Τα τελευταία χρόνια, ο όρος “λαϊκισμός” ακούγεται παντού. Στις ειδήσεις, στα κοινωνικά δίκτυα, στις συζητήσεις μεταξύ φίλων. Κάποιοι τον θεωρούν απλώς μια διαφορετική πολιτική προσέγγιση. Άλλοι τον βλέπουν ως απειλή για τη δημοκρατία.
Η αλήθεια είναι ότι ο λαϊκισμός δεν είναι ούτε απλό φαινόμενο ούτε αθώο.
Είναι μια δύναμη που μπορεί να αλλάξει βαθιά τον τρόπο με τον οποίο λειτουργούν οι κοινωνίες.
Ο λαϊκισμός παρουσιάζεται ως η “φωνή του απλού πολίτη” απέναντι σε μια “διεφθαρμένη ελίτ”. Προσφέρει εύκολες απαντήσεις σε δύσκολα προβλήματα και υπόσχεται γρήγορες λύσεις.
Αυτό ακούγεται ελκυστικό, ειδικά σε περιόδους κρίσης, όπως είναι αυτή που διανύουμε σήμερα.
Όμως η πραγματικότητα είναι πιο σύνθετη.
Ο λαϊκισμός συχνά: απλουστεύει περίπλοκα ζητήματα, καλλιεργεί διχασμό, και υπονομεύει θεσμούς που κρατούν μια χώρα σταθερή.
Πώς επηρεάζει τις κοινωνίες;
Σε πολλές χώρες, η άνοδος λαϊκιστικών κινημάτων συνοδεύτηκε από αλλαγές που άφησαν βαθύ αποτύπωμα:
Αποδυνάμωσαν θεσμούς. Όταν οι θεσμοί, δικαιοσύνη, ανεξάρτητες αρχές, ΜΜΕ, παρουσιάζονται ως “εχθροί του λαού”, χάνουν την αξιοπιστία τους. Αυτό ανοίγει τον δρόμο για συγκέντρωση εξουσίας και λιγότερο έλεγχο.
Δημιούργησαν κοινωνική πόλωση, Ο λαϊκισμός συχνά χωρίζει την κοινωνία σε “καλούς” και “κακούς”, “λαό” και “ελίτ”. Το αποτέλεσμα είναι μια κοινωνία που δυσκολεύεται να συζητήσει, να συνεργαστεί, να βρει κοινό έδαφος.
Ενίσχυσαν την οικονομική αβεβαιότητα. Οι απλουστευμένες λύσεις μπορεί να φαίνονται ελκυστικές, αλλά συχνά οδηγούν σε απρόβλεπτες οικονομικές αποφάσεις, προστατευτισμό και απομάκρυνση από διεθνείς συνεργασίες.
Ενέτειναν διεθνείς εντάσεις. Όταν μια χώρα υιοθετεί συγκρουσιακή ρητορική, αυτό επηρεάζει και τις σχέσεις της με άλλες χώρες. Η διεθνής συνεργασία γίνεται πιο δύσκολη, και η παγκόσμια σταθερότητα πιο εύθραυστη.
Ο λαϊκισμός συνήθως βρίσκει μεγάλη απήχηση και κερδίζει έδαφος σε πολλές κοινωνίες. Οι βαθύτερες αιτίες σε αυτό είναι:
Η οικονομική ανασφάλεια: Όταν οι άνθρωποι νιώθουν ότι χάνουν τον έλεγχο της ζωής τους, αναζητούν απλές απαντήσεις.
Οι ταχύτατες κοινωνικές αλλαγές: Μετανάστευση, τεχνολογία, νέες αξίες, όλα αυτά δημιουργούν άγχος και αβεβαιότητα.
Η απογοήτευση από τους θεσμούς: Πολλοί πολίτες νιώθουν ότι δεν εκπροσωπούνται.
Η παραπληροφόρηση: Τα κοινωνικά δίκτυα ενισχύουν συνωμοσίες, ψευδείς ειδήσεις και συναισθηματικές αντιδράσεις.
Τι μπορούμε να κάνουμε ως κοινωνία;
Η αντιμετώπιση του λαϊκισμού δεν γίνεται με περιφρόνηση ή ειρωνεία. Γίνεται με ουσιαστική δουλειά από την πολιτεία και την κοινωνία γενικότερα:
Η πολιτεία πρώτα-πρώτα πρέπει να ενισχύσει την παιδεία και την κριτική σκέψη.
Μια κοινωνία που μπορεί να ξεχωρίζει το γεγονός από τη φαντασία είναι πιο ανθεκτική.
Δεύτερον πρέπει να αναδείξει τη θεσμική διαφάνεια και τη λογοδοσία. Όσο πιο καθαρά λειτουργούν οι θεσμοί, τόσο λιγότερο χώρο αφήνουν σε αμφισβητήσεις.
Τρίτον πρέπει να εφαρμόζει πολιτικές που μειώνουν τις ανισότητες. Όταν οι άνθρωποι νιώθουν ότι έχουν μέλλον, δεν αναζητούν εύκολους εχθρούς, και
Τέταρτον πρέπει να καθιερώσει μια νέα μορφή πολιτικής επικοινωνίας. Η λογική πρέπει να συνοδεύεται από συναίσθημα. Οι πολίτες δεν πείθονται μόνο με αριθμούς, αλλά και με ιστορίες, με όραμα, με ειλικρίνεια.
Ο λαϊκισμός μπορεί να οδηγήσει σε δύσκολα μονοπάτια, αλλά δεν είναι αναπόφευκτο. Οι κοινωνίες έχουν τη δύναμη να επιλέξουν τον δρόμο της συνεργασίας, της γνώσης και της δημοκρατικής ωριμότητας. Το ζητούμενο δεν είναι να “νικήσει” κάποια πλευρά, αλλά να ξαναχτίσουμε εμπιστοσύνη, μεταξύ πολιτών, θεσμών και πολιτικής.
Ο λαϊκισμός δεν εξαπλώνεται επειδή είναι “πανίσχυρος”, αλλά επειδή βρίσκει κενά: κενά ενημέρωσης, κενά εμπιστοσύνης, κενά συμμετοχής.
Όταν αυτά τα κενά μικραίνουν, ο λαϊκισμός χάνει έδαφος.
Πέραν όμως από την πολιτεία ο καθένας μας, μπορεί να συμβάλλει στη μείωση της εξάπλωσης του λαϊκισμού.
Πρώτα πρέπει να καλλιεργούμε κριτική σκέψη στην καθημερινότητά μας. Δεν χρειάζεται να είμαστε ειδικοί για να κάνουμε βασικές ερωτήσεις, όπως ποιος το λέει, γιατί το λέει, τι κερδίζει, και αν υπάρχουν στοιχεία ή μόνο συναισθηματικές εκρήξεις.
Αυτή η απλή στάση μειώνει δραματικά την επιρροή της παραπληροφόρησης.
Δεύτερον να φροντίζουμε να ελέγχουμε πάντα τις πηγές πριν αναπαράγουμε ή να αποδεχτούμε μια πληροφορία. Ο λαϊκισμός ζει από την ταχύτητα, όχι από την αλήθεια.
Αν σταματήσουμε να αναπαράγουμε ψευδείς ειδήσεις, θεωρίες συνωμοσίας και υπεραπλουστεύσεις, τους κόβουμε το οξυγόνο.
Τρίτον ποτέ να μην επιβραβεύουμε την τοξικότητα. Στα κοινωνικά δίκτυα, στα σχόλια, στις συζητήσεις να μην απαντάμε με οργή, δεν μπαίνουμε σε “μάχες” που τροφοδοτούν τον διχασμό, και δεν ενισχύουμε ακραίες φωνές με την προσοχή μας.
Η ψυχραιμία είναι επαναστατική πράξη σε μια εποχή υπερδιέγερσης.
Τέταρτον υποστηρίζουμε πάντα την ποιοτική ενημέρωση. Όσο περισσότεροι άνθρωποι ενημερώνονται από σοβαρές πηγές, τόσο δυσκολότερα περνάει ο λαϊκισμός.
Πέμπτο δεν συζητάμε με ανθρώπους που διαφωνούν μαζί μας για να τους “νικήσουμε”, αλλά για να τους καταλάβουμε. Ο λαϊκισμός τρέφεται από το “εμείς εναντίον αυτών”.
Η ανθρώπινη επαφή το αποδυναμώνει.
Έκτο να αποφεύγουμε τις απόλυτες βεβαιότητες και να ενισχύουμε την συμμετοχή. Ο λαϊκισμός αγαπά τις εύκολες απαντήσεις. Η πραγματικότητα όμως είναι σύνθετη. Όταν αναγνωρίζουμε ότι τα προβλήματα έχουν πολλές πλευρές, κάνουμε χώρο για σοβαρό διάλογο.
Επίσης η συμμετοχή σε συλλόγους, εθελοντικές δράσεις, τοπικές πρωτοβουλίες και σχολικές κοινότητες συμβάλλει στο χτίσιμο εμπιστοσύνης και κοινωνικού ιστού, που είναι το αντίθετο του λαϊκισμού.
Πρέπει να δίνουμε το καλό παράδειγμα, με τον τρόπος που μιλάμε, που ακούμε, που αντιδρούμε, που ενημερωνόμαστε. Αυτό επηρεάζει τον κύκλο μας. Ο λαϊκισμός εξαπλώνεται από άνθρωπο σε άνθρωπο. Το ίδιο όμως εξαπλώνεται και η νηφαλιότητα. Δεν αφήνουμε το φόβο να καθορίζει τις επιλογές μας.
Ο λαϊκισμός βασίζεται στον φόβο: φόβο για το μέλλον, για τον “άλλο”, για την αλλαγή.
Όταν επιλέγουμε να δρούμε με βάση την ψυχραιμία και όχι τον πανικό, αφαιρούμε από τον λαϊκιστή το βασικό του όπλο.
Τέλος απαιτούμε λογοδοσία από όλους. Όχι μόνο από τους “άλλους”, αλλά και από αυτούς που υποστηρίζουμε και από τον ίδιο τον εαυτό μας.
Η συνέπεια και η διαφάνεια είναι τα καλύτερα αντίδοτα στην αυθαιρεσία.
Ο περιορισμός του λαϊκισμού δεν είναι έργο “ειδικών”. Είναι καθημερινή στάση ζωής.
Είναι η επιλογή να είμαστε ενημερωμένοι, ψύχραιμοι, ανοιχτοί στη συζήτηση και απαιτητικοί απέναντι στην εξουσία, όποια κι αν είναι αυτή.
Ο λαϊκισμός δεν είναι καταιγίδα που απλώς πρέπει να περιμένουμε να περάσει.
Είναι δοκιμασία ωριμότητας. Και η απάντηση δεν βρίσκεται ούτε στις κραυγές ούτε στην αδιαφορία, αλλά στη συνειδητή επιλογή να στεκόμαστε όρθιοι, ενημερωμένοι και ενεργοί.
Αν θέλουμε μια κοινωνία που δεν παρασύρεται από εύκολες υποσχέσεις, πρέπει να τη χτίσουμε εμείς, με λόγο, με πράξη, με θάρρος.
Γιατί στο τέλος, η δημοκρατία δεν προστατεύεται από τους “άλλους”. Προστατεύεται από όλους μας.