Στο βασικό ερώτημα που πλανάται εδώ και αρκετά χρόνια αναφορικά με το χάσμα που υπάρχει ανάμεσα στις σπουδές και στις πραγματικές ανάγκες της αγοράς εργασίας η απάντηση είναι προφανώς καταφατική περί του υφιστάμενου χάσματος σχετιζόμενη με την ταχύτητα αλλαγών που συντελούνται στο επιχειρηματικό περιβάλλον όπως οι νέες τεχνολογικές εφαρμογές , οι νέες και πολλαπλές εξειδικεύσεις, η αναγκαιότητα ψηφιοποίησης κ.ά . Επιπλέον, μεταξύ και άλλων πρόσθετων λόγων που συντηρούν την ύπαρξη αυτού του χάσματος είναι και οι εξής : πρώτον, η πιθανή έλλειψη προγραμμάτων πρακτικής άσκησης και συνεργασίας με τα ακαδημαϊκά ιδρύματα δεύτερον, η ελλιπής επικοινωνία ακαδημαϊκής και επιχειρηματικής κοινότητας με την έννοια συμμετοχής των επιχειρήσεων στη συνδιαμόρφωση των προγραμμάτων σπουδών τρίτον, η δυσκολία κατανόησης ότι η ζήτηση αφορά συγκεκριμένες δεξιότητες π χ project management, ψηφιακή προσαρμογή για αντιμετώπιση ειδικών εφαρμογών κ.ά., και τέλος το γενικό πλαίσιο λειτουργίας της αγοράς εργασίας που μεταφράζεται σε υπερπροσφορά πτυχιούχων σε ανθρωπιστικές σπουδές και έλλειψη σε τεχνικές δεξιότητες . Συγκεκριμένα οι δεξιότητες στις οποίες παρατηρείται σήμερα αντίστοιχη έλλειψη είναι κυρίως σε τεχνικά θέματα π χ ψηφιακή εκπαίδευση, ειδικά εργαλεία και εφαρμογές διοικητικής υποστήριξης, ανάλυση δεδομένων, πλατφόρμες συνεργασίας ,ΑΙ , Κυβερνοασφάλεια, big data, automation system , καθώς και σε οριζόντιες δεξιότητες (soft skills) π χ επικοινωνία ηγεσία ,τεχνικές διαχείρισης χρόνου, συνεργασία σε πολυπολιτισμικό περιβάλλον, ανάπτυξη κριτικής σκέψης, ανθεκτικότητα στις αλλαγές κ.ά.
Είναι βέβαιο ότι από την πλευρά της Επιχειρηματικής ηγεσίας, πρωτίστως αυτή οφείλει να μελετά διαρκώς το περιβάλλον και να κατανοεί τις αλλαγές που συμβαίνουν σε αυτό με κυρίαρχή της επιδίωξη όχι μόνο την αναζήτηση εξειδικευμένων στελεχών αλλά και την ικανότητα των τελευταίων να μπορούν να εργάζονται σε ομάδες. Στην κατεύθυνση βεβαίως αυτή πρωτεύοντα ρόλο παίζουν και τα Ελληνικά Πανεπιστήμια αφού η νέα μορφή ανάπτυξης θα βασίζεται στη γνώση και στη καινοτομία και ως εκ τούτου χρειάζονται στρατηγικές έξυπνης εξειδίκευσης, αξιοποίηση των νέων επιχειρηματικών ανακαλύψεων που προϋποθέτουν την διασύνδεση και δικτύωση ακαδημαϊκής κοινότητας και επιχειρήσεων. Πρακτικά αυτό που χρειάζεται είναι η ενθάρρυνση Πανεπιστημίων και Ερευνητικών κέντρων να προετοιμάσουν και συμμετέχουν στη δημιουργία μεγαλύτερων σχημάτων ειδικού προσανατολισμού διαχείρισης της έρευνας ,ώστε αυτό που παράγεται στα Πανεπιστήμια εύκολα να διαχέεται στο παραγωγικό σύστημα. Πώς όμως επιτυγχάνεται αυτό ; Με ανοικτή έρευνα, ανοικτά δεδομένα, λογισμικό ανοικτού κώδικα, διάδοση τεχνογνωσίας χωρίς περιορισμούς πνευματικής ιδιοκτησίας ,παραγωγή σωρευμένης γνώσης κ.ά. Σημειωτέων ,όλα τα προηγούμενα δεν απαιτούν πόρους ,απαιτούν όμως παρεμβάσεις στο θεσμικό οικοδόμημα λειτουργίας του Πανεπιστημίου που θα επιτρέψει τη μετάλλαξή τους σε μια δεξαμενή γνώσης και υψηλής τεχνολογίας .Από την άλλη, η πρακτική άσκηση είναι το πλέον απαραίτητο εργαλείο που αφενός, γεφυρώνει την εκπαίδευση με τις πρακτικές ανάγκες της αγοράς εργασίας και αφετέρου ,ενισχύει την απασχολησιμότητα αφού ο φοιτητής κερδίζει σε εμπειρία και καλλιεργεί τις δεξιότητες του (ομαδική εργασία, επικοινωνία, συμπεριφορά) .Η πρακτική άσκηση είναι αυτή που τελικά δημιουργεί ένα εκτεταμένο δίκτυο συνεργειών ανάμεσα σε φοιτητές, ακαδημαϊκούς και επιχειρήσεις μειώνοντας ταυτόχρονα και το ρίσκο ανεργίας των νέων αποφοίτων Πανεπιστημίων.