Τι διαβάζουμε «πίσω από τις γραμμές» της σημερινής δήλωσης του Πρωθυπουργού, σχετικά με την εξέλιξη του σκανδάλου του ΟΠΕΚΕΠΕ και την εμπλοκή Βουλευτών και Υπουργών της κυβερνητικής πλειοψηφίας;
* Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία «ενοχλεί» την Κυβέρνηση, τόσο που ο Πρωθυπουργός της «ζητά»-δεν αναμένει αλλά ζητά- να προχωρήσει ταχύτατα σε όλες τις ανακριτικές ενέργειες και να αποφανθεί αν, σε πόσους και σε ποιους θα ασκήσει ποινικές διώξεις. Από την πρώτη στιγμή που έγινε γνωστή η δεύτερη δικογραφία ΟΠΕΚΕΠΕ, η γραμμή πολλών Βουλευτών και στελεχών της ΝΔ, κύκλων του Μεγάρου Μαξίμου, αλλά και ορισμένων Δημοσιογράφων είναι η αμφισβήτηση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας. Γιατί στέλνει τη δικογραφία τώρα που η Κυβέρνηση είναι στρυμωγμένη από το σκάνδαλο των υποκλοπών; Γιατί «βαπτίζει» πλημμελήματα απλά ρουσφέτια και εξυπηρετήσεις Βουλευτών; Τι θα γίνει θα κλείσουν τα πολιτικά γραφεία επειδή το θέλει η Kövesi; Ποιοί/ές είναι πίσω από το μαρτύριο της αποστολής των δικογραφιών με το σταγονόμετρο; Με δύο λέξεις: «τι μας κρύβουν»;
Λοιπόν, ο Πρωθυπουργός δεν δικαιούται να «ζητάει» καμία επίσπευση των δικαστικών ερευνών από την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, ούτε να παρεμβαίνει στη λειτουργία της. Η διάκριση των εξουσιών υπάρχει, όσο και αν δεν αρέσει στην Κυβέρνηση. Μπορεί όμως να αναμένει, ίσως και τις επόμενες δικογραφίες, γιατί το πραγματικό ερώτημα είναι άλλο: Σχεδόν είκοσι Βουλευτές και Υπουργοί εμπλέκονται στο σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ τα πρώτα δύο χρόνια της διακυβέρνησης της ΝΔ, στα επτά χρόνια που τρέχουν μέχρι σήμερα, πόσοι και ποιοι εμπλέκονται;
* Η Κυβέρνηση επιμένει στη θέση ότι κάποιοι ανακάλυψαν τα ρουσφέτια το 2019, ενώ οι πελατειακές σχέσεις είναι μια μόνιμη παθογένεια του ελληνικού Κράτους. Ο ελέφαντας είναι πολύ μεγάλος στο δωμάτιο για να κρυφτεί με συμψηφισμούς και γενικεύσεις του τύπου «όλοι το ίδιο είμαστε». Και αυτό γιατί, στην προκειμένη περίπτωση του σκανδάλου ΟΠΕΚΕΠΕ, δεν κατηγορείται κανείς/μιά για ρουσφέτια και εξυπηρετήσεις πολιτικού πελατειασμού. Η δικαστική έρευνα διενεργείται για πλημμελήματα και κακουργήματα, για εγκλήματα παράβασης καθήκοντος και απιστίας, ενώ ταυτόχρονα εξετάζεται η διαδρομή του μαύρου χρήματος, δηλαδή ζητήματα πολιτικής διαπλοκής και διαφθοράς. Επομένως, το να υποβαθμίζει η Κυβέρνηση τα παραπάνω αδικήματα σε απλά ρουσφέτια και συμπεριφορές που είναι κοινές στην πολιτική ζωή τα τελευταία διακόσια χρόνια είναι μάλλον υπεκφυγή και απόπειρα να συγκαλύψει τις δικές της πολιτικές ευθύνες. Το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ είναι σκάνδαλο της διακυβέρνησης της ΝΔ.
* Ο Πρωθυπουργός, πέραν των προτάσεων της Κυβέρνησης για τη συνταγματική αναθεώρηση, αναφέρθηκε στην πρόθεσή του να θέσει σε διάλογο το ασυμβίβαστο Υπουργού και Βουλευτή για να αντιμετωπίσει το «βαθύ Κράτος».
Πρώτον, μια τέτοια συζήτηση δεν να είναι πέραν των προτάσεων για τη συνταγματική αναθεώρηση, αλλά απολύτως εντός της συζήτησης για τη συνταγματική αναθεώρηση, στο βαθμό που αναφέρεται στα ασυμβίβαστα του Βουλευτή (άρθρο 57 του Συντάγματος). Με νόμο δεν αλλάζει το ασυμβίβαστο Βουλευτή/Υπουργού, χρειάζεται αναθεώρηση του Συντάγματος, για την οποία όμως δεν φαίνεται να υπάρχει σήμερα καμία πολιτική και κοινωνική συναίνεση.
Δεύτερον, αξίζει να αναρωτηθούμε, με βάση την πρόταση του Πρωθυπουργού, τι θα σήμαινε ένα τέτοιο ασυμβίβαστο, το οποίο είναι γνωστό κυρίως σε προεδρικά ή ημι-προεδρικά συστήματα διακυβέρνησης. Θα σήμαινε ότι ο εκλεγμένος Βουλευτής ο οποίος διορίζεται Υπουργός αντικαθίσταται από τον πρώτο επιλαχόντα Βουλευτή για όσο διάστημα διάστημα συμμετέχει στο Υπουργικό Συμβούλιο. Σε αυτό το διάστημα ο Υπουργός και ο Βουλευτής -και οι δύο πολιτικά πρόσωπα που εκλέγονται στην ίδια εκλογική περιφέρεια- μπορούν κάλλιστα να πολλαπλασιάζουν, τουλάχιστον επί δύο, τις παθογένειες του ρουσφετιού και του πελατειασμού, ως πολιτικοί ανταγωνιστές πλέον, με στόχο την επικράτηση του καθενός/μιας από αυτούς στις επόμενες εκλογές. Η βεβαιότητα -και όχι απλά το ενδεχόμενο- του πολλαπλασιασμού της πολιτικής διαπλοκής αρκεί για να ακυρώσει την πρόταση του Πρωθυπουργού. Επίσης, πόσο αναζωογονητικό για το πολιτικό σύστημα είναι το να μπορεί να εναλλάσσει ο Πρωθυπουργός Βουλευτές και Υπουργούς της ίδιας εκλογικής Περιφέρειας ανάλογα με τις εσωκομματικές και ενδοκυβερνητικές -σκληρές πολλές φορές- κόντρες και αντιπαραθέσεις; Πράγματι αυτό θα ήταν μια φιλόδοξη συνέχεια του «Επιτελικού κράτους»!
Τρίτον, επειδή όμως αυτό είναι κατανοητό από όλους, το ερώτημα είναι γιατί ο Πρωθυπουργός προσφεύγει σε τέτοιες προτάσεις και με τόσο επίσημο τρόπο, όταν είναι προφανές ότι σ ν έχει να εισφέρει τίποτα καινούργιο;
Μα γιατί, αυτή την εποχή, η «συναστρία» των σκανδάλων είναι τέτοια, μεταξύ ΟΠΕΚΕΠΕ, υποκλοπών ή και ό,τι άλλο προκύψει στο δρόμο, που ο πολίτης αντιλαμβάνεται ότι καμιά τέτοια πρόταση δεν έχει πραγματικό θεσμικό βάρος και είναι απλά μια απόπειρα απόδρασης από τη σημερινή θλιβερή, για το πολιτικό σύστημα, κατάσταση.
Καμία, εκτός από μία: τις εκλογές!