάς» στο «με ποιον συγκρούεσαι». Από τη διακυβέρνηση στην επικοινωνιακή εντύπωση. Από τη σύνθεση στη διχαστική διχοτόμηση.
Και αυτό δεν είναι απλώς ανεπαρκές. Είναι πολιτικά ακραία επικίνδυνο.
Διότι αναπαράγει μια πολιτική κουλτούρα που έχει ήδη δοκιμαστεί και έχει ήδη οδηγήσει σε καταστροφικό αδιέξοδο. Μια κουλτούρα όπου η πολιτική ευθύνη υποχωρεί μπροστά στην πολιτική σκοπιμότητα και όπου η πραγματικότητα προσαρμόζεται στο αφήγημα — όχι το αντίστροφο.
Σε αυτό το σημείο, η ανάγκη δεν είναι για μια ακόμη πολιτική αντιπαράθεση. Είναι για μια καθαρή πολιτική ρήξη.
Ρήξη με το στρατήγημα της διαρκούς σύγκρουσης. Ρήξη με τον λαϊκισμό της εύκολης απλοποίησης. Ρήξη με την ιδέα ότι η πολιτική μπορεί να επανεκκινεί χαοτικά χωρίς να λογοδοτεί.
Γιατί η «προοδευτική παράταξη» δεν είναι πεδίο πολιτικών εφορμήσεων. Είναι πεδίο πολιτικής ευθύνης και παραγωγικών εκσυγχρονιστικών συνθέσεων.
Και η ευθύνη ξεκινά από κάτι απλό, αλλά κρίσιμο: την αποδοχή της πραγματικότητας.
Τελικά, το ερώτημα δεν είναι αν ο Αλέξης Τσίπρας επιστρέφει.
Το ερώτημα είναι αν επιστρέφει η ίδια πολιτική καταστροφική στρατηγική του παρελθόντος.
Και αν η απάντηση είναι ναι, τότε το δίλημμα είναι σαφές.
Ή ρήξη με αυτό το μοντέλο — ή επανάληψή του.