Τι απέγινε ο διαχωρισμός;

Σταύρος Μ. Θεοδωράκης 11 Ιουν 2026

Οι πρόσφατες αυξήσεις στις αποδοχές του Αρχιεπισκόπου και των Μητροπολιτών προκάλεσαν κάποιες αντιδράσεις.

Εκείνο όμως που μου έκανε εντύπωση δεν ήταν η απόφαση της κυβέρνησης.

Ήταν ότι σχεδόν κανείς δεν έθεσε το πραγματικό ερώτημα:

Τι απέγινε ο διαχωρισμός Κράτους και Εκκλησίας;

Για δεκαετίες ο διαχωρισμός αυτός αποτελούσε μία από τις εμβληματικές προτάσεις του μεταρρυθμιστικού και προοδευτικού χώρου.

Παρουσιαζόταν ως αναγκαία προϋπόθεση για τον εκσυγχρονισμό του κράτους, για την ενίσχυση των ατομικών ελευθεριών και για την ουδετερότητα της πολιτείας απέναντι στις θρησκευτικές πεποιθήσεις των πολιτών.

Σήμερα όμως μοιάζει να έχει εξαφανιστεί από τη δημόσια συζήτηση.

Και αυτό είναι παράδοξο.

Διότι οι πρόσφατες αυξήσεις δεν επαναφέρουν πρωτίστως ένα μισθολογικό ζήτημα.

Επαναφέρουν ένα θεσμικό ζήτημα.

Δεν μας καλούν να αποφασίσουμε αν οι αποδοχές του Αρχιεπισκόπου ή των Μητροπολιτών είναι υψηλές ή χαμηλές.

Μας καλούν να απαντήσουμε γιατί το ελληνικό κράτος εξακολουθεί να τις καθορίζει και να τις χρηματοδοτεί.

Πριν από περισσότερο από δύο χρόνια, τον Φεβρουάριο του 2024, σε άρθρο μου στη Μεταρρύθμιση με τίτλο «Η σταγόνα», υποστήριξα ότι ο πλήρης διαχωρισμός Κράτους και Εκκλησίας αποτελεί πλέον αδήριτη ανάγκη.

Όχι μόνο για το κράτος.

Αλλά και για την ίδια την Εκκλησία.

Υποστήριξα τότε ότι η Εκκλησία πρέπει να αποκτήσει πλήρη διοικητική και οικονομική αυτοτέλεια.

Να χρηματοδοτείται από τους πιστούς της, από τη διαχείριση της περιουσίας της και από τις δραστηριότητές της.

Να ορίζει τα του οίκου της χωρίς κρατικές παρεμβάσεις.

Αντίστοιχα, το κράτος οφείλει να αποσυρθεί από κάθε δραστηριότητα που αφορά την οργάνωση και τη λειτουργία των θρησκευτικών θεσμών.

Σήμερα εξακολουθώ να πιστεύω ακριβώς το ίδιο.

Το κράτος είναι ένας θεσμός που ασκεί δημόσια εξουσία στο όνομα όλων των πολιτών, ανεξάρτητα από τις θρησκευτικές τους πεποιθήσεις.

Η Εκκλησία είναι ένας θρησκευτικός οργανισμός που υπηρετεί τις πνευματικές ανάγκες των πιστών της.

Οι δύο αυτοί ρόλοι είναι διαφορετικοί.

Και ακριβώς γι’ αυτό χρειάζονται σαφή όρια και διακριτά πεδία δράσης.

Ο διαχωρισμός δεν αποτελεί πράξη εχθρότητας απέναντι στην Εκκλησία.

Αποτελεί πράξη σεβασμού.

Σεβασμού προς την αυτονομία της Εκκλησίας.

Σεβασμού προς την ουδετερότητα του κράτους.

Σεβασμού προς τους πιστούς αλλά και προς όσους δεν συμμερίζονται τις ίδιες θρησκευτικές αντιλήψεις.

Προφανώς μια τέτοια μετάβαση δεν είναι εύκολη.

Απαιτεί σοβαρό σχεδιασμό, μεταβατικές ρυθμίσεις και προσεκτική αντιμετώπιση των ιστορικών και οικονομικών δεσμεύσεων που έχουν διαμορφωθεί επί δεκαετίες.

Δεν είναι όμως λόγος για να αποφεύγουμε τη συζήτηση.

Και εδώ βρίσκεται το πιο ενδιαφέρον στοιχείο της σημερινής συγκυρίας.

Θα περίμενε κανείς ότι ενόψει της αναθεώρησης του Συντάγματος οι πρόσφατες αυξήσεις θα αποτελούσαν αφορμή για να ανοίξει ξανά η συζήτηση για τον διαχωρισμό Κράτους και Εκκλησίας.

Δεν συνέβη.

Η Νέα Δημοκρατία δεν υπήρξε ποτέ υποστηρικτής μιας τέτοιας προοπτικής.

Αυτό δεν προκαλεί έκπληξη.

Εκείνο που προκαλεί έκπληξη είναι η σιωπή πολλών από εκείνους που επί δεκαετίες την επικαλούνταν.

Εκείνων που μιλούσαν για κοσμικό κράτος.

Εκείνων που κατήγγελλαν τον εναγκαλισμό πολιτείας και Εκκλησίας.

Εκείνων που θεωρούσαν τον διαχωρισμό αναγκαίο βήμα για τον εκσυγχρονισμό της χώρας.

Σήμερα οι περισσότεροι σιωπούν.

Και έτσι η συζήτηση που κάποτε παρουσιαζόταν ως απαραίτητη μεταρρύθμιση μοιάζει να έχει εγκαταλειφθεί χωρίς καν να προηγηθεί η παραδοχή ότι εγκαταλείφθηκε.

Δεν ξέρω αν ο διαχωρισμός Κράτους και Εκκλησίας είναι σήμερα πιο δύσκολος από ό,τι ήταν πριν από λίγα χρόνια.

Ξέρω όμως ότι παραμένει εξίσου αναγκαίος.

Ο διαχωρισμός Κράτους και Εκκλησίας μπορεί να είναι μια δύσκολη συζήτηση.

Δεν παύει όμως να είναι μια συζήτηση που η χώρα οφείλει κάποια στιγμή να κάνει.