Το αποτέλεσμα των επόμενων εθνικών εκλογών θα κρίνει πολλά για την μελλοντική πορεία της χώρας. Η κοινοβουλευτική παντοδυναμία της Νέας Δημοκρατίας, για δεύτερη κατά σειρά θητεία, ανέδειξε τις αδυναμίες της μονοκομματικής δημοκρατίας και κυρίως την εξάντληση των μεταρρυθμιστικών και θεσμικών της αντοχών. Ταυτόχρονα η εξαγγελόμενη από την αντιπολίτευση «Πολιτική Αλλαγή» δεν διαφαίνεται στον ορίζοντα, με τα μέχρι στιγμής δεδομένα τουλάχιστον. Η δημοσκοπική δυναμική των νέων κομμάτων φωτογραφίζει τα αδιέξοδα του πολιτικού συστήματος και την απόγνωση του εκλογικού σώματος. Η βολική θεωρία του «στραβού γυαλού» δεν δίνει πολιτικό άλλοθι σε κανέναν.
Το κυβερνητικό κόμμα επιμένει στο δόγμα της αυτοδυναμίας του ως της μόνης αισιόδοξης προοπτικής για τη λύση των προβλημάτων της κοινωνίας και της χώρας. Ωστόσο, η συνεχιζόμενη αποκάλυψη διαδοχικών σκανδάλων, οι αντιθεσμικές συμπεριφορές και η ομολογημένη επανειλημμένα από τα πρωθυπουργικά χείλη αδυναμία αντιπαράθεσης με το πανίσχυρο πελατειακό κράτος δεν συνάδουν με το προεκλογικό του αφήγημα. Τα εσωκομματικά προβλήματα της Νέας Δημοκρατίας τα οποία αναμένεται να κορυφωθούν με την εξαγγελία του κόμματος Σαμαρά, οδηγούν την ηγεσία της σε αποφάσεις και επιλογές που κινούνται στη λογική της συσπείρωσης της Δεξιάς παράταξης
Το ΠΑΣΟΚ έχει εγκλωβιστεί σε διλήμματα που υπονόμευσαν την ομόφωνα χαραγμένη στρατηγική της πολιτικής του αυτονομίας. Η προσυνεδριακή συζήτηση σφραγίστηκε από την απόφαση για απόρριψη κάθε πιθανότητας μετεκλογικής συνεργασίας με τη ΝΔ που παρέπεμψε αυτομάτως σε σενάρια κεντροαριστερής συμμαχίας με το κόμμα Τσίπρα τα οποία προωθεί συστηματικά συγκεκριμένη ομάδα στελεχών. Η εσωκομματική αντιπαράθεση επισκίασε αντικειμενικά τις προγραμματικές επεξεργασίες και τις προτάσεις για την επίλυση των οξυμένων οικονομικών και κοινωνικών προβλημάτων, αποδυναμώνοντας το αφήγημα της Πολιτικής Αλλαγής. Η πρόσφατη δημοσκοπική υποχώρηση του ΠΑΣΟΚ οφείλεται στο βαρύ κλίμα που έχει δημιουργηθεί.
Η επιστροφή Τσίπρα έδωσε τη χαριστική βολή στον ήδη διαλυμένο ΣΥΡΙΖΑ. Η «Πρώτη φορά Αριστερά» έμελε να είναι και η τελευταία για το κόμμα που οδήγησε τη χώρα στο χιλιοστό από την πτώχευση και την έξοδο από την ευρωζώνη. Παρά τις περί του αντιθέτου φήμες, ο Αλέξης Τσίπρας, αντί να κάνει την αυτοκριτική της θητείας του, επιχείρησε να ωραιοποιήσει ακόμα και τις πιο μελανές πτυχές της. Η ίδρυση ενός καθαρά προσωποπαγούς κόμματος περιορίζει εξ αρχής τις προσδοκίες για τη δήθεν μεγάλη συνάντηση «της Ριζοσπαστικής Αριστεράς, της Σοσιαλδημοκρατίας και τη Πολιτικής Οικολογίας». Η δημοσκοπική δυναμική της ΕΛΑΣ είναι χαμηλότερη από τα ποσοστά που οδήγησαν τον Τσίπρα στην παραίτηση από την ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ πριν τρία ακριβώς χρόνια.
Οι κάλπες στήνονται για να αναδειχθεί η επόμενη κυβέρνηση της χώρας. Μετά την έκφραση της λαϊκής ετυμηγορίας επιβάλλεται η αναζήτηση προγραμματικών συγκλίσεων εφ’ όσον έτσι έχει αποφασίσει το εκλογικό σώμα διαμορφώνοντας τον νέο συσχετισμό δυνάμεων. Η επίκληση της έλλειψης κουλτούρας πολιτικών συνεργασιών καθώς και η ταύτιση των κομματικών στρατηγικών με τις προτεραιότητες της χώρας είναι προσχηματικές και επιζήμιες. Τόσο ο εκβιασμός της ψήφου του εκλογικού σώματος «όσες φορές χρειαστεί» όσο και η ρήση «απελθέτω απ’ εμού το ποτήριον τούτο» είναι επικίνδυνες λογικές που στρώνουν το δρόμο στον ακραίο λαϊκισμό. Η ψήφος των πολιτών ξέρει να επιβραβεύει αλλά ξέρει και να τιμωρεί.
Το άρθρο δημοσιεύεται στην εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ ΣΑΒΒΑΤΟΚΥΡΙΑΚΟ 13/06/2026
Πηγή: www.tanea.gr