Νέα και παλιά κόμματα καλούν τον κόσμο για στήριξη και συμμετοχή του στις εκλογές που έρχονται. Με το βάρος ενός οδυνηρού πρόσφατου παρελθόντος και των έντονων αλλά και ανατρεπτικών νέων προκλήσεων, σε πιο πεδίο γίνεται αυτή η πρόσκληση και ποια είναι η τωρινή κατάσταση της χώρας μας;
1. η κοινωνία
Μετα τη βαριά εμπειρία αλλεπάλληλων κρίσεων (οικονομική, πανδημία, πόλεμοι ) και η αίσθηση γενικευμένης αδικίας, υστέρησης κ διαφθοράς των τελευταίων χρόνων (υποκλοπές, Τέμπη, οπεκεπε, ακρίβεια, πληθωρισμός ). Που εχει οδηγήσει μεγάλο μέρος των μη ευνοημένων, σε ατομικές επιλογές επιβίωσης και επιτυχίας, σε αποστράτευση από κοινές προσπάθειες σε δυσπιστία που καταλήγει δυστροπία και κυνισμό.
Απέναντι, μια εποχή επικρατειαs του κοινότυπου, του ασφαλούς του εύκολου προσπορισμού κερδών απο την αδράνεια η την εντροπία των διπλανών. Μια εποχή που η πολιτική κατακλύζεται από προκατασκευασμένα σχήματα, διλήμματα και δημιουργία αδιέξοδων η μονόδρομων χωρίς εναλλακτικές, με παραλλαγές πάνω στα ίδια σχήματα ισχύος, πελατειασμού και ευνοιοκρατίας Κοινωνία στα τρία ,όσοι ωφελούνται πλουσιοπάροχα στηρίζοντα, όσοι ανέχονται και συμμετέχουν με ατομικά πλάνα, και ένας στρατός επιβίωσης. Στο κάτω μέρος του οι ανήμποροι, οι αδύναμοι οι άτυχοι, οι απόκληροι, οι άρρωστοι, οι εξασθενημένοι. Τέλος οι νέοι άνθρωποι που ασφυκτιούν σε ένα κόσμο κληρονόμων ,ευνοημένων και “αξιοκρατίας»
2. Το κράτος
Σε μια τέτοια κοινωνία απόσυρσης, τα δεξιά οχήματα εκτονώνουν την οργή με λύσεις επιφάνειας κ αυταρχισμού και τα αριστερά με μόνιμες γενικόλογες καταγγελίες ,παράγοντας μια χαρμολύπη αγνότητας. Κοινό χαρακτηριστικό η άρνηση σε ότι ανήσυχο, διαφορετικό ,νέο η καινοτόμο με όποιο βαθμό ιδιοτέλειας κρύβεται- συχνά- πίσω του, ο φόβος σε ένα μέλλον πολύπλοκο και ανατρεπτικό βεβαιοτήτων. Ακολουθεί η γενικευμένη και μόνιμη δυσφορία για τον δημόσιο τομέα ,τις κατατεμαχισμένες προθέσεις του και τις ανεπαρκείς ασυντόνιστες προσπάθειες του, τελικά, την αν-ικανότητα του. Σε κάθε έργο, σε κάθε ενέργεια σε κάθε προφανή η απλά ορθολογική βελτίωση, πόσο μάλλον στην αναστάτωση μιας μεταρρυθμιστικής προσπάθειας ,ο συνήθης τρόπος υποδοχής της κοινής γνώμης, είναι να την προσλαμβάνει σαν προϊόν διαπλοκής και διαμάχης ιδιοτελών συμφερόντων. Θεωρείται σίγουρη-λόγω εμπειρίας, η προσπάθεια υφαρπαγής του δημοσίου πλούτου η καταλήστευση του από τους ικανούς η επιτήδειους (ολιγαρχες ,συντεχνίες, παράγοντες ) για τέτοιες παρεμβάσεις.
Αποτέλεσμα η τελική εκτροπή απ τον σκοπό, η γραφειοκρατική ακινητοποίηση, η η μεταστροφή σε τελικά ίδιον όφελος για λίγους ,με την όποια διανομή κοινωνικού μερίσματος η εθνικού πλεονεκτήματος ,να είναι συνήθως πενιχρή για τους πολλούς.
3. Η Ανάπτυξη
Πέραν του -ακόμα πελατειακού και αργοκίνητου-κράτους και των όποιων προσπαθειών δημοσίων παρεμβάσεων-επενδύσεων κ κίνητρων, υπάρχουν φωτισμένες οικονομικές ελίτ με εθνικό ενδιαφέρον με αίσθηση της χώρας κ του χώρου, με κριτήρια κ αξίες πέραν της τυφλής κερδοφορίας η συχνά κερδοσκοπίας;
Υπάρχει κάπου μια ευθύνη η έστω πρόθεση στήριξης και ανάπτυξης περιφερειών και ομάδων εργαζομένων που να συμπαρασύρει τελματωμένες καταστάσεις και περιοχές σε δυναμικές ανάπτυξης, κινητικότητας, ενεργοποίησης σχολάζουσων δυνάμεων; Η ιστορία μας δεν εχει πολλά τέτοια δείγματα αναπτυξιακών πρωτοβουλιών αυτόνομα η έστω παράλληλα με την συνδρομή του κράτους. Οι επιχειρηματίες μας ήταν πάντα υστερημένοι, περιοδικά λαθροβιουντες μόνιμα εύθραυστοι ,και πολύ συχνά απλά κρατικοδίαιτοι η εξαρτημένοι.
Σε μια πάντα ισχνή ατμομηχανή με πολλά βαγόνια, η νέα οικονομία πέραν των υπηρεσιών, μπορεί να ανταποκριθεί με δημιουργικά σε ότι νέο: η κινητικότητα, οι πολλαπλές νέες δεξιότητες, οι διαρκείς ευκαιρίες, η νέα τεχνολογία, το ΑΙ και η αύξηση από αυτά της παραγωγικότητας θα έχουν προστιθέμενη αξία;
Δεν θα πρέπει να υπάρξουν σχεδιασμένες δράσεις, να χρησιμοποιηθούν οι πόροι πιο συστηματικά, πιο στοχευμενα, πιο αποδοτικά με την δημιουργία δικτύων επιχειρηματικών πάρκων κλπ. έντασης εργασίας, με εξωστρέφεια καινοτομία κ εντοπιότητα; Με οικονομίες κλίμακος και συνεργασίες που τόσο έλειψαν από την ατομικιστική εμμονή της ελληνικής ιδιοπροσωπιας, της μη συνεργασίας όπως φαίνεται από την δομή την διαχρονικότητα και το μέγεθος των 800.000- συχνά μονοπρόσωπων- μικρομεσαίων επιχειρήσεων; Επίσης το ότι 20 επιχειρήσεις έχουν το 80% της κερδοφορίας δεν δείχνει την τεράστια παραγωγή ανισότητας;
Μήπως, αυτή η κοινωνία, πρέπει να ψάξει περισσότερο και να αξιολογήσει σε βάθος χρόνου τι είναι εθνικά σημαντικό, αλλά και να τοποθετηθεί απέναντι σε σύγχρονα θέματα και ριζικές μεταρρυθμίσεις πέρα απ την καθημερινότητα του επείγοντος και τις παθογένειες που μας κρατούν στο παρελθόν. Μήπως η πραγματική ανάγκη της χώρας δεν εξαντλείται στην προσπάθεια διεμβολισμου του παλιού με ένα νέο γεμάτο καταγγελίες και εξαγγελίες λαϊκισμού, μέσα σε ένα αστερισμό συγκεχυμένης αντιπολίτευσης επι παντός;
Αν πράγματι η εθνική αγωνία διαπερνά όλους -όπως ισχυρίζονται -,μήπως η προσπάθεια εκπολωσης και έναρξης αλληλοκατανόησης και συγκλίσεων, είναι ο άλλος δρόμος, η δημιουργική προοπτική; Μήπως τέλος το εθνικό επιβάλλει ένα ελάχιστο κοινό όραμα στα μεγάλα;