Την ώρα που εκατομμύρια πολίτες παλεύουν καθημερινά με την ακρίβεια, τους λογαριασμούς, τα ενοίκια και το διαρκώς αυξανόμενο κόστος ζωής, η κυβέρνηση επιλέγει να προωθήσει σημαντικές αυξήσεις στις αποδοχές της ανώτερης και ανώτατης ηγεσίας της Εκκλησίας της Ελλάδος. Πρόκειται για μία πολιτική επιλογή, σίγουρα όχι λογιστική ή δημοσιονομική, αλλά που πρέπει να κριθεί με όρους πρωτίστως κοινωνικής δικαιοσύνης και προτεραιοτήτων.
Σύμφωνα με τις προβλέψεις του υπό διαβούλευση νομοσχεδίου, οι αποδοχές του Αρχιεπισκόπου και των Μητροπολιτών αυξάνονται θεαματικά, σε ορισμένες περιπτώσεις φθάνοντας ή και προσεγγίζοντας ποσοστά της τάξης του 60% έως 95%. Την ίδια στιγμή, η ελληνική κοινωνία εξακολουθεί να αντιμετωπίζει μία παρατεταμένη κρίση αγοραστικής δύναμης, με τις τιμές σε βασικά αγαθά, ενέργεια και στέγαση να διατηρούνται σε υψηλά επίπεδα και τον πληθωρισμό να παραμένει από τους υψηλότερους στην Ευρωπαϊκή Ένωση, σύμφωνα με τα διαθέσιμα επίσημα στοιχεία της Eurostat και της ΕΛΣΤΑΤ.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η καθημερινότητα των πολιτών αποτυπώνεται όλο και πιο έντονα σε απλές αλλά αποκαλυπτικές εικόνες: καταναλωτές που περιορίζουν τις αγορές τους στα απολύτως απαραίτητα, που συγκρίνουν συνεχώς τιμές και που αναζητούν προσφορές στα ράφια των σούπερ μάρκετ για να καταφέρουν να ανταποκριθούν στις βασικές ανάγκες του νοικοκυριού τους, καθώς ο μισθός ή σύνταξη τους επαρκεί μέχρι τα μέσα κάθε μήνα.
Το ερώτημα που προκύπτει είναι εύλογο: πώς είναι δυνατόν να εξασφαλίζεται δημοσιονομικός χώρος για τόσο μεγάλες αυξήσεις στην κορυφή της Εκκλησίας, την ώρα που για τη μεγάλη πλειονότητα εργαζομένων και συνταξιούχων οι αυξήσεις παραμένουν οριακές και ανεπαρκείς απέναντι στο κύμα ακρίβειας;
Το ζήτημα γίνεται ακόμη πιο έντονο όταν συγκρίνει κανείς τις κυβερνητικές επιλογές με τις πραγματικές ανάγκες της κοινωνίας. Ο γιατρός του Εθνικού Συστήματος Υγείας που εργάζεται σε υποστελεχωμένα νοσοκομεία εξακολουθεί να αμείβεται με αποδοχές που δεν ανταποκρίνονται ούτε στην επιστημονική του κατάρτιση ούτε στο βάρος της ευθύνης του. Ο νοσηλευτής που βρίσκεται στην πρώτη γραμμή της περίθαλψης εργάζεται συχνά υπό εξαντλητικές συνθήκες, κυριολεκτικά σε εμπόλεμη ζώνη για όποιον έχει βρεθεί σε εφημερία δημόσιου νοσοκομείου, με μισθούς που δυσκολεύονται να καλύψουν βασικές ανάγκες διαβίωσης. Ο δάσκαλος και ο καθηγητής που στηρίζουν το δημόσιο εκπαιδευτικό σύστημα παραμένουν εγκλωβισμένοι σε ένα μισθολογικό πλαίσιο που δεν αντανακλά τον κοινωνικό τους ρόλο και ειδικά σε νησιωτικές περιοχές καταγράφονται περιπτώσεις που δεν μπορούν να εξασφαλίσουν ούτε καν αξιοπρεπή στέγη.
Φυσικά, για όλες αυτές τις κατηγορίες, η απάντηση της κυβέρνησης παραμένει διαχρονικά η ίδια: δημοσιονομικά όρια, περιορισμένες αντοχές της οικονομίας και ανάγκη συγκράτησης των δαπανών. Οι αυξήσεις δίνονται με φειδώ, ενώ συχνά υποκαθίστανται από επιδόματα που δεν ανακόπτουν τη διαρκή απώλεια αγοραστικής δύναμης.
Και εδώ ακριβώς αναδεικνύεται η ουσία της υπόθεσης. Το πρόβλημα, πέρα από τεχνοκρατικό, είναι βαθιά ηθικό και κοινωνικό. Η ίδια κυβέρνηση που για τους μισθωτούς, τους συνταξιούχους, τους εκπαιδευτικούς και τους υγειονομικούς επικαλείται διαρκώς τα δημοσιονομικά όρια και την ανάγκη δημοσιονομικής πειθαρχίας, φαίνεται να βρίσκει τον απαραίτητο δημοσιονομικό χώρο όταν πρόκειται για την ανώτατη και ανώτερη εκκλησιαστική ιεραρχία.
Η επιλογή αυτή εκπέμπει προς την κοινωνία ένα ιδιαίτερα βαρύ πολιτικό μήνυμα περιφρόνησης και ενισχύει την εικόνα μιας κυβέρνησης που εμφανίζεται να λειτουργεί με κοινωνική αναλγησία απέναντι στις πραγματικές ανάγκες των πολιτών.
Η αντίφαση αυτή δύσκολα μπορεί να περάσει απαρατήρητη. Την ώρα που χιλιάδες νοικοκυριά περιορίζουν ακόμη και βασικές τους ανάγκες, η Πολιτεία επιλέγει αυξήσεις που σε ορισμένες περιπτώσεις αγγίζουν τον διπλασιασμό των αποδοχών των Μητροπολιτών. Το μήνυμα που εκπέμπεται προς την κοινωνία είναι σαφές: οι δημοσιονομικοί περιορισμοί ισχύουν κραυγαλέα επιλεκτικά και σαφώς όχι για τα εκλογικά ακροατήρια που κυβέρνηση και Ν.Δ. θεωρούν δικά τους.
Η χρονική συγκυρία της απόφασης ενισχύει ακόμη περισσότερο τον προβληματισμό. Σε μια περίοδο έντονης κοινωνικής πίεσης λόγω ακρίβειας και με το πολιτικό περιβάλλον να βρίσκεται σε προεκλογική ένταση, η συγκεκριμένη πρωτοβουλία είναι αναμενόμενο να ερμηνευθεί από πολλούς ως μια κίνηση που ενισχύει τις σχέσεις της κυβέρνησης με την εκκλησιαστική ηγεσία και ιεραρχία και το παραδοσιακά επιδραστικό της ακροατήριο. Είτε αυτή η ανάγνωση ανταποκρίνεται πλήρως στην πρόθεση είτε όχι, η εικόνα που διαμορφώνεται είναι πολιτικά βαρύνουσα και προκλητική.
Το ζήτημα δεν αφορά αν η εκκλησιαστική ηγεσία πρέπει ή όχι να αμείβεται αξιοπρεπώς. Η ουσία του ζητήματος έγκειται στις προτεραιότητες μίας χώρας όπου το διαθέσιμο εισόδημα συρρικνώνεται και η αγοραστική δύναμη έχει κατρακυλήσει στις χαμηλότερες στην Ευρώπη. Διότι, ας μην λησμονούμε ότι οι πολιτικές επιλογές δεν κρίνονται από τις προθέσεις τους, αλλά από το πού κατευθύνονται οι πόροι.
Και στη συγκεκριμένη περίπτωση, το ερώτημα παραμένει αμείλικτο: γιατί μια τέτοια μισθολογική αναβάθμιση θεωρείται πιο επείγουσα από την ενίσχυση εκείνων που κρατούν όρθια την καθημερινή λειτουργία του κράτους, όπως των γιατρών, των νοσηλευτών και των δασκάλων ή των πιο ευάλωτων κοινωνικά στρωμάτων, όπως των χαμηλοσυνταξιούχων, των Α.Μ.Ε.Α. και των ατόμων που χρήζουν μακροχρόνιας φροντίδας υγείας;
Επιπλέον, σε ένα δημόσιο διάλογο που εξαντλείται σε παραπολιτική, κομματικά σενάρια και πολιτικό κουτσομπολιό και σίγουρα όχι σε ουσιαστική πολιτική, παρά την καθημερινή παρέλαση πληθώρας πολιτικών στελεχών, βουλευτών και υπουργών στα Μ.Μ.Ε., τέτοιες επιλογές κινδυνεύουν να υποβαθμιστούν και να χαθούν μέσα στον θόρυβο μιας επικαιρότητας που κυριολεκτικά αποφεύγει να αγγίξει τα πραγματικά ζητήματα της κοινωνίας.
Κλείνοντας, στο τέλος όλα μετριούνται στην τσέπη του πολίτη και η κοινωνία, όσο αδιάφορη, απαθής ή ράθυμη μπορεί να φαίνεται ως προς τη θεματολογία του κατ’ επίφασιν μόνο πολιτικού διαλόγου στη χώρα μας, παρατηρεί, συγκρίνει και καταλαβαίνει ποιοι θεωρούνται μονίμως προτεραιότητα για την κυβέρνηση, και επιβραβεύονται γι’ αυτό, και ποιοι καλούνται απλώς να αντέχουν, να υπομένουν και να επιβιώνουν.