Διεθνές δίκαιο ή RealPolitik - Τα διλήμματα της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής σε μια «απειλητικά υπερκινητική» συγκυρία

Ευάγγελος Βενιζέλος 11 Ιαν 2026

Η επίκληση του διεθνούς δικαίου και η δήλωση σεβασμού του είναι μια από τις κρίσιμες παραμέτρους της εξωτερικής πολιτικής μιας μεσαίας δυτικής χώρας, μέλους της Ε.Ε. και του ΝΑΤΟ, όπως η Ελλάδα, που έχει ιδιαίτερο πρόβλημα εθνικής ασφάλειας πέραν του ευρωπαϊκού και του νατοϊκού. Όμως η δήλωση αυτή δεν συνιστά  από μόνη της ολοκληρωμένη εθνική στρατηγική και συνεκτικό δόγμα εθνικής ασφάλειας. Αυτά που συνθέτουν την εθνική ισχύ και διαμορφώνουν τον συσχετισμό των δυνάμεων είναι προφανώς πολύ περισσότερα από το διεθνές δίκαιο.

Η αναγωγή στο διεθνές δίκαιο κατά τον ελληνικό επίσημο και γενικότερα τον δημόσιο λόγο της τελευταίας πεντηκονταετίας που έχει στην αφετηρία της το καταγωγικό τραύμα της Μεταπολίτευσης σε σχέση με την Κύπρο, δεν γίνεται μόνον ή κυρίως  για λόγους ιδεαλιστικούς ή αξιακούς, αλλά επειδή κυριαρχεί η πεποίθηση ότι αυτό προστατεύει το εθνικό συμφέρον: τόσο την εθνική κυριαρχία, την εδαφική ακεραιότητα και τα κυριαρχικά δικαιώματα της Ελλάδας, όσο και την πιθανότητα να μεταβληθεί η πραγματική κατάσταση στην Κύπρο και να συμφωνηθεί μια λύση εγγύτερη προς το σχήμα της δικοινοτικής διζωνικής ομοσπονδίας.

Στα ελληνοτουρκικά

Οφείλουμε όμως να είμαστε ειλικρινείς με τον εαυτό μας. Η επίκληση του διεθνούς δικαίου στις ελληνοτουρκικές σχέσεις κατά την πάγια επίσημη ελληνική θέση οδηγεί στην οριοθέτηση των θαλασσίων ζωνών της υφαλοκρηπίδας και της ΑΟΖ μέσω διμερούς συμφωνίας ή με συμφωνημένη προσφυγή ενώπιον του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης. Αυτή όμως η προσέγγιση βρίσκει αντίθετους αυτούς που θεωρούν ότι κατά το διεθνές δίκαιο οι ελληνικές θέσεις για όλα τα θέματα πρέπει να γίνουν δεκτές από την άλλη πλευρά, όλα τα άλλα κράτη και όλους τους διεθνείς οργανισμούς χωρίς να μεσολαβήσει κάποια διεθνής δικαιοδοτική διαδικασία η οποία ενδέχεται να καταλήξει σε απόφαση  που δεν είναι πλήρως ικανοποιητική για τις ελληνικές θέσεις. Περιττεύει να σημειώσω ότι στο μεταξύ το πρόβλημα εθνικής ασφάλειας ως πραγματικό (real) παραμένει και τα εθνικά κυριαρχικά δικαιώματα στις παραπάνω ζώνες εν πολλοίς δεν ασκούνται.

Κατά τη ίδια λογική στο Κυπριακό η κατοχή του βόρειου τμήματος, η παρουσία ισχυρών τουρκικών στρατιωτικών δυνάμεων και Τούρκων εποίκων συνεχίζεται και το νέο πραγματικό δεδομένο φοβούμαι ότι είναι η αλλαγή της κατάστασης στην περιφραγμένη πόλη της Αμμοχώστου, που από διαθέσιμη προς παράδοση στην Κυπριακή Δημοκρατία γίνεται πεδίο επενδυτικού ενδιαφέροντος από την Τουρκία και την τουρκοκυπριακή πλευρά. Βεβαίως η επίκληση του διεθνούς δικαίου έχει αποτρέψει την αναγνώριση της τουρκοκυπριακής «οντότητας» στα Κατεχόμενα, ενώ η ευρωπαϊκή αίσθηση νομιμότητας είναι σημαντική παράμετρος του κεκτημένου που συγκροτεί η ένταξη της Κυπριακής Δημοκρατίας στην Ε.Ε. και στην Ευρωζώνη. Μια διεπόμενη από το διεθνές δίκαιο διαδικασία ήταν άλλωστε αυτή που οδήγησε στην απόρριψη του σχεδίου Ανάν από την ελληνοκυπριακή πλευρά στο δημοψήφισμα του 2004 και διεπόμενη από το διεθνές δίκαιο ήταν η διαδικασία που οδήγησε στην αποτυχία  του Κραν Μοντανά  (2017), από  το οποίο έχουν ήδη περάσει  σχεδόν εννέα χρόνια ουσιαστικής ακινησίας που δεν θίγει τις πραγματικές (real) καταστάσεις.

Όλη άλλωστε η σχολή σκέψης που εκτιμά ότι ο χρόνος λειτουργεί υπέρ του εθνικού συμφέροντος και οι υφιστάμενες πραγματικές καταστάσεις στις ελληνοτουρκικές σχέσεις και το Κυπριακό είναι προτιμότερες από διεθνείς συμφωνίες ή διεθνείς δικαστικές αποφάσεις που θα είναι ίσως σε κάποια σημεία διαφορετικές από την πλήρη αποδοχή των ελληνικών και ελληνοκυπριακών θέσεων και προτιμήσεων, ακόμη και των ενδιάθετων, είναι μια σχολή σκέψης «Realpolitik». Μπορεί όμως να εμφανίζεται και ως σχολή σκέψης με απόλυτη προσήλωση στο διεθνές δίκαιο: έχουν διαμορφωθεί πραγματικές καταστάσεις επειδή η άλλη πλευρά παραβίασε και παραβιάζει το διεθνές δίκαιο (με την εισβολή και τη συνεχιζόμενη κατοχή στην Κύπρο, με την προβολή μονομερών παράνομων διεκδικήσεων ή έστω ισχυρισμών στις ελληνοτουρκικές σχέσεις). Ας παραμείνουν, λέει αυτή η άποψη, αυτές οι πραγματικές καταστάσεις έως ότου η άλλη πλευρά αποκαταστήσει την προσβολή του διεθνούς δικαίου πιεζόμενη από τον διεθνή συσχετισμό δυνάμεων. Άρα η προσδοκία και η επιδίωξη είναι ένας διεθνής συσχετισμός δυνάμεων ως πραγματική (real) κατάσταση που θα οδηγήσει στην πλήρη  εφαρμογή της δικής μας αντίληψης για το διεθνές δίκαιο.

Παρανοήσεις

Η παρεξήγηση έχει ως αφετηρία τη διαδεδομένη πεποίθηση, πρώτον, ότι η άλλη πλευρά δεν επικαλείται το διεθνές δίκαιο και δεν δηλώνει τον σεβασμό της σε αυτό και, δεύτερον, ότι η διεθνής κοινότητα σύσσωμη, παρά τις κολοσσιαίες συγκρούσεις που υπάρχουν και τις ανακατατάξεις που συντελούνται στο εσωτερικό της, αποδέχεται ως αναμφισβήτητα ισχύον  διεθνές δίκαιο αυτό που εμείς αντιλαμβανόμαστε ως διεθνές δίκαιο. Αλλά και, τρίτον, ότι οι δικές μας εθνικές προτεραιότητες είναι πάντα διεθνώς σημαντικές και προέχουσες παρά τα τόσα ανοικτά μέτωπα, τις καινοφανείς εξελίξεις και την ανατροπή όλων των αυτονόητων.

Το διεθνές δίκαιο δεν είναι κατά το κανονιστικό  του  περιεχόμενο αντιληπτό με τον ίδιο τρόπο από όλους. Με την επίκλησή του μπορεί να προβάλλονται διαμετρικά αντίθετοι ισχυρισμοί, όπως άλλωστε συμβαίνει σε όλα τα πεδία του δικαίου. Υπάρχουν, επιπλέον, θεμελιώδη  ζητήματα σχετικά με τη φύση του διεθνούς δικαίου, ζητήματα που αφορούν τη βαθύτερη σχέση του με την εθνική κυριαρχία και τον συσχετισμό των δυνάμεων, ζητήματα κατά κυριολεξία φιλοσοφίας και επιστημολογίας του δικαίου, που κατά την άσκηση της εξωτερικής πολιτικής πλήθους διεθνών υποκειμένων άνισων μεταξύ τους και μέσα στη συνεχή ροή της διεθνούς πολιτικής, οικονομικής και στρατιωτικής συγκυρίας είτε αποσιωπούνται είτε τίθενται κατά τρόπο ωμό.

Το διεθνές δίκαιο αναγνωρίζει την κρατική κυριαρχία αλλά και την περιορίζει. Αυτό είναι το γενετικό του πρόβλημα γιατί το συνδέει με την κυριαρχία που εμφανίζεται ίση για όλα τα κράτη ως νομικό μέγεθος αλλά είναι προκλητικά άνιση και ασύμμετρη ως πραγματικό μέγεθος. Η αντίληψη περί κυριαρχίας στην Ευρώπη, μεταξύ των κρατών μελών της Ε.Ε. και του Συμβουλίου της Ευρώπης, που μετέχουν στο σχέδιο της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, μεταφέρουν ουσιώδεις αρμοδιότητες στην ΕΕ, αποδέχονται την ισχύ όχι μόνο του εθνικού Συντάγματος, αλλά και της ΕΣΔΑ και του ενωσιακού δικαίου και τον δικαστικό έλεγχο όχι μόνο από τα εθνικά δικαστήρια αλλά και από το ΕΔΔΑ και τη ΔΕΕ, είναι ριζικά διαφορετική από την αντίληψη περί κυριαρχίας που επικρατεί στις ΗΠΑ, όχι μόνο στη διοίκηση Τραμπ που όλα τα οδηγεί στα απώτερα σημεία. Είναι προφανώς ριζικά διαφορετική από την αντίληψη περί κυριαρχίας που επικρατεί στην Κίνα και στη Ρωσία. Αντίληψη περί κυριαρχίας σημαίνει και αντίληψη περί διεθνούς δικαίου, περί Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης, περί Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου, περί ΟΗΕ και Συμβουλίου Ασφαλείας. Οι ΗΠΑ, η Ρωσία και η Κίνα, μόνιμα μέλη του Συμβουλίου Ασφαλείας, δεν έχουν, για παράδειγμα, αναγνωρίσει τη δικαιοδοσία του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου. Τη Διεθνή Σύμβαση του Δικαίου της Θάλασσας ( UNCLOS) δεν την έχει υπογράψει η Τουρκία, αλλά ούτε οι ΗΠΑ ούτε το Ισραήλ.

Η αμερικανική αντίληψη

Η υπέροχη του αμερικανικού Συντάγματος κατά την αμερικανική λογική είναι αναμφισβήτητη, η ευρωπαϊκή συζήτηση περί πολλαπλότητας των έννομων τάξεων δεν είναι καν κατανοητή στις ΗΠΑ. Αντιθέτως η «εξωεδαφικότητα» της αμερικανικής δικαιοδοσίας είναι σοβαρό κεφάλαιο της αμερικανικής νομικής συζήτησης. Η σύλληψη του Μαδούρο και οι εις βάρος του κατηγορίες θα κριθούν από το αμερικανικό δικαστικό σύστημα και τελικά, αν κάνει χρήση των ένδικων μέσων, από το Ανώτατο Δικαστήριο. Όχι από τον πρόεδρο που διέταξε τη στρατιωτική επιχείρηση για την εκτέλεση δικαστικού εντάλματος κατά ξένου πολίτη στο έδαφος άλλης χώρας,  χωρίς αυτός να αναγνωρίζεται ως νόμιμος αρχηγός κράτους που έχει ασυλία. Αυτή είναι η αμερικανική αντίληψη περί διεθνούς δικαίου. Περιττεύει να θυμίσω τη ρωσική αντίληψη ή πολλά άλλα παραδείγματα παλιά και πρόσφατα.

Συνεπώς για μια χώρα όπως η Ελλάδα η επίκληση και ο καθολικός σεβασμός του διεθνούς δικαίου είναι σημαντική παράμετρος της εξωτερικής πολιτικής της, που έχει ως αποστολή την υπεράσπιση του εθνικού συμφέροντος σε έναν κόσμο που δεν λειτουργεί ως αίθουσα ενός οικουμενικού δικαστηρίου που κρίνει τα πάντα κατά το διεθνές δίκαιο, αλλά λειτουργεί περίπλοκα, αντιφατικά, ασύμμετρα, συγκυριακά, γράφοντας και σβήνοντας διαρκώς την Ιστορία, που έτσι δεν μας διδάσκει αυτά που πρέπει και τείνει να επαναλαμβάνεται όχι ως φάρσα αλλά ως τραγωδία.

Στο ερώτημα συνεπώς αν η ελληνική εξωτερική πολιτική μπορεί να συνδυάσει τη  «Realpolitik» και τον σεβασμό στο διεθνές δίκαιο, θα έδινα την απάντηση ότι η ελληνική εξωτερική πολιτική πρέπει πρωτίστως να έχει συνείδηση της Ιστορίας, που εμπεριέχει και την ιστορική γεωγραφία. Έχοντας συνείδηση της Ιστορίας μπορεί να τοποθετεί στην οικεία θέση το κεκτημένο της διεθνούς νομιμότητας και του δυτικού νομικού πολιτισμού με τις αξίες και τα αυτονόητά του, αλλά προφανώς και όλες τις παραμέτρους της εθνικής ισχύος και την πλήρη εικόνα του διεθνούς συσχετισμού και της δυναμικής του με αίσθηση της πραγματικότητας επί του πεδίου ( awareness of the situation ). Άσκηση εξαιρετικά δύσκολη, η διεξαγωγή της οποίας προϋποθέτει ότι ως κράτος και ως πολιτικό σύστημα αλλά και ως κοινωνία των πολιτών  μπορούμε, συζητώντας και  συναινώντας με σοβαρότητα στα ουσιώδη,  χωρίς μικρότητες  και χωρίς εθελοτυφλία, να εκφράσουμε το έθνος ως ιστορικό υποκείμενο μέσα σε μια διεθνή  συγκυρία απειλητικά υπερκινητική.

Πηγή: www.kathimerini.gr