Ο Δούκας, ο Τσίπρας και το υπαρξιακό δίλημμα του ΠΑΣΟΚ

Γιάννης Χοχλακάκης 04 Ιουν 2026

Υπάρχουν στιγμές στην πολιτική όπου ένα πρόσωπο ή μια δήλωση λειτουργεί ως καταλύτης και αποκαλύπτει προβλήματα που προϋπήρχαν. Η δημόσια πρόταση του Χάρη Δούκα για μελλοντική εκλογική συνεργασία ή ακόμη και συνένωση του ΠΑΣΟΚ με το νέο πολιτικό εγχείρημα του Τσίπρα δεν δημιούργησε μια νέα πραγματικότητα. Αποκάλυψε μια υπόγεια στρατηγική αμηχανία που εδώ και καιρό διαπερνά την αξιωματική αντιπολίτευση.

Και αυτό συμβαίνει σε μια στιγμή κατά την οποία το ΠΑΣΟΚ εμφανίζεται πολιτικά αποπροσανατολισμένο, δημοσκοπικά στάσιμο και στρατηγικά εγκλωβισμένο. Έπειτα από μια μακρά περίοδο κατά την οποία επένδυσε σχεδόν μονοθεματικά στην αντιδεξιά ρητορική και στην καταγγελία της κυβέρνησης, χωρίς να καταφέρει να συγκροτήσει πειστικό εναλλακτικό αφήγημα εξουσίας, βρίσκεται τώρα αντιμέτωπο με αυτό που όφειλε να έχει προβλέψει και πολιτικά διαχειριστεί: την επιστροφή του Τσίπρα στο πολιτικό σκηνικό.

Οι πρώτες δημοσκοπικές ενδείξεις λειτουργούν ήδη αποσταθεροποιητικά για τη Χαριλάου Τρικούπη. Το ΠΑΣΟΚ όχι μόνο αδυνατεί να εμφανιστεί ως αξιόπιστη εναλλακτική πρόταση διακυβέρνησης, αλλά σε ορισμένες μετρήσεις καταγράφεται ακόμη και πίσω από το σχήμα της Καρυστιανού. Η αντίδρασή του δεν είναι η παραγωγή πολιτικής ουσίας ή η ανασυγκρότηση ενός καθαρού προγραμματικού λόγου. Είναι η σύγκρουση με τις δημοσκοπήσεις, η εσωτερική νευρικότητα και η αμηχανία απέναντι στην πιθανότητα επανεμφάνισης του πολιτικού χώρου που κάποτε το διέλυσε εκλογικά.

Γι' αυτό το πραγματικό ερώτημα δεν είναι τι είπε ο Δούκας. Το πραγματικό ερώτημα είναι γιατί ο Νίκος Ανδρουλάκης δεν τον διαγράφει.

Διότι σε κάθε κόμμα με σαφή πολιτική ταυτότητα και ξεκάθαρη στρατηγική, μια τέτοια παρέμβαση θα είχε αντιμετωπιστεί άμεσα. Όχι ως ζήτημα εσωκομματικής πειθαρχίας, αλλά ως ζήτημα πολιτικής γραμμής. Ο δήμαρχος Αθηναίων δεν πρότεινε μια επιμέρους συνεργασία. Πρότεινε να τεθεί σε δημόσια διαπραγμάτευση η πολιτική και οργανωτική αυτοτέλεια του ΠΑΣΟΚ. Πρότεινε να συζητηθεί αν θα αποτελέσει αύριο τμήμα ενός νέου πολιτικού σχήματος με κεντρικό πρωταγωνιστή τον πολιτικό που επί χρόνια πολέμησε το ίδιο το ΠΑΣΟΚ και οικοδόμησε την κυριαρχία του πάνω στην αποδόμησή του, τον Αλέξη Τσίπρα.

Και όμως, η ηγεσία του ΠΑΣΟΚ δεν αντέδρασε.

Η εξήγηση δεν βρίσκεται απλώς στην ανάγκη διατήρησης εσωκομματικών ισορροπιών. Βρίσκεται στο γεγονός ότι η διαγραφή του Δούκα θα απαιτούσε προηγουμένως μια ξεκάθαρη απάντηση σε ένα ερώτημα που το ίδιο το ΠΑΣΟΚ φαίνεται να αποφεύγει.

Τι ακριβώς είναι σήμερα το ΠΑΣΟΚ;

Μια αυτόνομη ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατική δύναμη με σαφή προγραμματική ταυτότητα ή ένας πολιτικός χώρος που ταλαντεύεται ανάμεσα σε αντικρουόμενες εισηγήσεις παλαιών στελεχών και τάσεων που επενδύουν σε μια ακραία αντιδεξιά στρατηγική; Και αν ισχύει το δεύτερο, μήπως η μη απόφαση της ηγεσίας δεν είναι ένδειξη σύνθεσης αλλά αδυναμίας να χαράξει καθαρή πολιτική γραμμή;

Εδώ βρίσκεται το πραγματικό πρόβλημα.

Διότι πίσω από τη ρητορική περί «προοδευτικής ενότητας» κρύβεται η παραδοχή ότι το ΠΑΣΟΚ αδυνατεί να πείσει την κοινωνία και αναζητά πολιτικό σωσίβιο σε πρόσωπα και σχήματα που μέχρι χθες κατήγγελλε ως φορείς του λαϊκισμού και της θεσμικής οπισθοδρόμησης.

Υπάρχει όμως ένα ακόμη πιο κρίσιμο ερώτημα.

Συνένωση με ποιον ακριβώς;

Με τον Αλέξη Τσίπρα της «αυταπάτης», του δημοψηφίσματος, των κλειστών τραπεζών και της μεγαλύτερης κρίσης εμπιστοσύνης που γνώρισε η χώρα μετά τη Μεταπολίτευση; Με τον πολιτικό που οικοδόμησε την άνοδό του πάνω στον αντισυστημικό λαϊκισμό, στον διχασμό, στην καταγγελία της ευρωπαϊκής πορείας της χώρας και στην ψευδαίσθηση ότι η πραγματικότητα μπορεί να λυγίσει μπροστά στη δύναμη των συνθημάτων; Με τον πρωθυπουργό που συγκυβέρνησε επί τέσσερα χρόνια με την εθνικολαϊκιστική και ακροδεξιά εκδοχή των ΑΝΕΛ;

Η μεγάλη πολιτική ειρωνεία είναι ότι το ΠΑΣΟΚ υπήρξε το βασικό θύμα αυτού του πολιτικού ρεύματος. Πλήρωσε βαρύ πολιτικό κόστος επειδή επέλεξε να κρατήσει τη χώρα στην Ευρώπη, να αποτρέψει τη χρεοκοπία και να υπερασπιστεί τη θέση της Ελλάδας στον πυρήνα της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης όταν ο αντιμνημονιακός λαϊκισμός υποσχόταν εύκολες λύσεις και εθνικές ψευδαισθήσεις.

Σήμερα, ένα μέρος της παράταξης εμφανίζεται έτοιμο να παρουσιάσει ως «προοδευτική ανασύνθεση» τη σύμπλευση με τον βασικό εκφραστή εκείνης της περιόδου.

Σαν να μην υπήρξαν οι αυταπάτες του 2015. Σαν να μην υπήρξε το δημοψήφισμα που δίχασε τη χώρα. Σαν να μην υπήρξαν οι κλειστές τράπεζες, η θεσμική τοξικότητα και η συγκυβέρνηση με την εθνικολαϊκιστική Δεξιά. Σαν να μην υπήρξε μια ολόκληρη πολιτική περίοδος που οικοδομήθηκε πάνω στην καταγγελία του εκσυγχρονισμού, των μεταρρυθμίσεων, της αξιολόγησης, της λογοδοσίας και τελικά της ίδιας της πολιτικής ευθύνης.

Εδώ βρίσκεται η πραγματική διαχωριστική γραμμή της εποχής.

Δεν περνά ανάμεσα στη Νέα Δημοκρατία και την αντιπολίτευση. Περνά ανάμεσα στην πολιτική ευθύνης και στην πολιτική της αυταπάτης. Ανάμεσα στην ευρωπαϊκή κεντροαριστερά και στον αριστεροδεξιό λαϊκισμό. Ανάμεσα στην παράδοση του εκσυγχρονισμού και στο πολιτικό ρεύμα που επένδυσε στον θυμό, στον διχασμό και στην ψευδαίσθηση ότι η πραγματικότητα μπορεί να υποταχθεί στα συνθήματα.

Γι’ αυτό η υπόθεση Δούκα είναι πολύ μεγαλύτερη από τον ίδιο τον Δούκα.

Είναι η πρώτη ανοιχτή σύγκρουση ανάμεσα σε δύο διαφορετικές στρατηγικές για το μέλλον του ΠΑΣΟΚ.

Από τη μία βρίσκεται η αντίληψη μιας ευρωπαϊκής, μεταρρυθμιστικής και εκσυγχρονιστικής Κεντροαριστεράς που διεκδικεί πρωταγωνιστικό ρόλο στην πολιτική ζωή της χώρας. Από την άλλη βρίσκεται η λογική της πολιτικής συγκόλλησης, της αντιδεξιάς αριθμητικής και της σιωπηρής παραδοχής ότι η αυτόνομη πορεία έχει ήδη αποτύχει.

Υπάρχει βέβαια και μια εξαιρετικά πρακτική διάσταση, την οποία όσοι μιλούν εύκολα για «προοδευτικές συγκλίσεις» αποφεύγουν επιμελώς να εξηγήσουν. Ο εκλογικός νόμος δεν αποδίδει το μπόνους εδρών σε συνασπισμούς κομμάτων αλλά σε αυτοτελή κόμματα. Αυτό σημαίνει ότι όσοι εισηγούνται κοινή κάθοδο οφείλουν να απαντήσουν στο αυτονόητο: ποιος θα αυτοκαταργηθεί;

Το ΠΑΣΟΚ;

Θα τεθεί σε πολιτική αναστολή για να εξυπηρετηθεί μια εκλογική διευθέτηση; Θα αποδεχθεί να μετατραπεί σε συμπλήρωμα ενός νέου πολιτικού φορέα συνέχεια του ΣΥΡΙΖΑ με καθαρά αριστερολαϊκιστικά χαρακτηριστικά μόνο και μόνο για να ξεπεραστεί το τεχνικό εμπόδιο του εκλογικού νόμου; Ή μήπως θα αυτοδιαλυθεί το νέο κόμμα Τσίπρα;

Η ίδια η αδυναμία απάντησης αποκαλύπτει την αδυναμία του σχεδίου.

Και ίσως εκεί να βρίσκεται η απάντηση στο αρχικό ερώτημα.

Ο Ανδρουλάκης δεν διαγράφει τον Δούκα γιατί η διαγραφή θα τον υποχρέωνε να απαντήσει καθαρά στο δίλημμα που ο ίδιος ο δήμαρχος έθεσε. Θα τον υποχρέωνε να επιλέξει ανάμεσα στην αυτόνομη ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατική πορεία και στη λογική της μελλοντικής συμπόρευσης με τον Τσίπρα.

Μόνο που η πολιτική έχει ένα πρόβλημα: τα διλήμματα που αποφεύγεις να λύσεις, συνήθως καταλήγουν να σε καθορίζουν.

Και σήμερα το μεγαλύτερο πρόβλημα του ΠΑΣΟΚ δεν είναι ούτε οι δημοσκοπήσεις ούτε η επιστροφή του Τσίπρα.

Είναι ότι δείχνει να μην έχει αποφασίσει ακόμη αν θέλει να είναι ο εκφραστής της ευρωπαϊκής Κεντροαριστεράς ή ο προθάλαμος μιας νέας εκδοχής του παλιού λαϊκισμού που κάποτε υποσχέθηκε να ξεπεράσει.