Όσο πλησιάζουμε προς την επόμενη εκλογική αναμέτρηση, τόσο περισσότερο φουντώνουν τα σενάρια περί μετεκλογικών συνεργασιών και αναδιατάξεων σε όλους τους πολιτικούς χώρους. Ανάμεσα σε αυτά, ξεχωρίζει η συνεχής συζήτηση για μια ενδεχόμενη σύμπλευση του ΠΑ.ΣΟ.Κ. είτε με τη ΝΔ, είτε με το κόμμα του Αλέξη Τσίπρα, παρότι το ΠΑ.ΣΟ.Κ. έχει πολλάκις αποσαφηνίσει και οριοθετήσει την αυτόνομη εκλογική πορεία του, είτε προς τη μία, είτε προς την άλλη κατεύθυνση. Πρόκειται για μία συζήτηση που όχι μόνο δεν προσφέρει τίποτα στο ΠΑ.ΣΟ.Κ., αλλά κινδυνεύει να το απομακρύνει από το πραγματικό του καθήκον: την ανάδειξη του προγράμματός του και τη διεκδίκηση ενός αυτόνομου πρωταγωνιστικού ρόλου στην πολιτική ζωή της χώρας.
Το ΠΑ.ΣΟ.Κ. δεν έχει λόγο να εγκλωβίζεται σε σενάρια συνεργασιών. Καθήκον του είναι να πείσει την Κοινωνία ότι διαθέτει συγκεκριμένες προτάσεις για την Οικονομία, το Κοινωνικό Κράτος, το Ε.Σ.Υ., την παιδεία, τη στέγαση και την παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας. Η πολιτική συζήτηση οφείλει να διεξάγεται πάνω σε προγράμματα και ιδέες και όχι πάνω σε αριθμητικές ασκήσεις εξουσίας ή σε υποθετικές μελλοντικές συγκολλήσεις κομμάτων, οι οποίες δεν αφορούν και δεν ενδιαφέρουν μία Κοινωνία που στη συντριπτική της πλειοψηφία δεν μπορεί να βγάλει το μήνα.
Η εμμονή ορισμένων, όπως του Δημάρχου Αθηναίων κου Χάρη Δούκα, με τα σενάρια συνεργασίας με τον Αλέξη Τσίπρα προκαλεί εύλογα ερωτήματα. Ξέχασαν άραγε τί συνέβη κατά τα χρόνια της οικονομικής κρίσης; Ξέχασαν ότι ολόκληρη η πολιτική στρατηγική του τότε ΣΥ.ΡΙΖ.Α. στηρίχθηκε στον ακραίο αντιπασοκισμό; Ξέχασαν τις ύβρεις, τη δημαγωγία, τις προσωπικές επιθέσεις και την οργανωμένη προσπάθεια πολιτικής εξόντωσης του ΠΑ.ΣΟ.Κ.; Ξέχασαν τις ιστορικές ευθύνες του Αλέξη Τσίπρα ως προς την παρολίγον έξοδο της Ελλάδος από την Ευρωζώνη, το αχρείαστο τρίτο Μνημόνιο, το τραγελαφικό δημοψήφισμα και την "υπερήφανη" κωλοτούμπα του, τα capital controls και το κλείσιμο των τραπεζών, την υποθηκευση της δημόσιας περιουσίας για 99 χρόνια; Ή μήπως λησμόνησαν την επιλογή ως κυβερνητικού εταίρου το ακροδεξιό εθνολαϊκιστικό μόρφωμα του Πάνου Καμμένου και τις 7 διασπάσεις και τον απόλυτο κατακερματισμό που ο ίδιος ο Αλέξης Τσίπρας προκάλεσε στο ίδιο του το κόμμα, το οποίο εν συνεχεία ακόμη και ο ίδιος εγκατέλειψε;
Για χρόνια, ο Αλέξης Τσίπρας και το πολιτικό του περιβάλλον δεν αντιμετώπιζαν το ΠΑ.ΣΟ.Κ. ως έναν πολιτικό αντίπαλο με τον οποίο διαφωνούσαν. Το αντιμετώπιζαν ως έναν πολιτικό χώρο που έπρεπε να εξαφανιστεί. Επένδυσαν συστηματικά στην απαξίωσή του, επιχείρησαν να διαγράψουν την ιστορική του συμβολή, ξέπλυναν τις ευθύνες της Ν.Δ. στη χρεοκοπία της Χώρας και καλλιέργησαν ένα κλίμα διχασμού που δηλητηρίασε το δημόσιο διάλογο. Σήμερα, οι ίδιοι κύκλοι εμφανίζονται να αναζητούν νέες γέφυρες, είτε συνεργασίας, είτε απορρόφησης του ΠΑ.ΣΟ.Κ. . Όμως η πολιτική μνήμη ΔΕΝ διαγράφεται. Δεν είμαστε λωτοφάγοι, όσο και αν κάποιοι πιστεύουν το αντίθετο.
Αυτό δεν σημαίνει ότι το ΠΑ.ΣΟ.Κ. πρέπει να μετατρέψει τον Τσίπρα σε αποκλειστικό στόχο του. Κάθε άλλο. Ο βασικός πολιτικός, ιδεολογικός και ηθικός αντίπαλος του ΠΑ.ΣΟ.Κ. παραμένει η Ν.Δ., ως η δύναμη που ασκεί την κυβερνητική εξουσία και απέναντι στην οποία οφείλει να καταθέτει μία ολοκληρωμένη εναλλακτική πρόταση διακυβέρνησης, όπως και κάνει.
Ταυτόχρονα, όμως, θα ήταν πολιτικά αφελές να αντιμετωπίζεται ο Αλέξης Τσίπρας και το πολιτικό περιβάλλον που τον ακολουθεί ως ένας φυσικός ή αυτονόητος σύμμαχος. Οι πολιτικές διαφορές είναι βαθιές, οι ιστορικές συγκρούσεις υπαρκτές και οι αντιλήψεις για την άσκηση της πολιτικής εντελώς ασύμβατες. Το ΠΑ.ΣΟ.Κ. δεν έχει κανέναν λόγο να υποβαθμίσει αυτή την πραγματικότητα.
Εξ ου και όσοι, εντός κόμματος, όπως ο κος Δούκας, επιμένουν επί μακρόν να τροφοδοτούν καθημερινά τη συζήτηση περί μετεκλογικών συνεργασιών προσφέρουν κακή υπηρεσία στην παράταξη και τη ζημιώνουν. Μετατοπίζουν το ενδιαφέρον από το πρόγραμμα, το οποίο δεν συζητούν, ούτε αναδεικνύουν, στις συμμαχίες, από τις πολιτικές προτάσεις, στους συσχετισμούς και από την Κοινωνία στα κομματικά παρασκήνια.
Το ΠΑ.ΣΟ.Κ. δεν χρειάζεται και δεν πρέπει να ρίχνει νερό στον μύλο των συζητήσεων περί προεκλογικών, εκλογικών ή μετεκλογικών συνεργασιών. Χρειάζεται να μιλά για το δικό του σχέδιο, τη δική του πολιτική φυσιογνωμία και τη δική του πρόταση εξουσίας. Όσο περισσότερο ασχολείται με το μέλλον του τόπου, τόσο περισσότερο θα κερδίζει την εκτίμηση της Κοινωνίας. Ο μέσος πολίτης θέλει να ακούσει πώς θα επιλυθούν οι δυσκολίες στην καθημερινότητά του, πώς θα μπορέσει να βελτιώσει το βιοπορισμό και γενικά τη ζωή του. Είναι πολύ απογοητευμένος και αποστασιοποιημένος, ώστε να πιστεύει, πολλώ δε μάλλον να ξαναπιστέψει, δήθεν πολιτικούς Μεσσίες και λοιπούς λαϊκιστές.
Η αυτόνομη πορεία δεν είναι απλώς μία οργανωτική επιλογή. Είναι ζήτημα πολιτικής αξιοπιστίας, ιστορικής συνέπειας και σεβασμού προς τους πολίτες που περιμένουν από το ΠΑ.ΣΟ.Κ. να εκφράσει μία σαφή, ανεξάρτητη και σύγχρονη προοδευτική πρόταση, την οποία και έχει. Και αυτή η πορεία δεν περνά μέσα από τη σύμπραξη με τον κατεξοχήν εκπρόσωπο του λαϊκισμού και της ένδειας πολιτικών και προγραμματικών θέσεων, αλλά μέσα από την ενίσχυση της δικής του ταυτότητας και της δικής του φωνής.
Όταν, παρά τις επανειλημμένες συλλογικές αποφάσεις και τις δημόσιες δεσμεύσεις της παράταξης, στελέχη επιμένουν να υπονομεύουν τη στρατηγική της, να καλλιεργούν συστηματικά μία διαφορετική πολιτική γραμμή και να τροφοδοτούν την εσωστρέφεια, θέτουν εαυτούς εκτός του κοινού πλαισίου λειτουργίας και πολιτικής ευθύνης. Η ενότητα, η πολιτική συνέπεια και η αξιοπιστία του ΠΑ.ΣΟ.Κ. δεν μπορούν να είναι αντικείμενο προσωπικών στρατηγικών ή διαρκούς αμφισβήτησης. Υπό αυτές τις συνθήκες, η διαγραφή του κου Χάρη Δούκα συνιστά την αναγκαία πολιτική απόφαση για την προάσπιση της συλλογικής πορείας, της ενότητας και της αξιοπιστίας της παράταξης.