Αν και οι εθνικές εκλογές θα γίνουν το 2027, τα κόμματα και το πολιτικό προσωπικό άρχισαν ήδη τις πολιτικές αντιπαραθέσεις στο επικοινωνιακό πεδίο, ενώ παράλληλα απευθύνονται στους πολίτες είτε με την κοινοποίηση προεκλογικών επαγγελιών σε σχέση με την υλική ευημερία είτε με ηθικολογικού χαρακτήρα μηνύματα ως προς την αξιοπιστία και τις προοπτικές, που μπορούν να οικοδομηθούν (θετικές από τους ίδιους, αρνητικές από τους αντιπάλους).
Εκείνο, που δεν κάνουν, είναι η κατάθεση πολιτικού σχεδιασμού για την κοινωνική πορεία, ο οποίος ανοίγει προοπτική για το μέλλον, η οποία υπερβαίνει όχι μόνο τα όρια του χρόνου διακυβέρνησης από ένα κόμμα αλλά ακόμη και τον βιολογικό χρόνο μιας ή και περισσότερων γενεών.
Δημιουργούνται νέα κόμματα, τα οποία φιλοδοξούν να διαμορφώσουν τις προϋποθέσεις για μια θετική πορεία της κοινωνίας, χωρίς όμως να διαφαίνεται, ότι έχουν αναλύσει το ισχύον σύστημα κοινωνικής οργάνωσης και λειτουργίας και έχουν επεξεργασθεί ρεαλιστικές και με μακροπρόθεσμη προοπτική προτάσεις για την αντιμετώπιση των γενεσιουργών αιτίων των παραγόμενων ανισορροπιών στην βιωνόμενη πραγματικότητα, για τις οποίες ασκούν κριτική.
Συγκεκριμένα ο υπουργός Υγείας της κυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας αναφερόμενος στο καινούργιο κόμμα της Ελληνικής Αριστερής Συμπαράταξης (ΕΛΑΣ) είπε, ότι θεωρεί «φριχτό» το όνομα του κόμματος, «γιατί θυμίζει εποχή εμφυλίου». Ουσιαστικά ισχυρίζεται, ότι η Ελληνική Αριστερή Συμπαράταξη θα διχάσει την ελληνική κοινωνία, ενώ παράλληλα ο προσανατολισμός είναι το παρελθόν και όχι το μέλλον. Γενικότερα το κυβερνητικό κόμμα επιρρίπτει οπτική τοξικότητας και ανικανότητα διακυβέρνησης στα κόμματα της αντιπολίτευσης. Ο τομέας της υγείας όμως παραμένει ο «μεγάλος ασθενής».
Τα κόμματα της αντιπολίτευσης, παλαιά και νέα, κατηγορούν την κυβερνητική παράταξη για διαφθορά, οπτική συγκάλυψης των παράνομων και εγκληματικών πράξεων (τραγωδία στα Τέμπη, ΟΠΕΚΕΠΕ) και προώθηση του πλουτισμού των ολίγων, ενώ η φτώχεια ακολουθεί ανοδική πορεία και οι ανισότητες διευρύνονται. Σε αυτό το πλαίσιο έχει ενδιαφέρον δήλωση του αναπληρωτή εκπροσώπου τύπου της Ελληνικής Αριστερής Συμπαράταξης στην Εφημερίδα των Συντακτών (30.5.2026), ότι «Πιστεύω σε ένα πολιτικό σχέδιο, που θα κάνει ξανά τον λαό πρωταγωνιστή, που θα επαναφέρει την κοινωνική δικαιοσύνη στο επίκεντρο…». Μόνο με γενικόλογες ευχές στο επικοινωνιακό πεδίο οι πολίτες δεν θα λειτουργούν ως ατομικά και συλλογικά υποκείμενα, ώστε να προωθείται το κοινωνικό και το ανθρώπινο συμφέρον και ο λαός να επαναφέρει την κοινωνική δικαιοσύνη στο επίκεντρο. Οι εξιδανικεύσεις δεν βοηθούν. Ο διάλογος με την κοινωνία πολιτών βοηθάει.
Από το άλλο μέρος το νέο κόμμα Ελπίδα για την Δημοκρατία σε σχόλιο του τονίζει, ότι ο Αλέξης Τσίπρας (ΕΛΑΣ) «εξομοίωσε τα πολιτικά κόμματα με είδη αναλώσιμα» και «νομίζει, πως οι πολίτες τρώνε κουτόχορτο ή έχουν μνήμη χρυσόψαρου».
Δεν λείπει βέβαια και η επίδειξη «ανθρωπιάς» και κοινωνικής ευαισθησίας στο επικοινωνιακό πεδίο από το σύνολο των κομμάτων και των πολιτικών τους ηγεσιών. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η ανάρτηση μηνύματος στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης από τον πρόεδρο της Ελληνικής Αριστερής Συμπαράταξης με αφετηρία τις Πανελλήνιες Εξετάσεις του 2026. «Σήμερα που ξεκινούν οι Πανελλαδικές θα ήθελα να ευχηθώ σε κάθε ένα από τα παιδιά, που συμμετέχουν σε αυτές, καλή επιτυχία» και συνεχίζει «είναι μια μόνο από τις πολλές μάχες, που θα αντιμετωπίσετε στη ζωή, που είναι όλη μπροστά σας». Στο ίδιο «μήκος κύματος» κινήθηκαν και οι δηλώσεις των ηγεσιών όλων των κομμάτων.
Με αυτά τα δεδομένα η κοινωνική πορεία δεν έχει προοπτική. Ανεξάρτητα από τον ιδεολογικό προσανατολισμό των κομμάτων ο πολιτικός σχεδιασμός και η διαχείριση του στο πεδίο εφαρμογής πρέπει να στηρίζονται στην ανάλυση του συστήματος κοινωνικής οργάνωσης και λειτουργίας και στην ανάδειξη και αντιμετώπιση των γενεσιουργών αιτίων των ανισορροπιών, που παράγονται, ώστε να ελέγχεται η δυναμική της εξέλιξης και να έχει προοπτική.
Με τα σημερινά δεδομένα ως προς τον τρόπο λειτουργίας των κομμάτων δεν είναι ελεγχόμενη η δυναμική της εξέλιξης. Αυτό σημαίνει άνοδο του βαθμού διακινδύνευσης και κοινωνικές αναταράξεις. Αντί λοιπόν να ηθικολογούν και να εξαντλούν τον πολιτικό τους σχεδιασμό σε μια ή δυο θητείες διακυβέρνησης ή να ιδεολογικοποιούν τις επαγγελίες τους, καλό και χρήσιμο θα ήταν να σχεδιάζουν και να διαχειρίζονται την δυναμική της εξέλιξης με γνώση των επιπτώσεων στην βιωνόμενη πραγματικότητα και στην ανθρώπινη οντότητα σε βάθος χρόνου.
Για παράδειγμα δεν ασχολούνται ούτε το έχουν συνειδητοποιήσει, ότι οι πολίτες έχουν εργαλειοποιηθεί πλήρως στο πλαίσιο της διεκπεραίωσης των διαφόρων κοινωνικών ρόλων, ενώ δεν παράγονται αξίες στο πλαίσιο της συμβίωσης τους στις τοπικές κοινωνίες, με αποτέλεσμα να μην οικοδομείται κοινωνική συνοχή και οι πολίτες να μην λειτουργούν ως ατομικά και συλλογικά υποκείμενα, τα οποία συμμετέχουν σε διαδικασίες δημοκρατικού διαλόγου με το πολιτικό σύστημα.
Επίσης δεν λαμβάνουν επαρκώς υπόψη τις νέες συνθήκες πολυπλοκότητας και σύνθετων ανισορροπιών στο πλαίσιο της παγκοσμιοποίησης και τις επιπτώσεις τους σε εθνικό επίπεδο (π.χ. κρίση στη Μέση Ανατολή και επιπτώσεις στην παγκόσμια οικονομία), ενώ ταυτοχρόνως δεν διαχειρίζονται λειτουργικά την ταχύτατη ροή του χρόνου και της δυναμικής της εξέλιξης.
Αυτές οι συνθήκες γίνονται ακόμη πιο δύσκολες, αν συνυπολογισθεί, ότι τόσο στο επίπεδο του πολιτικού σχεδιασμού όσο και στο επίπεδο υλοποίησης του δεν λειτουργούν με ολιστική οπτική. Για αυτό παράγονται μη ελεγχόμενες ανισορροπίες λόγω των παρενεργειών μεταξύ των διαφόρων τομέων (π.χ. εξόρυξη ορυκτών καυσίμων στο Ιόνιο, όπως υδρογονάνθρακες, αν και αυτό ενισχύει την κλιματική αλλαγή).
Τέλος πρέπει να επισημανθεί, ότι ο σχεδιασμός της εξέλιξης δεν έχει επαρκώς μακροπρόθεσμη προοπτική, αλλά οριοθετείται από βραχυπρόθεσμη οπτική, η οποία εξαντλείται το πολύ στα όρια του βιολογικού χρόνου. Ανάλογα βέβαια λειτουργούν και οι πολίτες στις πολιτικές τους επιλογές με στόχο την επίτευξη υλικής ευημερίας. Έτσι όμως δεν διασφαλίζεται η βιωσιμότητα.
Πρέπει δε να επισημανθεί, ότι προς την ίδια κατεύθυνση κινείται και ο τρόπος αξιοποίησης της ψηφιακής τεχνολογίας και της τεχνητής νοημοσύνης. Οι πολίτες αφιερώνουν πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα στην εικονική προσέγγιση της πραγματικότητας με την χρησιμοποίηση των ψηφιακών μέσων χωρίς σημείο αναφοράς το ανθρώπινο και το κοινωνικό συμφέρον, ενώ η βιωνόμενη με αυτό τον τρόπο καθημερινότητα είναι σε μεγάλο βαθμό αποσπασματική και πλασματική, διότι εξαρτάται από τις κάθε φορά τεχνολογικές δυνατότητες.
Το πολιτικό σύστημα, είτε με τα παλαιά είτε με τα νέα κόμματα, είναι εμφανές, ότι δεν πληροί τις προϋποθέσεις για ένα πολιτικό σχεδιασμό της δυναμικής της εξέλιξης, ο οποίος διασφαλίζει προοπτική στην κοινωνική πορεία. Πρέπει να αλλάξει οπτική και μάλιστα άμεσα, διότι η ροή του χρόνου είναι ταχύτατη και η πραγματικότητα γίνεται όλο και πιο σύνθετη, με αποτέλεσμα η διαχείριση της να είναι δύσκολη και να οικοδομεί ανισορροπίες με υψηλό βαθμό διακινδύνευσης, διότι δεν είναι ελεγχόμενες οι επιπτώσεις της.