Η έννοια της συναίνεσης δεν ευδοκίμησε, πλην ελαχίστων εξαιρέσεων, στην πολιτική παράδοση της χώρας μας. Ακόμα και σε μεγάλα θεσμικά ή εθνικά ζητήματα οι πολιτικές δυνάμεις δύσκολα κατάφεραν να βρουν κοινή γραμμή πλεύσης. Κι αυτό γιατί οι προϋποθέσεις που διασφαλίζουν την επιτυχία των συναινετικών διεργασιών και κυρίως ο διάλογος και η διάθεση για αμοιβαίους συμβιβασμούς δεν χαρακτηρίζουν την κουλτούρα των κομματικών επιτελείων. Η συναίνεση θεωρείται περισσότερο ένδειξη πολιτικής αδυναμίας παρά αναγκαία διαδικασία για τη χώρα.
Η απουσία διάθεσης για ευρείες συναινέσεις αποτέλεσε μια από τις κύριες αιτίες που οδήγησαν στην κρίση αλλά και ανασταλτικό παράγοντα εξόδου από αυτήν. Ο λαϊκιστικός διαχωρισμός «μνημόνιο-αντιμνημόνιο» που διήρκεσε μέχρι να «γλυκαθεί» η συντριπτική πλειοψηφία των αντιμνημονιακών από την εξουσία είχε καταστρεπτικές συνέπειες για την οικονομία της χώρας και όχι μόνον. Κι αυτό γιατί ο λαϊκισμός αποτελεί τον διακηρυγμένο εχθρό της συναίνεσης, τρέφεται με τις συγκρούσεις και τον φανατισμό και επιβιώνει χάρη στα αδιέξοδα που ο ίδιος δημιουργεί.
Ο λαϊκισμός των ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ έφερε την κάθετη διαίρεση της ελληνικής κοινωνίας δημιουργώντας αντιπαλότητα και διακρίσεις. Ανάμεσα στους εργαζόμενους στο δημόσιο και τους εργαζόμενους στον ιδιωτικό τομέα, ανάμεσα στην αριστεία και τη «ρετσινιά της αριστείας», ανάμεσα στους Έλληνες που ζουν και εργάζονται στη χώρα μας και εκείνους που αναγκάστηκαν να ξενιτευτούν, ανάμεσα στους πολίτες που θεωρούν την αξιολόγηση προϋπόθεση ανάπτυξης και όσους την αρνούνται. Ανάμεσα, τελικά, σε όσους σέβονται το κύρος των νόμων και των θεσμών και σε εκείνους που τους αντιμετωπίζουν σαν εμπόδιο στις αυθαιρεσίες τους.
Οι μεγάλες προκλήσεις που έχει μπροστά του το πολιτικό σύστημα στο επόμενο χρονικό διάστημα, δημιουργούν την ανάγκη ουσιαστικών συναινέσεων. Τα ζητήματα του εκλογικού νόμου, της – περιορισμένης όπως εξελίχτηκε – αναθεώρησης άρθρων του Συντάγματος καθώς και της εκλογής του επόμενου Προέδρου της Δημοκρατίας θα δείξουν κατά πόσον τα κοινοβουλευτικά κόμματα είναι αποφασισμένα να γυρίσουν μια πραγματικά νέα μεταμνημονιακή σελίδα. Την ίδια στιγμή τα σύννεφα που έχουν συσσωρευτεί στο Αιγαίο και στα οικόπεδα της Κυπριακής ΑΟΖ απαιτούν τη διαμόρφωση ενιαίας εθνικής στάσης. Οι «Πρέσπες» δεν μπορεί σε καμιά περίπτωση να αποτελέσουν συναινετικό πρότυπο για την αντιμετώπιση των εθνικών ζητημάτων.
Τα πρώτα δείγματα από τον διάλογο για την διευκόλυνση και την ισότιμη αντιμετώπιση της ψήφου των Ελλήνων του εξωτερικού δεν είναι ενθαρρυντικά. Οι επικοινωνιακοί χειρισμοί, το υποκριτικό ενδιαφέρον και οι κοντόφθαλμοι υπολογισμοί φαίνεται να διατηρούν τα πρωτεία στους σχεδιασμούς των κομματικών επιτελείων. Παρά τις γενικά διακηρυγμένες θέσεις για τον σεβασμό του δικαιώματος της ψήφου των μεταναστών, παραμένει στην πράξη ορατός ο κίνδυνος να μην συγκεντρωθεί ο απαιτούμενος αριθμός θετικών ψήφων στην ολομέλεια της Βουλής. Ωστόσο, η κυβερνητική πρόταση και η διαφαινόμενη συναινετική διάθεση της ΝΔ, σε συνδυασμό με την ξεκάθαρη θέση του Κινήματος Αλλαγής στο θέμα αυτό στέλνουν ένα αισιόδοξο μήνυμα.
Η ιδεολογικοπολιτική αντιπαράθεση ανάμεσα στην προοδευτική και τη συντηρητική παράταξη είναι – και θα συνεχίσει να είναι – διαχρονική και καθοριστική για την μελλοντική πορεία της χώρας. Όπως καθοριστική θα είναι και η διαμόρφωση συναινετικών θέσεων που μπορεί να δώσουν θετική διέξοδο στα μεγάλα θεσμικά και εθνικά ζητήματα. Θα είναι νίκη του δημοκρατικού διαλόγου, νίκη της πολιτικής λογικής και κυρίως νίκη κατά του λαϊκισμού που απειλεί να κρατήσει τη χώρα πίσω.
Δημοσιεύεται στα ΝΕΑ 12/10/2019