Η απόφαση του ΠΑ.ΣΟ.Κ. να ψηφίσει «παρών» στην ανανέωση της θητείας του Γιάννη Στουρνάρα ως Διοικητή της Τραπέζης της Ελλάδος προκάλεσε αντιδράσεις τόσο από την κυβέρνηση όσο και από στελέχη εντός του ίδιου του κόμματος. Παρουσιάστηκε περίπου ως ένδειξη έλλειψης σοβαρότητας απέναντι σε έναν άνθρωπο που έχει συνδέσει το όνομά του με κρίσιμες στιγμές της ελληνικής οικονομίας. Πρόκειται όμως για μια επιφανειακή ανάγνωση.
Κανείς δεν μπορεί να παραγνωρίσει ότι ο Γιάννης Στουρνάρας είναι ένας αυτοδημιούργητος και εξαιρετικά έμπειρος οικονομολόγος, με κύρος, διεθνή αξιοπιστία, τεχνοκράτης με στέρεη γνώση των αγορών και της οικονομίας και βαθιά θεσμική συνείδηση. Σε μία από τις πιο κρίσιμες καμπές της μεταπολίτευσης, επέδειξε ψυχραιμία, αποφασιστικότητα και αίσθημα εθνικής ευθύνης, συμβάλλοντας ουσιαστικά ώστε η Ελλάδα να μη βρεθεί εκτός ευρωζώνης το 2015, παρά τους ανεύθυνους χειρισμούς και την αλλοπρόσαλλη δήθεν διαπραγμάτευση της τότε συγκυβέρνησης ΣΥ.ΡΙΖ.Α. – ΑΝ.ΕΛ. με τους Ευρωπαίους εταίρους μας. Η αναγνώριση όμως της προσφοράς ενός προσώπου δεν συνεπάγεται αυτομάτως και διαρκές δικαίωμα παραμονής σε μία κορυφαία θεσμική θέση.
Σε κάθε σύγχρονη δημοκρατία, οι θεσμοί οφείλουν να είναι ισχυρότεροι από τα πρόσωπα. Και ακριβώς εξ αυτού του λόγου η μακροχρόνια παραμονή ενός ανθρώπου σε τόσο υψηλή θεσμική θέση γεννά εύλογους προβληματισμούς. Δώδεκα χρόνια στην ηγεσία της Τραπέζης της Ελλάδος είναι μία περίοδος που αγγίζει τα όρια της θεσμικής μονιμοποίησης. Η έννοια της εναλλαγής δεν αφορά μόνο την πολιτική εξουσία, αλλά και τα κέντρα οικονομικής και θεσμικής επιρροής. Οι δημοκρατίες ανανεώνονται μέσα από την εναλλαγή προσώπων, ιδεών και αντιλήψεων, όχι μέσα από τη λογική των «αναντικατάστατων», χάριν της δήθεν ευστάθειας του συστήματος, πολιτικού, οικονομικού και κοινωνικού.
Η στάση του ΠΑ.ΣΟ.Κ. μπορούσε μάλιστα να είναι ακόμη πιο καθαρή και να καταψηφίσει. Διότι το ζήτημα δεν εξαντλείται μόνο στη διάρκεια της θητείας. Ο Γιάννης Στουρνάρας, υπό την ιδιότητά του ως Διοικητής της Τραπέζης της Ελλάδος, επέλεξε να παραχωρήσει συνέντευξη στη λεγόμενη «Ομάδα Αλήθειας», έναν επικοινωνιακό μηχανισμό που λειτουργεί ως κομματικός βραχίονας της Ν.Δ. και έχει κατηγορηθεί επανειλημμένως για πρακτικές προπαγάνδας, αποσπασματικής αναπαραγωγής δηλώσεων και πολιτικής στοχοποίησης αντιπάλων. Πρόκειται για ένα ατόπημα που σκίασε και αδίκησε τη μέχρι τότε θεσμικά συνεπή και καταξιωμένη πορεία του.
Παράλληλα, υπήρξαν φορές που ο ίδιος ο διοικητής τοποθετήθηκε δημόσια με τρόπο που ερμηνεύθηκε ως έμμεση στήριξη ή πολιτική κάλυψη κυβερνητικών επιλογών στο πεδίο της οικονομίας και του τραπεζικού κλάδου. Ανεξαρτήτως των προθέσεών του, ένας διοικητής κεντρικής τράπεζας οφείλει να διαφυλάσσει όχι μόνο την ουσιαστική ανεξαρτησία του θεσμού, αλλά και την εικόνα αυστηρής θεσμικής ουδετερότητας. Αν οι δημόσιες παρεμβάσεις ενός θεσμικού παράγοντα συγκλίνουν με την κυβερνητική γραμμή, δημιουργείται αναπόφευκτα η αίσθηση πολιτικής εγγύτητας και αυτό τραυματίζει την εμπιστοσύνη στην υπερκομματική λειτουργία του θεσμού.
Το πρόβλημα εδώ δεν είναι αν κάποιος συμφωνεί ή διαφωνεί πολιτικά με την κυβέρνηση. Το πρόβλημα είναι κυρίως θεσμικό. Ένας διοικητής κεντρικής τράπεζας οφείλει να προστατεύει όχι μόνο την ανεξαρτησία του θεσμού, αλλά και την εικόνα πολιτικής ουδετερότητας που αυτός πρέπει να εκπέμπει. Όταν ένας κορυφαίος θεσμικός παράγοντας νομιμοποιεί με την παρουσία του έναν αμιγώς κομματικό μηχανισμό επικοινωνίας ή εμφανίζεται να ευθυγραμμίζεται συστηματικά με κυβερνητικές επιλογές, θολώνει τα όρια ανάμεσα στη θεσμική λειτουργία και την πολιτική.
Αυτό ακριβώς φαίνεται να αρνούνται να κατανοήσουν όσοι επιτίθενται στο ΠΑ.ΣΟ.Κ. επειδή δεν έσπευσε να δώσει λευκή επιταγή. Η θεσμική σοβαρότητα δεν μετριέται από το πόσο πρόθυμα ένα κόμμα συναινεί σε κάθε κυβερνητική επιλογή. Μετριέται και από τη δυνατότητά του να υπενθυμίζει ότι κανένα πρόσωπο δεν βρίσκεται υπεράνω πολιτικής και θεσμικής κρίσης.
Σε τελική ανάλυση, η χώρα δεν στερείται ικανών οικονομολόγων, τραπεζιτών και τεχνοκρατών και το λάθος του ΠΑ.ΣΟ.Κ. ήταν ότι δεν κατήλθε με συγκεκριμένη αντιπρόταση προσώπου, όπως είχε πράξει στο πρόσφατο παρελθόν, κατά την εκλογή Προέδρου Δημοκρατίας, όταν είχε προτείνει τον καθ’ όλα εξαιρετικό Τάσο Γιαννίτση. Η αντίληψη ότι μόνο ένας άνθρωπος υπάρχει που μπορεί να διαχειριστεί αποτελεσματικά έναν θεσμό είναι εσφαλμένη. Οι θεσμοί δεν πρέπει να λειτουργούν με όρους προσωπικής ιδιοκτησίας ή νεποτισμού, ούτε να μετατρέπονται σε πεδία ισοβιότητας.
Εξ ου και η επιλογή του ΠΑ.ΣΟ.Κ. να μη στηρίξει ενεργά την ανανέωση της θητείας Στουρνάρα ήταν, στην ουσία της, μία εν μέρει ορθή πολιτική στάση. Σίγουρα όχι όσο σαφής θα έπρεπε, όσο η ρητή καταψήφιση, αλλά σίγουρα πιο θεσμικά υγιής από την αντίληψη ότι η σταθερότητα ταυτίζεται με τη μονιμότητα και ότι η κριτική σε ένα πρόσωπο ισοδυναμεί με υπονόμευση του θεσμού που υπηρετεί.